«Για φαντάσου…»

by Δήμητρα Μπενίση

Σημεία και Τέρατα και πώς να γλιτώσετε από δαύτα!
– Της Δήμητρας Μπενίση – που όλα τα κακά σκορπά!

Επιτέλους. Ήρθε ο Οκτώβρης! Ο καλύτερος μήνας του χρόνου. Φέτος για τον Θανάση ήταν εξαιρετικό το καλοκαίρι! Πήγε, όπως πάντα, στη Μύκονο, έκανε μια βόλτα από το Ντουμπάι, και πέρασε μερικές ονειρικές μέρες και νύχτες στην Ταϊλάνδη με τη Σάσα, την ιδιαιτέρα του ηλίθιου του τεχνικού διευθυντή – κι αυτός δεν πήρε γραμμή πως το πουλέν του δεν είχε άρρωστη τη θεία της την Τσαμπίκα στη Ρόδο, αλλά όλο αυτό το σενάριο κάτι του θύμισε του Θανάση, μα ποιος το ψάχνει… Η γυναίκα και τα παιδιά του βολικά παρκαρισμένα στο εξοχικό με τη μάνα του κέρβερο, μήπως η Αγλαΐα τολμήσει τίποτε άλλο εκτός από μπάνια. Αν και τα τελευταία χρόνια ασχολιόταν με κάτι μυστήρια βιβλία.

Και τέλος, το κερασάκι στην τούρτα… πέθανε η θεία Αρσινόη. Ναι, εκείνη η ξεχασμένη γεροντοκόρη που κανένας δεν της μίλαγε από το σόι, καθότι είχε ράμματα για τη γούνα ολονών και κανένας δεν ήξερε πως μάθαινε ότι μάθαινε. Η στρίγγλα αυτή είχε καταφέρει αισίως να φτάσει στα 99 και χειριζόταν άριστα υπολογιστή και smartphone, έχοντας account σε όλα τα γνωστά μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από τα οποία κατασκόπευε, όπως πίστευε ο ήρωάς μας, τους πάντες.

Μια νεαρή συμβολαιογράφος τον κάλεσε μαζί με την Αγλαΐα να τους ανακοινώσει τα καλά νέα. Η περιουσία της θείας Αρσινόης πήγαινε εξ’ αδιαιρέτου και στους δυο και αν εξέλιπε ένας τότε την έπαιρνε ο επιζών. Ούτε λίγο ούτε πολύ αυτή η περιουσία ήταν το θαυμάσιο αρχοντικό της σπίτι μαζί με το κτήμα στην Αρκαδία, και μερικές δεκάδες εκατομμύρια ευρώ, τα οποία θα έπαιρναν με τον όρο να μείνουν οι δυο τους μόνοι εκεί, για ένα μήνα μετά το θάνατό της.

Έτσι με συνοπτικές διαδικασίες παραιτήθηκε από τη θέση του οικονομικού διευθυντή της πολυεθνικής που δούλευε, διαδίδοντας παίρνοντας μια παχυλή αποζημίωση που απέκρυψε από τη γυναίκα του, αγόρασε με δαύτην μερικά δώρα στη Σάσα τη ναζιάρα και κλάφτηκε για την ανεργία και τη δυστυχία του σε όλους. Η άδικη κοινωνία που τον πέταξε στο δρόμο όμως, φάνηκε να αδιαφορεί γι’ αυτό, και δη οι κολλητοί φίλοι του που για κάποιο λόγο τον έκαναν unfriend, unfollow και όλα τα σχετικά.

Όμως το αρχοντικό στην Αρκαδία ήταν καλοδιατηρημένο και το κεφαλοχώρι που ήταν εκεί κοντά είχε αρκετές ευκολίες, ακόμα κι ένα spa για να χαλαρώνει από την πίεση της καθημερινότητας. Όσο για τα παιδιά, αυτά έμειναν στη μάνα της Αγλαΐας – ε, όχι και να σκλαβωθεί η δική του η μανούλα! Τρεις μήνες διακοπές δεν ήταν καθόλου άσχημα πριν βάλει στο χέρι τον χοντρό παρά.

Κι έτσι να ‘σου τους και οι δυο ξαπλαρωμένοι στον παλιομοδίτικο καναπέ την πρώτη νύχτα της παραμονής τους στο ερημικό αρχοντικό. Η γυναίκα του έχει βγάλει το παλιό άλμπουμ με τις ασπρόμαυρες φωτογραφίες και το χαζεύει. Να, εδώ, η θεία νεαρή με το κομψό της φόρεμα και το καπελίνο της δεκαετίας του ’30. Εδώ στην κατοχή με την στολή της αντίστασης ζωσμένη φυσεκλίκια – κι ένας μουσάτος, από αυτούς του βουνού, να την έχει αρπάξει από τη μέση. Εδώ στη δεκαετία του ’50, τότε που τραγουδούσε σε ένα λαϊκό πάλκο, και δώστου παλαμάκια και δώστου το ντέφι στα μπούτια. Εδώ στο τέλος του ’60 με εκείνον τον τύπο –πώς τον λέγανε μωρέ – που έγραφε εκείνα τα παράξενα… Κι ύστερα… τίποτα… Καμία δική της φωτογραφία. Μόνο οι φωτογραφίες από συγγενείς και φίλους, μωρά, ανίψια, μακρινούς γνωστούς, παρέες, πάρτι, τοπία… αλλά εκείνη πουθενά.

Άλλωστε ούτε ο Θανάσης την είχε συναντήσει ποτέ. Κι από όσο ήξερε, ακόμα και η μάνα του είχε να τη δει από πριν το ’74. Τότε ήταν που η θεία κλείστηκε στο αρχοντικό της και δεν μίλαγε σε κανέναν, παρά μόνο έστελνε γράμματα. Ένα τέτοιο γράμμα είχε λάβει κι ο Θανάσης στο γραφείο ένα χρόνο πριν. Η θεία Αρσινόη του έγραφε πόσο χαιρόταν για την πρόοδό του, άφηνε ξεκάθαρους υπαινιγμούς πως γνώριζε ότι είχε συνεννοηθεί με εκείνον τον πρώην υπουργό για τη μεγάλη μίζα που τους έβγαλε και τους δυο καθαρούς από τους νονούς που κρατούσαν τη δαμόκλειο σπάθη πάνω από τα κεφάλια τους, και τον συγχαιρόταν που καλοπέρναγε σε εκείνα τα ολονύχτια πάρτι στο σπίτι του Τάδε Ταδόπουλου, γνωστού παράγοντα της αλυσίδας αρτοποιείων που εκτός από ψωμί εμπορευόταν και όμορφες κοπέλες από το πρώην ανατολικό μπλοκ. Η αλήθεια είναι πως του είχε φτάσει η ψυχή στις κάλτσες – για να το θέσουμε ευγενικά – αλλά όταν έκανε μια βόλτα από το αρχοντικό, για να πει δυο κουβέντες με τη θεία, τον υποδέχτηκε στην πόρτα ένας βλοσυρός τύπος, πανύψηλος και στεγνός σαν μπάρα δημητριακών διαίτης, λέγοντας με παράξενη προφορά και λαρυγγώδη άρθρωση πως η κυρία δεν δέχεται επισκέψεις από κανέναν.

Αλλά είχε πάρει την εκδίκησή του. Η Αρσινόη φαίνεται πως είχε αδυναμία στην Αγλαΐα, αν και δεν είχαν συναντηθεί ποτέ, όπως ανέφερε η συμβολαιογράφος. Κι έτσι τα εκατομμύρια θα γίνονταν δικά τους… ή μήπως καλύτερα… δικά του; Απαπαπαπα! Πιπέρι στο μυαλό! Πώς το σκέφτηκε αυτό, ένα σημαίνον στέλεχος σαν το Θανάση; Αλλά, και η καλλίπυγος Σάσα, και όλες οι Σάσες που έφερνε ο φίλος από τα εξωτερικά… ήταν αρκετά ορεκτικές. Η Αγλαΐα είχε περάσει τα σαράντα. Μπαγιάτεψε πια. Άσε πια και τα βιβλία που είχε γεμίσει τον τόπο με δαύτα. Πού ακούστηκε! Μόνο οι ηλίθιοι που δεν ξέρουν να ζήσουν τη ζωή τους διαβάζουν.

Με τούτο και το κείνο πέρασε η ώρα και πήγε στο κρεβάτι για ύπνο. Εδώ κοιμόταν όλα τα χρόνια η θεία. Σε αυτό το παλιό ξύλινο κρεβάτι με τον ουρανό, ολοκέντητο μαύρο βελούδο με άστρα και ασημένια μισοφέγγαρα. Θα ήταν ρομαντικό, αν ήταν ρομαντικός, αλλά δεν ήταν. Πώς θα μπορούσε να είναι ένα επιφανές και σημαίνον στέλεχος της κοινωνίας ρομαντικό; Πφφφ!

Νταν! Νταν! Νταν! Το μεγάλο ξύλινο εκκρεμές του σαλονιού χτυπά μεσάνυχτα. Και στον δωδέκατο χτύπο… ένα παράξενο γαλαζωπό φως περνά μέσα από το παράθυρο και ρίχνει την αχτίδα του στο πάτωμα. Ακριβώς στο κέντρο του δωματίου. Η Αγλαΐα κοιμάται μακαρίως, αλλά ο Θανάσης διακρίνει μια αόριστη σκιά να κινείται πέρα από το τζάμι. Αργά, προσεκτικά, βγάζει πρώτα το ένα πόδι από τα σκεπάσματα, μετά το άλλο και σηκώνεται. Πλησιάζει σκυφτά το παράθυρο και…

Μια αχνή σκιά μοιάζει να χορεύει ανάμεσα στα γυμνά κλαδιά της βελανιδιάς που λυγίζουν στον άνεμο. Ένα χλωμό μισοφέγγαρο στη χάση του κρύβεται πίσω από τα σύννεφα που κυνηγιούνται στον ουρανό. Η σκιά φοράει ένα παλιομοδίτικο φόρεμα κι ένα καπελίνο της δεκαετίας του ’30 και στροβιλίζεται σε μια μουσική που μόνο εκείνη ακούει. Και σε μια στροφή, μοιάζει να τον αντιλαμβάνεται. Ορμά προς το παράθυρο και η φασματική φάτσα της θείας Αρσινόης να καρφώνει με μάτια αδειανά το πρόσωπο του Θανάση.

***

«Είδα στον ύπνο μου τη θεία… όπως ακριβώς ήταν σε εκείνη τη φωτογραφία του ’30. Κάτι μου έλεγε αλλά δεν το θυμάμαι πια», είπε η Αγλαΐα καθώς δάγκωνε μια φρυγανιά.

Το φλιτζάνι του έπεσε από το χέρι και ο καφές λέκιασε το παχύ μεταξωτό χαλί. Ταραγμένος σηκώθηκε και πήγε έξω να πάρει αέρα. Θα καθάριζε εκείνη. Ο ίδιος έπρεπε να σκεφτεί. Μια κλήση στο κινητό διέκοψε τις σκέψεις του. Έπρεπε να πληρώσει για τη μαρίνα που άραζε το σκάφος του. Ναι, αυτό το σκάφος που δεν είχε, βολικά, αναφέρει στην Αγλαΐα, εκεί που πήγαινε με όλες τις Σάσες του γραφείου. Η κλήση αυτή του έφερε άλλες σκέψεις και συνδιαλέξεις με κάποιους ισχυρούς που θα τον βοηθούσαν σε εκείνο το σχέδιο για την offshore όταν θα έβαζε στο χέρι το παραδάκι. Η μέρα κύλησε με νοερά σχέδια για το μέλλον.

Μα η νύχτα ήταν και πάλι ταραγμένη. Στις δώδεκα ακριβώς, το ίδιο γαλαζωπό φως πέρασε από το τζάμι και πάλι ο Θανάσης σηκώθηκε. Το φεγγάρι ακόμα πιο μικρό. Στα κλαδιά του δέντρου απόψε χόρευε μια Αρσινόη αρματωμένη και τα άδεια της μάτια διαπέρασαν το καύκαλό του γεμάτα άγρια φλόγα.

«Την είδα και πάλι. Όπως ήταν ντυμένη αντάρτισσα. Άκου που σου λέω, νομίζω το πνεύμα της έχει στοιχειώσει το σπίτι», είπε η ανόητη η Αγλαΐα.

Αυτά τα ηλίθια βιβλία φταίγανε. Λογοτεχνία φαντασίας και τρόμου. Πόσο άχρηστη. Πόσο άσχημη, με τα καστανά μαλλιά της, βαρετά να πέφτουν στους ώμους της ξεχτένιστα, το τζιν και το μαβί πουλόβερ… ενώ η Σάσα, που δεν ασχολιόταν με αυτές τις βλακείες, ήταν πάντα φιγουρίνι. Την πήρε στο τηλέφωνο και μίλησαν λίγο… κυρίως για το τι φορούσε. Της είπε να πάρει το αμάξι της και να βρεθούν σε ένα απομονωμένο πολυτελές ξενοδοχείο με spa την μεθεπόμενη μέρα. Τουλάχιστον να ξαλεγράρει λιγουλάκι.

Στις δώδεκα καιροφυλακτούσε. Ήξερε σχεδόν σίγουρα πως η Αρσινόη θα ερχόταν να τον ταράξει και πάλι. Και να την με το χαρακτηριστικό χτένισμα των λαϊκών τραγουδιστριών του ’50 να στροβιλίζεται και μετά να κολλάει τη φασματική μούρη της στο τζάμι αυτή τη φορά γελώντας άηχα, αλλά ολοφάνερα μοχθηρά. Κωλόγρια! Θα σου φάω τα λεφτά μέχρι τελευταίο ευρώ, σκέφτηκε. Αλλά δεν κοιμήθηκε.

Η σκηνή του πρωινού με την γυναίκα του να εκθέτει σκέψεις για την Αρσινόη και το φάντασμά της επαναλήφθηκε και για μια ακόμα φορά κατάλαβε πόσο βαρετή είναι η Αγλαΐα, η οποία αμέσως μετά χώθηκε στα βιβλία της και άρχισε να μιλά στο skype με μια παράξενη κοκκινομάλλα φίλη της με ξενικό όνομα.

Το βράδυ εκείνο ο Θανάσης κουτούλαγε από τη νύστα. Μα στις δώδεκα, η σκιά και το νύχι του φεγγαριού στον ουρανό τον κράτησαν ξύπνιο. Η Αρσινόη να διαβάζει ένα βιβλίο και να χορεύει όλο και πιο άγρια στον άνεμο που δυνάμωνε νύχτα με τη νύχτα. Έπρεπε να κάνει κάτι για να ξεκουραστεί. Θα τον περίμενε η Σάσα το πρωί.

Έφυγε νωρίς χωρίς να δώσει πολλές εξηγήσεις στην Αγλαΐα που μιλούσε πάλι με την κοκκινομάλλα. Η ημέρα με τη Σάσα τον παρηγόρησε κάπως, αν και χρειάστηκες τριπλή δόση από το μπλε χαπάκι για να αποδώσει.

Εκείνο το βράδυ δεν υπήρχε φεγγάρι στον ουρανό. Η Αγλαΐα του είπε πως αποφάσισε να κάνει μια απόπειρα να μιλήσει με τη θεία Αρσινόη και να τη ρωτήσει γιατί εμφανίζεται στα όνειρά της. Μήπως χρειάζεται κάτι το πνεύμα της; Η κοκκινομάλλα φίλη της θα ερχόταν από τη Σπάρτη και θα έμενε στον ξενώνα του αρχοντικού. Ο ίδιος δεν είχε καμία διάθεση να τη συναντήσει κι έτσι πήγε να ξαπλώσει από νωρίς. Η Αγλαΐα είχε προμηθευτεί από το χωριό ένα σωρό παράξενα πράγματα, όπως χοντρό αλάτι, φασκόμηλο που το είχε δέσει με σπαγγάκι σε δεματάκια, καθώς κι ένα λιβανιστήρι και καρβουνάκια.

Ο ξενώνας ήταν ακριβώς από πάνω από την κάμαρα που είχε αποσυρθεί ο Θανάσης από τις εννιά αναπολώντας τις ώρες που πέρασε με τη Σάσα και βλέποντας βιντεάκια για να πάρει ιδέες για την επόμενη φορά.

Όταν χτύπησαν μεσάνυχτα το φασματικό φως και η σκιά ήταν πάλι παρόντα, μόνο που πλέον η μορφή της Αρσινόης δεν χόρευε ανάμεσα στα κλαδιά της βελανιδιάς. Αντίθετα είχε σταθεί ακίνητη στην άλλη πλευρά του τζαμιού και κοίταζε με αδειανά μάτια το Θανάση που στεκόταν χαμογελώντας χαιρέκακα. Το πρόσωπό της ήταν βλοσυρό και ήταν σαν να άλλαζε έκφραση και ηλικία, περνώντας από αυτήν της νεαρής με το καπελίνο, μετά της αντάρτισσας, ύστερα της τραγουδίστριας, τέλος της διανοούμενης με το βιβλίο, για να περάσει στιγμιαία από μέσα της η μορφή της συμβολαιογράφου, της μητέρας του, της πεθεράς του, της γυναίκας του, της Σάσας, ακόμα και της κοκκινομάλλας που φιλοξενούνταν στο υπερώο του αρχοντικού. Δεκάδες γυναίκες πέρασαν από μπροστά του, μορφές φασματικές, με μάτια που έλαμπαν άδεια, και συνάμα γεμάτα φωτιά. Ένα μουρμουρητό έφτασε στα αυτιά του, η φωνή της Αγλαΐας και της αλληνής – μωρέ πως τη λέγανε την «κάρχια». Φασκόμηλο που καιγόταν… Λιβάνι… Βοτάνια ευωδιαστά… Και ένα μουρμουρητό που δυνάμωνε. Όπως μαζί του δυνάμωνε και η φωτιά στα μάτια της μορφής που σε κάποια στιγμή σταθεροποιήθηκε στην Αρσινόη των αρχών της δεκαετίας του ’70 και με μια κίνηση πέρασε το τζάμι και βρέθηκε μούρη με μούρη με το Θανάση που σωριάστηκε στην πολυθρόνα ανίκανος να κινηθεί.

«Τα λεφτά…», ακούστηκε ένας ψίθυρος από το φάντασμα. «Τα λεφτά για τη ζωή σου…».

Ο Θανάσης έφερε το χέρι στο στήθος, στην αριστερή πλευρά, εκεί που συνήθως έβαζε το πορτοφόλι του. Μα το σακάκι του κρεμόταν φρόνιμα στο πορτ-μαντώ του ισογείου. Το φάντασμα, σαν να διάβασε τη σκέψη του κινήθηκε προς την πόρτα. Με μια υπεράνθρωπη προσπάθεια ο Θανάσης βρέθηκε του κλείνει το δρόμο. Μα η φασματική Αρσινόη κινήθηκε γοργά, πέρασε από μέσα του, παγώνοντας κάθε κύτταρό του. Ύστερα χάθηκε πίσω από την πόρτα που παρέμεινε πεισματικά κλειστή.

***

«Λυπάμαι, κυρία μου. Καρδιακή προσβολή. Ζωή σε σας», ανακοίνωσε ο γιατρός στην Αγλαΐα το επόμενο πρωί.
Ήταν ένας σαραντάρης με γοητευτικό χαμόγελο κι έσφιγγε δυνατά το χέρι της χήρας, προσπαθώντας να βρει λόγια παρηγοριάς. Η θητεία του στο δημόσιο νοσοκομείο τον είχε κάνει να νιώθει τον πόνο όσων χάνουν τους δικούς τους. Κρίμα που έχασε τον άντρα της τόσο νέα. Τόσο μελαγχολική, τόσο συμπαθητική, με τόσο έξυπνα μάτια.

«Η ιατροδικαστική έκθεση είναι έτοιμη. Υπερβολική δόση Viagra».
Το πρόσωπο της Αγλαΐας έδειξε έκπληξη, μα δεν είπε λέξη. Ο γιατρός κατάλαβε πως είχε κάνει γκάφα.
«Χρειάζεστε κάποια βοήθεια; Αν θέλετε…, ορίστε η κάρτα μου… Καλέστε με όποτε έχετε ανάγκη να μιλήσετε με κάποιον που να σας νιώσει».

Η Αγλαΐα χαμογέλασε. Ένιωσε το πρόσωπο της να ξεμουδιάζει. Ήταν η στιγμή που συνειδητοποίησε πως είχε χρόνια να χαμογελάσει σε κάποιον άντρα. Και πως τελικά δεν υπήρχε πράγματι κανένας λόγος να χαμογελά στο Θανάση. Ώστε Viagra… Χμμμ!

Η κοκκινομάλλα φίλη της, ξερόβηξε και γύρισε τάχα μου να βάλει στο σακίδιό της το βιβλίο που κρατούσε. Ο γιατρός πρόσεξε τον τίτλο: «Ιστορίες του Γκραν Γκινιόλ». Το χέρι του έσφιγγε ακόμα αυτό της Αγλαΐας. Σημαδιακό; Είχε ένα αντίτυπο στη βιβλιοθήκη του, δώρο από κάποιον φίλο. Ίσως να έπρεπε να το διαβάσει τελικά…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά