Ήρωες του Ημίφωτος: Οι Παλιοί Μαύροι Μανδύες του Severus Snape

by Χριστίνα Λάσκη

Χρόνια πολλά, Professor Snape! Γιορτάζει γενέθλια ένας φανταστικός χαρακτήρας; Εν τέλει, αν μας αγγίζει τόσο η ζωή του και μας συγκλονίζει ο θάνατός του, ίσως μέσα στο νου μας, να έχει γεννηθεί και πραγματικά. Σήμερα λοιπόν, 9 Ιανουαρίου, είναι η μέρα που θα ευχηθούμε στον Μάγο που αγαπούσαμε να μισούμε, να τα εκατοστίσει. Και είναι κάτι που δεν αποκλείεται – η συγγραφέας που τον γέννησε, εξάλλου, είναι μια από τους λίγους ακόμα, τα τελευταία χρόνια, που έφτιαξε τη Φιλοσοφική Λίθο και μετέτρεψε ό,τι έγραψε σε χρυσάφι – ίσως τώρα να του δώσει και το Ελιξίριο της Μακροζωίας.

Από την πρώτη έκδοση του 1997, το φαινόμενο που σήμερα ονομάζεται “J.K. Rowling’s Wizarding World.” έχει απολαύσει τεράστια δημοφιλία και εμπορική επιτυχία, αλλά πλέον και κριτική αποδοχή. Μπορεί να ειπωθεί ότι, μαζί με το The Lord of the Rings και λίγα ακόμα έργα, έστρεψαν επιδέξια, στην αυγή του 21ου αιώνα, το mainstream κινηματογραφικό και λογοτεχνικό κοινό προς το είδος του fantasy και προς έναν πιο μαγικό, γοτθικό, μεσαιωνικό, επικό κύκλο χαρακτήρων. To 2002, ο κοινωνιολόγος A. Blake συμπεριέλαβε τον Harry Potter στους ευρύτερα αναγνωρίσιμους «ήρωες» της σύγχρονης κουλτούρας, μαζί με τον Sherlock Holmes, τον James Bond και τον Superman.

Η αφήγηση του Harry Potter θυμίζει την τυπική μονομυθική πορεία του ήρωα που επιλέγεται από τη μοίρα, δοκιμάζεται, πεθαίνει και τελικά επιστρέφει στη ζωή για να θριαμβεύσει ενάντια στο σκοτάδι. Η ιστορία πλαισιώνεται με θεματικές σχετικά με την χρήση της γνώσης και της δύναμης, το ρατσισμό, τη νοητική χειραγώγηση, την εξουσιομανία αλλά και τη σημασία της φιλίας, της γενναιότητας και της αγάπης. Όμως παρότι στο σύμπαν της Rowling διατηρείται ξεκάθαρα μια κοσμική και ψυχολογική διάκριση ανάμεσα στο «φως» και στο «σκοτάδι», η πλειοψηφία των χαρακτήρων έχουν συνεχώς ανοιχτή την επιλογή, την δυνατότητα για πτώση, αλλά και για εξιλέωση, ανεξάρτητα από την ισχύ των μαγικών δυνάμεών τους – κάτι που τους κάνει ιδιαίτερα οικείους.

Υπάρχει λοιπόν κάτι που μας κάνει συνεχώς το Ξόρκι της Σύγχυσης: φαίνεται ότι ο χαρακτήρας που έχει επανειλημμένα ψηφιστεί ως ο πιο δημοφιλής, και για τον οποίο έχει χυθεί το περισσότερο μελάνι, είτε σε μελέτες, είτε σε fanfiction και fan art, δεν είναι ο ομώνυμος πρωταγωνιστής ή οι φίλοι του, ούτε καν ο ισχυρός επικεφαλής του Τάγματος του Φοίνικα, Albus Dumbledore.

 Απ’ όσους έχουν έστω ακουστά τις ιστορίες του Harry Potter, κανείς δεν μπορεί να ξεχάσει τη σκιώδη μορφή του Severus Snape.

Καθώς η υπόθεση είναι πλέον γνωστή, δεν θα αναλώσουμε χώρο εδώ στο να αναλύσουμε την πλοκή των ιστοριών, ούτε και τον αμφιλεγόμενο ρόλο που παίζει ο Ημίαιμος Πρίγκηπας, τόσο ως ζοφερός, κυνικός, ιδιοφυής καθηγητής μαγικών φίλτρων του Hogwarts όσο και ως διπλός κατάσκοπος του Τάγματος του Φοίνικα και των Θανατοφάγων. Παρόλα αυτά, αν θέλουμε να θυμηθούμε πώς αντιπαθής μάγος δίδαξε στον Harry –και  όχι μόνο– το πραγματικό νόημα της γενναιότητας και της αγάπης, χρειάζεται μόνο μία σκηνή, του τελευταίου βιβλίου:

 «‘Τον κρατάς ζωντανό για να πεθάνει την κατάλληλη στιγμή;’

‘Μη σε σοκάρει αυτό, Σέβερους. Πόσους ανθρώπους έχεις δει να πεθαίνουν;’

‘Τελευταία, μόνο αυτούς που δεν μπόρεσα να σώσω’, ψιθύρισε ο Σνέιπ. Την επόμενη στιγμή σηκώθηκε. ‘Με χρησιμοποίησες’, πέταξε.

‘Δηλαδή;’

‘Έγινα κατάσκοπος για σένα, είπα ψέματα για σένα, έθεσα τον εαυτό μου σε θανάσιμο κίνδυνο για σένα. Όλα αυτά, υποτίθεται, για την ασφάλεια του γιου της Λίλι Πότερ. Τώρα μου λες ότι τον μεγάλωσες σαν πρόβατο επί σφαγή…’

‘Μα αυτό είναι συγκινητικό, Σέβερους’, παρενέβη σοβαρά ο Ντάμπλντορ. ‘Τελικά τον αγάπησες τον μικρό;’

‘Αυτόν;’ φώναξε ο Σνέιπ. ‘Καλώ τον Προστάτη!’ Στη στιγμή από τη μύτη του ραβδιού του ξεπετάχτηκε μια ασημένια ελαφίνα· προσγειώθηκε στο πάτωμα του γραφείου, αναπήδησε και πέταξε από το παράθυρο. Ο Ντάμπλντορ την κοίταξε που έφευγε κι όταν ξεθώριασε η ασημιά λάμψη της, στράφηκε στον Σνέιπ και τα μάτια του ήταν γεμάτα δάκρυα.

‘Ύστερα από τόσα χρόνια;’ ψιθύρισε.

‘Πάντα’, απάντησε ο Σνέιπ.»

Τα δάκρυα του Dumbledore μπροστά στην «ασημένια ελαφίνα» είναι η  συνειδητοποίησή του ότι ο Snape, πέρα από τον πόνο και τη βία που έχει σκιάσει την ψυχή του για χρόνια μέσα στις σκοτεινές τάξεις του Voldemort, έχει ακόμα τη δύναμη για την επίκληση του Προστάτη, μια μαγική επίκληση που μπορεί κάποιος να κάνει μόνο μέσα από την αγνή, άσβεστη ανάμνηση αυτού που αγαπά.

Εκείνος που αγαπάς να μισείς

Ο χαρακτήρας του Severus Snape εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την κριτική και το κοινό, κυρίως λόγω των έντονων ηθικών συγκρούσεων του και της έντεχνα μεθοδευμένης αποκάλυψης των κινήτρων του. Η Elizabeth Hand (“Harry’s Final Fantasy: Last Time’s the Charm”, 2008) παρατηρεί: «Ο έντονα κατακριμένος, μοναχικός Snape δεν έρχεται μπροστά στη σκηνή παρά μόνο στο τελευταίο μέρος των “Κλήρων του Θανάτου”, αλλά όταν έρχεται, το βιβλίο γίνεται δικό του: η μοίρα του Snape, περισσότερο από αυτή του Voldemort, ίσως περισσότερο και από αυτή του Harry, είναι το πιο σπαρακτικό, το πιο αναπάντεχο και το πιο ικανοποιητικό από όλα τα επιτεύγματα της Rowling

Η ίδια η Rowling έχει εκφράσει σε διάφορες συνεντεύξεις της μεγάλη έκπληξη για την ιδιαίτερη δημοφιλία του χαρακτήρα.παρότι οι προθέσεις της για το χαρακτήρα ήταν σαφείς

«Ήταν ένας πολύ ατελής ήρωας. Ένας αντι-ήρωας, ίσως. Δεν είναι ένας ιδιαίτερα αρεστός άνθρωπος, με πολλούς τρόπους. Παραμένει μάλλον απάνθρωπος, εκφοβιστικός, γεμάτος πικρία και ανασφάλεια – κι όμως αγάπησε, και έδειξε αφοσίωση σε αυτή την αγάπη και, τελικά, κατέθεσε τη ζωή του για αυτήν. Αυτό είναι αρκετά ηρωικό.»

  H Rowling απέδωσε αυτή την ιδιαίτερη πρόσληψη σε κάποιου είδους «σύνδρομο του κακού παιδιού» αλλά και στην ιδιάζουσα γοητεία του ηθοποιού που τον απέδωσε στις οκτώ ταινίες, του αξέχαστου Alan Rickman. Πράγματι ο Rickman, που ήταν η πρώτη επιλογή της συγγραφέα και του έδωσε μάλιστα και το μοναδικό απαραίτητο στοιχείο για την λύση του γρίφου του χαρακτήρα, διέχυσε στον Snape τον σκοτεινό μαγνητισμό, την ρομαντική θλίψη και τη σκηνική υποβλητικότητα που τον είχαν ξεχωρίσει σε παρόμοιους ρόλους, ψυχρών, εντυπωσιακών «κακών» ή ευαίσθητων, αμφίσημων ηρώων.

Παρόλα αυτά σε αυτό το άρθρο, επιλέξαμε να συνεισφέρουμε έναν ακόμα λόγο, που συζητάται έντονα ανάμεσα στους μελετητές του έργου, του γιατί ο Severus Snape ασκεί στο σύγχρονο κοινό μια τόσο παράδοξα οικεία και τόσο βαθιά έλξη. Και αυτός ο λόγος είναι απλός: τον γνωρίζουμε.

Τον έχουμε ξαναδεί, ανάμεσα σε σελίδες και οθόνες, μεταμορφωμένο δεκάδες φορές, από μια παλιά αλχημική συνταγή.

Αυτό το μαγικό τσουκάλι της μετάλλαξης οι αφηγηματολόγοι συνηθίζουν να το ονομάζουν «διακειμενικότητα». Η διακειμενικότητα συμβαίνει όταν ένας συγγραφέας, συνειδητά ή ασυνείδητα, «διαχέει» τις επιδράσεις που έχει δεχτεί από άλλους συγγραφείς ή ολόκληρες παραδόσεις, στο δικό του έργο, σε χαρακτήρες, στοιχεία πλοκής ή αισθητικής. Είναι μια σχεδόν αναπότρεπτη διαδικασία, που δημιουργεί μια παράξενη συμφωνία: όταν ο αναγνώστης «αναγνωρίσει» το αρχέτυπο, ο συγγραφέας δεν χρειάζεται να πει περισσότερα – αυτόματα ο χαρακτήρας «έλκει» στο υποσυνείδητό μας κι άλλα τα χαρακτηριστικά «παρόμοιων» ηρώων. Όλες οι ιστορίες των προηγούμενων ζωών του έρχονται και τον περιβάλλουν ξανά με τους μανδύες τους.

Το γοτθικό ημίφως

 «Κανείς από τους συντρόφους του δεν τον αγαπούσε, πολλοί μάλιστα τον αντιπαθούσαν και ακόμη περισσότεροι τον φοβούνταν. Το παρουσιαστικό του ήταν εντυπωσιακό, μα όχι τόσο για τη χάρη του· ήταν ψηλός και παρ’ όλο που ήταν εξαιρετικά αδύνατος, τα άκρα του ήταν μακριά και αδέξια και καθώς βάδιζε με αργά βήματα, τυλιγμένος με τα μαύρα ρούχα του τάγματός του, υπήρχε κάτι φοβερό στο ύφος του κάτι σχεδόν υπερφυσικό. Η κουκούλα του, καθώς έριχνε μια σκιά πάνω από την έντονη ωχρότητα του προσώπου του, τόνιζε τα σκληρά του χαρακτηριστικά και προσέδιδε στα μεγάλα μελαγχολικά του μάτια κάτι που πλησίαζε τον τρόμο. Η μελαγχολία του δεν εκπήγαζε από μια ευαίσθητη και πληγωμένη καρδιά, μα ολοφάνερα προερχόταν από μια σκυθρωπή και άγρια ψυχική διάθεση. Στη φυσιογνωμία του υπήρχε κάτι το εξαιρετικά μοναδικό που δεν μπορούσε εύκολα να προσδιοριστεί. Είχε πάνω του ίχνη από πολλά πάθη που φαίνονταν σαν να είχαν πετρώσει τα χαρακτηριστικά του. Μια από συνήθεια συνοφρύωση και αυστηρότητα πλανιόταν στις βαθιές ρυτίδες της όψης του και τα μάτια του ήταν τόσο διαπεραστικά που έμοιαζαν να διαπερνούν, με μια και μόνη ματιά, τις καρδιές των ανθρώπων και να διαβάζουν τις μυστικές τους σκέψεις λίγα πρόσωπα μπορούσαν να υποφέρουν το εξονυχιστικό του βλέμμα και πολύ περισσότερο να αντέξουν και δεύτερη φορά αυτή τη ματιά του.»

Αναρωτιέστε ίσως αν είναι στο πρώτο από τα βιβλία της Rowling που περιέχεται αυτή η τόσο αναλυτική περιγραφή του Καθηγητή των Φίλτρων. Για να βρεθεί όμως, θα πρέπει να πάμε ακριβώς 200 χρόνια πριν, σε μια άλλη, εξίσου χαρισματική συγγραφέα: αυτή είναι η περιγραφή της Anne Radcliffe για τον δικό της σκοτεινό ήρωα στο γοτθικό μυθιστόρημα The Italian (1797). Ο γοτθικός αντίμαχος, Schedoni, είναι, μεταξύ άλλων, τόσο επιδραστικός για τους μεταγενέστερους Ρομαντικούς που διαμορφώνει τον τύπο του υποβλητικού, μυστηριώδους «κακού», που θα επικρατήσει έως σήμερα. Με την εμφάνιση και την αμφισημία του «γοτθικού κακού» ενδύει συνειδητά και η Rowling τον Snape, μεθοδεύοντας, ήδη από το πρώτο βιβλίο, τόσο στους πρωταγωνιστές του πρώτου βιβλίου, όσο και τον αναγνώστη, την έκπληξη για την ανατροπή:

Yes, Severus does seem the type, doesnt he? So useful to have him swooping around like an overgrown bat. Next to him, who would suspect p-p-poor ststuttering P-Professor Quirrell? (Philosophers Stone)

Μέσα στο γοτθικό ημίφως, πάντοτε τα φαινόμενα απατούν.

Πολύ βυρωνικός… για να πεθάνει

Έχουμε, σε προηγούμενα άρθρα, απαριθμήσει κάποια από τα χαρακτηριστικά που τείνουν να εμφανίζουν, ειδικά τα τελευταία χρόνια, πολλοί «αμφιλεγόμενοι» χαρακτήρες, στοιχεία που φαίνεται πως έχουν επιβιώσει και αναπαραχθεί, εδώ και πολλά χρόνια, από τους πολλούς λογοτεχνικούς απογόνους των ηρώων του Lord Byron. Μια σύντομη αναφορά μπορεί να δείξει και πάλι με πόσα από αυτά τα στοιχεία έχει περιβάλλει η Rowling τον δικό της βυρωνικό χαρακτήρα. Έκπτωτος Ευγενής, με εξαιρετικές δυνάμεις. Γοτθική, μαυροντυμένη εμφάνιση, διαπεραστικό βλέμμα. Κρυψίνοια, υπεροψία και περιθωριοποίηση. Αποστάτης ή προδότης, με αμφίβολη ηθική και βαθιά προσωπικά κίνητρα. Ένοχο, τραυματικό παρελθόν, με τάσεις για εκδίκηση και εξιλέωση. Πόθος για αγάπη και ελευθερία. Ανατρεπτική πλοκή και τραγικός θάνατος. Μια υπεράνθρωπη δύναμη από κρυμμένη πίσω από μια απάνθρωπη μάσκα.

Strange pangs would flash along

Childe Harold’s brow,

As if the Memory of some deadly feud

Or disappointed passion lurked below:

But this none knew, nor haply cared to know;

For his was not that open, artless soul

That feels relief by bidding sorrow flow,

Nor sought he friend to counsel or condole,

Whate’er this grief mote be”

«Παράξενοι σπασμοί άστραφταν στο μέτωπο του Childe Harold

Λες κι η Θύμηση μιας θανάσιμης διαμάχης

Ή απογοητευμένου πάθους παραμόνευε από κάτω:

Όμως κανείς δεν το’ξερε, ή νοιαζόταν να το μάθει

Γιατί η ψυχή του δεν ήταν ανοιχτή κι άδολη

Για να ανακουφίζεται αφήνοντας να ρέει η θλίψη,

Ούτε ζητούσε φίλο για συμβουλή ή συμπάθεια

Ό,τι και αν τον έθλιβε.»

(Byron, Childe Harold’s Pilgrimage, I, VII)

Όπως και στις περισσότερες βυρωνικές ιστορίες, ακόμα και στις πιο σκοτεινές στιγμές της ιστορίας, συνεχίζεις να αναρωτιέσαι, όπως και ο ίδιος, για την τύχη της ψυχής του:

 «Ο Σνέιπ ανασήκωσε το φρύδι του και ρώτησε σαρδόνια: […]

‘Σκοπεύεις να τον αφήσεις να σε σκοτώσει;’

Όχι βέβαια. Θα με σκοτώσεις εσύ.’ […] 

‘Αν δε σε πειράζει να πεθάνεις’, αντιγύρισε τραχιά ο Σνέιπ, ‘γιατί δεν αφήνεις τον Ντράκο να το κάνει;’

‘Η ψυχή του παιδιού δεν είναι εντελώς διεφθαρμένη’, απάντησε ο Ντάμπλντορ. ‘Δε θέλω να καταστραφεί εξαιτίας μου’.

‘Και η δική μου ψυχή, Ντάμπλντορ; Η δική μου;’

‘Μόνο εσύ ξέρεις αν θα βλάψει την ψυχή σου τo να βοηθήσεις ένα γέρο να αποφύγει τον πόνο και τον εξευτελισμό’, μίλησε ο Ντάμπλντορ.»

(Κλήροι του Θανάτου)

Εν τέλει, δεν υπάρχει άλλος χαρακτήρας στην όλη αφήγηση που να θέτει σε τόσο άμεσο και συνεχή κίνδυνο όχι μόνο τη ζωή του αλλά και τη συνείδηση, «την ψυχή του» στη μάχη ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι. Και το κάνει με απόλυτη ψυχραιμία. Μόνο σε μία στιγμή χάνει την αυτοκυριαρχία του, αφήνοντας να ξεσπάσει η φλόγα των πραγματικών συναισθημάτων του:

«‘Σε μπλοκάρω ξανά, και ξανά, και ξανά, μέχρι να μάθεις να κρατάς κλειστό το στόμα και το μυαλό σου, Πότερ!’ […] Το χλωμό πρόσωπο του Σνέιπ, που φωτιζόταν από το φλεγόμενο σπιτάκι ήταν πλημμυρισμένο μίσος, όπως τη στιγμή που σκότωσε τον Ντάμπλντορ. ‘Τολμάς να χρησιμοποιείς τα ξόρκια μου εναντίον μου, Πότερ; Εγώ τα επινόησα, εγώ… ο Ημίαιμος Πρίγκηψ! Και νόμιζες ότι θα έστρεφες εναντίον μου τις ανακαλύψεις μου, σαν τον ελεεινό πατέρα σου; Δεν το νομίζω… Όχι!’

Ο Χάρι έκανε μια βουτιά προς το ραβδί του – ο Σνέιπ το χτύπησε με ένα ξόρκι που το τίναξε μακριά και εξαφανίστηκε στο σκοτάδι.

‘Τότε σκότωσέ με. Σκότωσε με όπως σκότωσες κι εκείνον, δειλέ…’

‘ΜΗ ΜΕ ΞΑΝΑΠΕΙΣ…’ ούρλιαξε ο Σνέιπ και ξαφνικά το πρόσωπό του παραμορφώθηκε, έχασε καθετί το ανθρώπινο, σαν να υπέφερε όσο και το δύστυχο σκυλί που αλυχτούσε παγιδευμένο στο φλεγόμενο σπίτι,     ‘ΔΕΙΛΟ!’ Κι έσκισε με το χέρι του τον αέρα – ο Χάρι ένιωσε να τον χτυπά στο πρόσωπο κάτι σαν πυρακτωμένο μαστίγιο κι έπεσε ξανά ανάσκελα στο χορτάρι.»

(Ημίαιμος Πρίγκηπας)

Η θεματική της ενοχής είναι στοιχείο που εκφράζεται έντονα στα έργα του Byron και ιδιαίτερα στο μεταφυσικό του δράμα, Manfred (1817). Ο πρωταγωνιστής του έργου, ένας μελαγχολικός μα παθιασμένος ευγενής περιπλανιέται μακριά από την κοινωνία, ως ένα γοτθικό κάστρο των Άλπεων, υποφέροντας από τύψεις για ένα ανομολόγητο σφάλμα του παρελθόντος, που σχετίζεται με την αδελφή του Astarte, τον μόνο άνθρωπο που έχει αγαπήσει. Ο Manfred, όπως ο Faust, επικαλείται υπερφυσικές δυνάμεις, χωρίς όμως να τους υποτάσσεται απόλυτα, γιατί πλέον σκοπός του δεν είναι η περήφανη επιδίωξη της δύναμης μα να αναζητήσει από τη χαμένη αγαπημένη του τη συγχώρεση και τη λύτρωση. Ο μοναχικός, ήρεμος θάνατος του σηματοδοτεί την ανάκτηση μιας γαλήνιας, ελεύθερης ανθρώπινης κατάστασης.

Ο Snape, ζώντας σε παρόμοια γοτθικά και υπερφυσικά συμφραζόμενα, αλλά και μακριά από τις σκοτεινές φιλοδοξίες της νιότης του, ταλαντεύει ανάμεσα στο φως και το σκοτάδι τη στοιχειωμένη από το θάνατο της Lily ύπαρξή του, στην αναζήτηση της δικής του εξιλέωσης. Φέροντας στο πρόσωπό του τη μάσκα των Θανατοφάγων και το Σκοτεινό Στίγμα τους πάνω στο χέρι του, τα μαύρα ρούχα του και τις νοητικές και συναισθηματικές ασπίδες του,  παραμένει ένας εξόριστος μέσα στον κόσμο και στον ίδιο τον εαυτό του, κρατώντας μόνο την οδυνηρή ανάμνηση μιας απώλειας και μια μυστική υπόσχεση που έδωσε πριν πολλά χρόνια.

Ο φόνος του Snape από τον ίδιο το Voldemort, στο τέλος του Harry Potter and the Deathly Hallows, δεν είναι τόσο αυτό που σοκάρει τον θεατή. Είναι περισσότερο το ανώφελο και σιωπηρό πλαίσιο του θανάτου του, κάτι που επισφραγίζει την ιδιότητα του όχι ως επικού, αλλά ως τραγικού ήρωα. Ο Snape δεν πεθαίνει σε κάποια ένδοξη σκηνή ηρωικής αυτοθυσίας στο κέντρο της μάχης, αλλά στο περιθώριο της, από τις επιθέσεις του φιδιού του Voldemort, για την αποτυχημένη κυριότητα ενός μαγικού ραβδιού:

 “Slowly he falls, amidst triumphant cries

Without a groan, without a struggle dies”

«Αργά πέφτει, ανάμεσα σε κραυγές θριάμβου

Χωρίς βόγγο, χωρίς μάχη πεθαίνει.»

(Byron, Childe Harold’s Pilgrimage, Canto I, LXXIX)

Ο ζοφερός κατάσκοπος αντιμετωπίζει ένα οδυνηρό θάνατο με στωική σιγή και συγκέντρωση, κατορθώνοντας πριν το τέλος να μεταβιβάσει κρίσιμες πληροφορίες στον Harry Potter για την τελική μάχη. Τελικά φεύγει γαλήνια, όταν με την τελευταία του ανάσα ζητά από τον Harry να τον κοιτάξει, όχι για να του αποκαλύψει τη δική του αλήθεια, αλλά για να αντικρύσει ξανά τα μάτια εκείνης για την οποία έζησε και πέθανε.

Επιστρέφοντας από τα Ανεμοδαρμένα Ύψη

Υπάρχει όμως, ακόμα ένας χαρακτήρας, από τον οποίο εικάζεται ότι αντλεί την καταγωγή του ο Snape. Tο 2006, η Rowling υπέδειξε το Ρομαντικό μυθιστόρημα Wuthering Heights της Emily Brontë ως το πρώτο από τα δέκα βιβλία που πρέπει κάθε αναγνώστης να διαβάσει για να κατανοήσει το έργο της. Αρκετές μελέτες αποδεικνύουν την εντυπωσιακή διακειμενική συγγένεια που παρουσιάζει ο ήρωας της Rowling με σκοτεινό ένοικο στα Ανεμοδαρμένα Ύψη: τον Heathcliff, τον βγαλμένο από το αίμα της καρδιάς του βυρωνικού Manfred:

“I loved her and destroyed her […]

Not with my hand but Heart,

which broke her heart”

Την αγάπησα, και την κατέστρεψα! […]

Όχι με τα χέρια, μα με την καρδιά μου,

που ράγισε την καρδιά της.»

(Byron, Manfred, Act II, Scene II, 119-20)

Στην πορεία της αφήγησης, αποκαλύπτεται ότι και οι δύο χαρακτήρες έχουν «υποδεέστερη» καταγωγή – ο Heathcliff ως έκθετο ορφανό, ο Snape ως «ημίαιμος» μάγος, ενώ και οι δύο βίωσαν την έλλειψη αγάπης και την περιθωριοποίηση από το περιβάλλον τους (έως και τον εξευτελισμό και τον βασανισμό, ο Heathcliff από τον αδελφό της Cathy, Hindley, o Snape από τον James Potter). Η σχέση βαθιάς φιλίας και ανεκπλήρωτου έρωτα του Heathcliff προς την Cathy και ο επακόλουθος γάμος της Cathy με τον ευγενή και πλούσιο Linton καθρεφτίζει την ιστορία του Severus με την Lily, το γάμο της με τον χειρότερο εχθρό του, James Potter, και του τελικού αποχωρισμού τους, όταν τους χωρίζουν όχι μόνο διαφορετικοί «οίκοι» στο Hogwarts, αλλά εν τέλει και διαφορετικές ιδεολογίες και στρατόπεδα. Στη συνέχεια, όπως ο Heathcliff περιπλανιέται και κατορθώνει να αποκτήσει περιουσία και κύρος για να ανακτήσει την Cathy, αντίστοιχα ο «Ημίαιμος Πρίγκηπας» επιχειρεί να αποκτήσει δύναμη και κύρος στο Τάγμα των Θανατοφάγων. Οι ελπίδες όμως και των δύο γκρεμίζονται όταν, τόσο η Cathy όσο και η Lily, αποκτούν ένα παιδί και σύντομα πεθαίνουν με έμμεση υπαιτιότητα αντίστοιχα των δύο ανδρών.

Η απώλεια της αγαπημένης είναι το τελικό χτύπημα που απανθρωποποιεί πλήρως τον Heathcliff και τον ωθεί να προβάλλει τα τραύματα και την εκδίκηση του, σαν σε σπασμένο καθρέφτη της δικής του ταυτότητας, στις επόμενες γενιές: στην κόρη της Cathy και του Linton, Catherine και στον Hareton, γιο του Hindley, αδελφού της Cathy και παιδικού βασανιστή του. Ο Snape αντίστοιχα επιστρέφει και παραμένει στο Hogwarts καταρρακωμένος από το πένθος και την ενοχή για το θάνατο της Lily, κάτι που κρύβει για χρόνια πίσω από μια ψυχρή, τυραννική συμπεριφορά. Η πικρία και η εμπάθειά του κορυφώνεται όταν ο Harry έρχεται στο Hogwarts, ίδιος στην εμφάνιση και τη συμπεριφορά με τον πατέρα του και ο Snape βλέπει μπροστά του την παλιά του νέμεση, την ανάμνηση όλων των λαθών και των αδυναμιών, μια σύνθεση σε ένα πρόσωπο των Catherine και Hareton του Wuthering Heights. Παράλληλα όμως, τόσο ο Heathcliff όσο και ο Snape, βλέπουν στο πρόσωπο των παιδιών θραύσματα της μορφής της χαμένης αγαπημένης, κάτι που τους συγκρατεί, έστω οριακά, σε κάτι ανθρώπινο.

Ας δούμε δύο αποσπασμάτα, που περιγράφουν σχεδόν πανομοιότυπα αυτή τη διαρρηγμένη ψυχολογία: Η πρώτη είναι μια σκηνή βίαιου ξεσπάσματος του Heathcliff προς τη νεαρή Catherine Linton:

 «Της είχε πιάσει κιόλας τα μαλλιά. […] τα μάτια του Χίθκλιφ πετάγανε σπίθες και ίσως να την έκανε κομμάτια στον θυμό του. Μα τότε έγινε κάτι παράξενο. Ξέσφιξε τα δάκτυλα του από τα μαλλιά της και την άρπαξε από το μπράτσο, της σήκωσε το κεφάλι και την κοίταξε επίμονα. Ύστερα σκέπασε τα μάτια ζαλισμένος, στάθηκε μια στιγμή για να συνέλθει και γυρνώντας ξανά, της είπε, τώρα πιο ήσυχα:

‘Καλά θα κάνεις να μην με νευριάζεις, γιατί καμιά ώρα θα σε σκοτώσω στ’ αλήθεια! Τώρα φύγε με τη Νέλλυ και κάθισε μαζί της και ό,τι κακία έχεις να πεις, πες τη σ’ αυτήν. Όσο για τον Έρτον Έρνσω […] Η αγάπη σου θα τον καταστρέψει και θα τον ρίξει στους πέντε δρόμους, ζητιάνο κι αποδιωγμένο […] αφήστε με όλοι σας – θέλω να μείνω μόνος… Φύγετε, λοιπόν…’»

Η παρακάτω σκηνή περιγράφει την αντιπαράθεση του Snape με τον Harry Potter, όταν ο Harry εισβάλλει στις τραυματικές αναμνήσεις του Snape:

«‘Λοιπόν’, έκανε ο καθηγητής, σφίγγοντας με τόση δύναμη το μπράτσο του Χάρι ώστε άρχισε να μουδιάζει το χέρι του. ‘Λοιπόν… διασκέδασες, Πότερ;’

‘Ό… όχι’, απάντησε ο Χάρι προσπαθώντας να ελευθερώσει το χέρι του. Ήταν ένα θέαμα φοβερό: τα χείλη του Σνέιπ έτρεμαν, το πρόσωπο του ήταν κάτασπρο και τα δόντια του γυμνωμένα.

‘Διασκεδαστικός άνθρωπος ο πατέρας σου, δε συμφωνείς;’ είπε και τράνταξε τόσο δυνατά τον Χάρι, που τα γυαλιά γλίστρησαν απ’ τη μύτη του.

‘Ε… δεν…’ Ο Σνέιπ τον έσπρωξε με όλη του τη δύναμη. Ο Χάρι κουτρουβάλησε στο δάπεδο του μπουντρουμιού.

‘Δε θα πεις σε κανέναν αυτά που είδες!’ βρυχήθηκε ο Σνέιπ.

‘Όχι’, είπε ο Χάρι καθώς σηκωνόταν όρθιος όσο πιο μακριά μπορούσε από κείνον. ‘Όχι βέβαια, ορκ…’

‘Φύγε τώρα, ξεκουμπίσου από δω, δε θέλω να σε ξαναδώ στα μάτια μου!’»

Αξίζει να επισημανθεί το πώς η κινηματογραφική μεταφορά (ιδιαίτερα σε σχέση με το Wuthering Heights του 1992) μπορεί σκόπιμα, αν και διακριτικά, να ενισχύσει τέτοιου είδους διακειμενικές ομοιότητες. Στην αντίστοιχη σκηνή του Order of the Phoenix όταν ο εξοργισμένος Snape αρπάζει από το γιακά τον Potter, το πλάνο αποδίδει έντονα τα μάτια του παιδιού, που θυμίζουν εκείνα της μητέρας του. Αμέσως, ο Snape φαίνεται να παγώνει ανάμεσα στα αντικρουόμενα συναισθήματά του και αφήνει τον Potter να φύγει.

Υπάρχει όμως μια ουσιαστική διαφορά στους δύο χαρακτήρες: εν τέλει ο Heathcliff ποτέ δεν ξεπερνά αυτή την κατάσταση του, δεν αναζητά κανενός είδους μετάνοια ή εξιλέωση, Ο Snape, παρότι πράγματι παραμένει το ίδιο τυραννικός, αξιοποιεί την ευκαιρία να εξιλεωθεί για τα σφάλματά του. Εντάσσεται με τη θέληση του σε έναν μακροχρόνιο, επίπονο αγώνα κατά των σκοτεινών δυνάμεων, χωρίς να έχει τίποτα να κερδίσει και πολλά να χάσει, συμπεριλαμβανόμενης και της ζωής του.

Παράλληλα, πάντα σε τέτοιες ιστορίες, η αναζήτηση της χαμένης αγαπημένης επεκτείνεται και στο υπερφυσικό πεδίο. Ο Manfred απευθύνει την απελπισμένη του επίκληση για λύτρωση και επανένωση με την Astarte στο φάντασμά της:

 “Yet speak to me! […]

Speak to me! though it be in wrath!– but say–

I reck not what –but let me hear thee once–

This once – once more!”

«Μα μίλα μου […]

Μίλα μου! Κι ας είναι με οργή! –μα πες–

Δεν με νοιάζει τι –μα άσε με να σ’ακούσω μια φορά–

Μόνο μια, τώρα– μια φορά ακόμη!»

(Byron, Manfred, Act II Scene IV, 160-168)

Εξίσου αξιοσημείωτες είναι και οι ομοιότητες ορισμένων τέτοιων μοτίβων ανάμεσα στον Heathcliff και τον Snape. Για τον Heathcliff, το πνεύμα της Cathy είναι μια προβολή των ευτυχισμένων στιγμών του, του πλήρους εαυτού του, την οποία επικαλείται για να τον στοιχειώσει:

« …ποτέ σου να μην βρεις την ησυχία όσο ζω! Λες πως σε σκότωσα! Έλα τώρα λοιπόν, σα φάντασμα, να με βασανίσεις! […] Έλα λοιπόν! Πάρε όποια μορφή θέλεις κι έλα – να με αποτρελάνεις! Μονάχα μη μ’ αφήνεις μονάχο σ’ αυτήν την άβυσσο, να ψάχνω και να μην σε βρίσκω! Θεέ μου, πώς να το πω, δε μπορώ να ζήσω δίχως τη ζωή μου! Δε μπορώ να ζήσω δίχως την ψυχή μου!»

Στη σκηνή μετά την κατάρα του, στο Wuthering Heights του 1992, ο Heathcliff εισβάλλει στο σπίτι και κρατά τη νεκρή σε μια θρηνητική αγκαλιά.

Ο Severus Snape, όπως προαναφέρθηκε, έχει την ικανότητα να κάνει τη δική του μαγική επίκληση του «Προστάτη», που συμβολίζεται με μια ελαφίνα και προέρχεται από την ατέρμονα βασανιστική και λυτρωτική ανάμνηση των ευτυχισμένων στιγμών του κοντά στη Lily. Όσο για το «καθρέφτισμα» αυτών των απωθημένων, δεν είναι σπάνιες αντίστοιχες εικόνες του καθρέφτη του Erised ή του Προστάτη, από το πάντα ενεργό και δημιουργικό fan art:

Επιπλέον, οι κινηματογραφικοί δημιουργοί προσθέτουν, στην ταινία Harry Potter and The Deathly Hallows, μια δραματική σκηνή εναγκαλισμού και θρήνου του Snape για την Lily, πανομοιότυπη σχεδόν με αυτή των Wuthering Heights του 1992, που παρότι επίσης απουσιάζει από το βιβλίο, έλκεται σχεδόν μόνη της στο νου των δημιουργών. Μια αντίστοιχη σκηνή που υποβάλλει η βυρωνική κληρονομιά που διαμορφώνει τις προσδοκίες του κοινού: την τελική σκηνή της αγαπημένης που επιστρέφει, λουσμένη στο φως, στον ήρωα που πεθαίνει, για να ενωθεί ξανά μαζί του στο δικό του προσωπικό, λυτρωτικό υπερπέραν.

Για να κλείσουμε, θα παραθέσουμε αποσπασματικά, ένα ακόμα, σχετικά άγνωστο ποίημα του Byron, το The Dream (1816), έχοντας στο νου μας τις τελευταίες, τρεμάμενες αναμνήσεις του Snape, μέσα στην Κιβωτό των Στοχασμών:

 «Μια ανάσα σε μορφές ζωντανές χωρίς σάρκα

Θυμάμαι ένα όραμα που ονειρεύτηκα

Ίσως στον ύπνο– γιατί μονάχη της μια σκέψη,

Μια σκέψη του ύπνου, αρκεί για χρόνια

Και πηκτώνει μια μακρά ζωή σε μια ώρα.[…]

 Είδα δυο πλάσματα με μορφή νεαρή

Να στέκονται σ’ ένα λόφο, ομαλό λόφο […]

Αυτοί οι δυο, μια κόρη κι ένας νέος, ήταν εκεί

Κι ατένιζαν – η μία όλα όσα ήταν κάτω της

Όμορφα σαν αυτήν – μα το Αγόρι κοίταζε εκείνη

Και οι δυο ήταν νέοι, και η μία ήταν όμορφη.

 Αυτός δεν είχε ανάσα, ύπαρξη πέρα απ’τη δική της

Εκείνη ήταν η φωνή του δεν της μιλούσε,

Μα έτρεμε στα λόγια της, εκείνη ήταν η όρασή του,

Τα μάτια του ακολουθούσαν κι έβλεπαν με τα δικά της

 Που χρωμάτιζαν όλα τα πράγματά του– είχε πάψει

Να ζει για τον εαυτό του αυτή ήταν η ζωή του […]

Μα αυτή δεν είχε τέτοια αισθήματα αγάπης:

Οι στεναγμοί της δεν ήταν για αυτόν για αυτήν ήταν

Ακόμα και σαν αδερφός– μα τίποτε άλλο.

Υπήρχε μια αρχαία έπαυλη, και μπρος

Στους τοίχους της ένα στόλισμα ιππικό:

Μέσα σ’ ένα παρεκκλήσι παλιό έστεκε

Το Αγόρι για το οποίο μίλησα – ήταν μόνος

Και χλωμός και βάδιζε μπρος-πίσω […]

Η Κόρη της αγάπης του μπήκε ξανά εκεί

Ήταν γαλήνια και χαμογελούσε τότε, κι όμως

Ήξερε πως αυτός την αγαπούσε– ήξερε, […]

Και αυτός άφησε το χέρι της και αργά

Αποσύρθηκε, μα όχι σαν να την αποχαιρετούσε. […]

 

Ο Περιπλανώμενος ήταν μόνος όπως πριν,

Τα όντα που τον κύκλωναν είχαν φύγει

Ή ήταν σε πόλεμο μαζί του είχε σημαδευτεί

Για τη φθορά κι ερήμωση, πυξίδα για

Μίσος και Διαμάχη Πόνος αναμειγνυόταν

Σε ό,τι του προσφερόταν, ώσπου […] ζούσε

Μέσω αυτού που είχε γίνει ο θάνατος πολλών ανθρώπων

Και που τον έκανε φίλο των βουνών, των άστρων

Και του γοργού Πνεύματος του Σύμπαντος.»

Κλείνοντας, είναι απαραίτητο να διευκρινιστεί κάτι: το άρθρο αυτό, όπως και πολλά από αυτά που προηγήθηκαν στη σειρά «Ήρωες του Ημίφωτος» είναι ουσιαστικά μια σύνοψη μιας μακρόχρονης μελέτης πάνω στο πώς ακριβώς μπορούν να επιδράσουν προγενέστερα πρότυπα στην σύγχρονη λογοτεχνική και κινηματογραφική παραγωγή. Η ανάδειξη αυτών των ομοιοτήτων δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτός ή ο άλλος συγγραφέας έχει «δανειστεί» συνειδητά και σκόπιμα στοιχεία από παλιούς χαρακτήρες για να «ντύσει» το δικό του. Είναι όμως παραπάνω από πιθανό, μέσα σε όλο το ασταμάτητο ρεύμα του ποταμού που ονομάζεται Παράδοση, κάποια αρχέτυπα να επανέρχονται στη ζωή, κάποια φαντάσματα να ξαναβγαίνουν από το ντουλάπι, και τρυπώνουν στο νου και την πένα νέων συγγραφέων. Αυτό είναι η διακειμενικότητα. Δεν σας έχει συμβεί;

Είναι επομένως εμφανές ότι η δημοφιλία του Severus Snape οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι, συνειδητά ή μη, η συγγραφέας πλησίασε το χαρακτήρα της ακριβώς σε αρχέτυπα  που έχουν, εδώ και αιώνες, σαγηνεύσει την ψυχή και το νου των ανθρώπων. Για τον ίδιο τον πρωταγωνιστή των βιβλίων, Harry Potter, ο άνθρωπος που μισούσε περισσότερο από ο,τιδήποτε έγινε, χρόνια μετά, «ο πιο γενναίος άνδρας που γνώρισα ποτέ μου».

Για εμάς, ο αμφίσημος, ζοφερός Severus Snape πλανιέται πια στη σκέψη μας ως ένας παλιός γνώριμος, που μας πλησιάζει μέσα στο ημίφως, ψιθυρίζοντας «Πάντα». 

προτεινουμε επίσης

1 comment

Ραφαήλ 10 Ιανουαρίου 2019 - 7:08 ΜΜ

΅Όταν η εσωτερική σταθερότητα χορεύει επάνω σε έναν παράλογα ασταθή κόσμο΅.

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά