Διήγημα: “Παπιέ μασέ”, του Μιχάλη Μακρόπουλου

by Nyctophilia

Διαπράττονται τόσοι φόνοι, διαβάζουμε κάθε μέρα γι’ αυτούς, αλλά δεν υπάρχει σπανιότερο πράγμα απ’ το να γνωρίσεις κάποιον που ’χει σκοτώσει άνθρωπο. Ωστόσο, εγώ ξέρω έναν φονιά.  Τον βλέπω στον καθρέφτη κάθε πρωί, να βουρτσίζει τα δόντια του και να φτιάχνει τα μαλλιά του. Η όψη ενός φονιά είναι συνηθισμένη, δεν διαφέρει από οποιουδήποτε άλλου, εκτός ίσως αν σκύψεις πολύ κοντά, ως εκεί που το χνότο θαμπώνει το γυαλί. Το είδωλό σου στον καθρέφτη, τότε, με τη σειρά του καθρεφτίζεται στην κόρη του ματιού κι αυτή ξανά στο γυαλί, με το τριπλά καθρεφτισμένο είδωλό σου μέσα – και σε τούτο το φάντασμα του φαντάσματός σου ίσως δεις την όψη του φονιά, μικρή και σκληρή σαν κουκούτσι, και πιο αληθινή από κείνη τη μάσκα που αποκαλείς πρόσωπο και κάθε μέρα της βουρτσίζεις τα δόντια και της φτιάχνεις τα μαλλιά.

Πάντοτε, από μικρός που ήμουν, μου άρεσαν οι μάσκες. Μου φαινόταν πως αυτός που τη φοράει γίνεται όλος η μάσκα. Έφτανε να φορέσεις ένα πλαστικό κακομπογιατισμένο πράγμα, αγορασμένο απ’ το ψιλικατζίδικο, και μεμιάς γινόσουν ένα από τα τρία γουρουνάκια ή ο κακός λύκος. Και υπήρχε σε τούτο ένα αναγάλλιασμα και μια απογοήτευση. Έλεγα «θα φυσήξω, θα φυσήξω, το σπιτάκι σου θα ρίξω», και φούσκωνα τότε όλος, έβγαζα τρίχες κι ουρά, τα αφτιά μου γίνονταν λυκίσια, τα δόντια μου κοφτερά, μα ύστερα με πρόδιδε το εξάχρονο σώμα μου και τα δοντάκια μου, που κάποια ήταν ακόμα οι μωρουδίστικοι γαλαξίες.

Όμως πάντα, όποτε έπιανα στα χέρια μου μια μάσκα και τη φορούσα, υπήρχε εκείνη η μαγική στιγμή της μεταμόρφωσης, που έπαυα να είμαι εγώ και γινόμουν ζώο ή τέρας.

Είχα αποφασίσει να γίνω ζώο τώρα. Ήμουν πολύ μεγάλος πλέον, για να παραστήσω το τέρας. Στα τέρατα υπάρχει πάντοτε μια αθωότητα που ταιριάζει στα παιδιά, ενώ, φορεμένη στο κυνικό πρόσωπο ενός πενηντάρη, δείχνει αταίριαχτη.

Το πάρτι ήταν αυστηρά μασκέ και θα ’φτιαχνα τη δική μου μάσκα. Φούσκωσα ένα μπαλόνι, έκοψα εφημερίδα σε λουρίδες κι άρχισα να τις βουτάω σ’ αραιωμένη ξυλόκολλα, βάζοντας στρώσεις πάνω στο μπαλόνι και πλάθοντάς τες, δίνοντάς τους σιγά σιγά μορφή· ώσπου έφτιαξα μια μουτσούνα φρύνου, αποκρουστική κι αστεία. Την άφησα να στεγνώσει, ύστερα έσκασα το μπαλόνι και μπογιάτισα τη μάσκα με νερομπογιές, με χρώματα όσο γινόταν πιο αφύσικα και φανταχτερά, σαν πρόσωπο ζωγραφισμένο από τον Ένσορ.

Όταν φόρεσα τη μάσκα και κοιτάχτηκα στον καθρέφτη, θυμήθηκα τον Άνεμο στις ιτιές, ένα βιβλίο που μου ’χε αρέσει όταν ήμουν παιδί, και είπα ότι δεν θα πήγαινε άλλο ντύσιμο με το βατραχίσιο μου πρόσωπο, εκτός από κουστούμι και παπιγιόν. Γυάλισα τα λουστρίνια μου, να μη φαίνεται ούτε τοσηδά θαμπάδα ή βρόμα. Το είχα ανέκαθεν αυτό: όσο αγαπούσα τις μάσκες, άλλο τόσο δεν άντεχα τα βρόμικα παπούτσια.

Το πάρτι είχε ήδη αρχίσει, όταν ο κουστουμαρισμένος φρύνος μπήκε στητός, κομψός, μαζί γελοίος και σοβαρός, κι ανακατεύτηκε με τους άλλους καλεσμένους. Υπήρχαν μερικά ζώα ακόμα: ένας ποντικός, μια γάτα, ένας πετεινός, μια κουκουβάγια – αλλά ολονών η μάσκα έδειχνε παράταιρη μ’ αυτόν ή αυτήν που τη φορούσε.

Μια μάσκα είναι σαν θεότητα μίας χρήσης: για να είσαι ό,τι είναι, πρέπει όσο τη φοράς να την πιστεύεις. Αλλά ο Ποντικός κι ο Πετεινός δεν πίστευαν ότι ήταν ποντικός και πετεινός· έτσι οι μάσκες τους, όσο κι αν ήταν καλοφτιαγμένες, έδειχναν ψεύτικες και στραβοφορεμένες.

Ενώ εγώ, με βατραχίσια υπεροψία, τριγυρνούσα από δωμάτιο σε δωμάτιο, ανάμεσα στους μασκαράδες, κι ο χαρτονένιος ζωγραφιστός φρύνος μισογινόταν ξανά άνθρωπος μόνο όταν σήκωνα λίγο τη μάσκα για να πιω μια γουλιά ή να φάω μια μπουκιά.

Παραμέριζα παραπετάσματα από σερπαντίνες κι έπλεα μες στη μουσική, ανάμεσα σε γέλια και κουβέντες. Τώρα είχα πιει ένα ποτηράκι παραπάνω κι ένιωθα άυλος, σαν νότα που με το που ακουγόταν έσβηνε, κι αβαρής σαν τον καπνό που ξετυλιγόταν απ’ το τσιγάρο στα δάχτυλα μιας κολομπίνας. Κι έπειτα την είδα, σε μια γωνία στο τελευταίο δωμάτιο. Στεκόταν εκεί και μίλαγε με έναν ανάποδο κένταυρο, που το κορμί του ήταν ανθρώπινο και το κεφάλι του αλογίσιο – ένα παράλογο πλάσμα, ταιριαστό με τον ανόητο που νόμιζε πως η ανοησία του κρυβόταν κάτω απ’ την αλογίσια μούρη. Όμως άλλη μεταμφίεση σαν εκείνης δεν είχα ξαναδεί. Από το λαιμό και κάτω ήταν μια όμορφη και καλοντυμένη γυναίκα, αλλά η μάσκα της ήταν ένα με το πρόσωπό της, και ντράπηκα για τη δική μου χάρτινη μουτσούνα, που πρωτύτερα τη φορούσα με τόσο καμάρι. Η όψη της ήταν μαζί γυναίκας και νυχτερίδας, σκεπασμένη παντού με μεταξένια τρίχα: στα μάγουλα, στο μέτωπο. Τα μυτερά της αφτιά ήταν καλυμμένα κι αυτά με βελούδινο τρίχωμα. Μιλούσε ανοίγοντας τα χείλη της μία ιδέα μονάχα. Στα μάτια της οι κόρες ήταν αστραφτερός οψιδιανός και το ασπράδι ίσα που φαινόταν στις άκρες τους. Ήταν τόσο φαρδιές και στιλπνές, αυτές οι κόρες, ώστε κι από τόσο μακριά μου φάνηκε πως με είδα γελοίο μέσα τους, όπως κοιτούσα από τις τρύπες στη μάσκα μου.

Τριγύρισα λιγάκι από δωμάτιο σε δωμάτιο, πατώντας πάνω σε μουλιασμένες σερπαντίνες, σπρώχνοντας γυμνούς γυναικείους ώμους και κουστουμαρισμένους αντρικούς για να περάσω, και πίνοντας κι άλλο ποτό κι ας είχα ήδη ζαλιστεί με το προηγούμενο. Τελικά μάζεψα όλο το μεθυσμένο μου κουράγιο και γύρισα να τη βρω. Ίσα που πρόφτασα – την είδα να φεύγει με τον αλογοκέφαλο, που τώρα είχε αποφασίσει να ξεμασκαρευτεί κι είχε παραμάσχαλα στο σακάκι του το αλογίσιο του κεφάλι. Ήταν ανόητος κι άσχημος όπως τον είχα φανταστεί. Με το άλλο του χέρι την κρατούσε αγκαζέ.

Περίμενα ένα λεπτό, ύστερα έβγαλα τη μάσκα μου και, βαστώντας την, τους ακολούθησα στους νυχτερινούς δρόμους, από γωνία σε γωνία, μ’ αυτούς να στρίβουν μία στιγμή προτού τους χάσω, μια φευγαλέα εικόνα πάντα: εκείνου με το σκούρο του κουστούμι και με τη μάσκα του αλόγου ν’ ασπρίζει στη μασχάλη του, μες στο σκοτάδι, κι εκείνης με το φόρεμά της να ’ναι ένα σκοτεινό κυμάτισμα, με τους ώμους της λευκούς και με μια αχνή άλω να ντύνει τη βελουδένια γούνα στο κεφάλι της. Κι όταν τους έχανα, ξετυλιγόταν πίσω τους σαν σχοινί ως εμένα η φωνή του. Δεν έπαυε να της μιλά, ενώ εκείνης τη φωνή δεν την άκουσα ούτε μία φορά· τον παρακολουθούσε άλαλη.

Ώσπου κάποια στιγμή η φωνή του έπαψε ξαφνικά ν’ ακούγεται, κι όταν έστριψα στη γωνία δεν τους είδα κι ας ήταν το επόμενο σταυροδρόμι πολύ πέρα και δεν θα μπορούσαν να είχαν φτάσει ως εκεί – θαρρείς και τους είχε καταπιεί το σκοτάδι, η νύχτα.

Έτρεξα και παραλίγο να τους προσπεράσω· τους είδα με την άκρη του ματιού σε μια χωστή είσοδο. Ήταν κολλημένοι πάνω στην πόρτα, αγκαλιασμένοι, και τ’ άσπρο κεφάλι του αλόγου ήταν πεσμένο χάμω, στα πόδια τους, ανάμεσα σε σκουπίδια που ’χε παρασύρει ο άνεμος και τα είχε μαζέψει σ’ εκείνη τη βαθιά εσοχή.

Και τότε αυτή γύρισε και με κοίταξε. Είδα τα μάγουλα και το πιγούνι της μες στα αίματα, τη μεταξένια τρίχα της «μάσκας» να κολλάει απ’ το αίμα, και για πρώτη φορά τότε, γιατί ’χε τραβηγμένα τα χείλη, είδα τα λεπτά και μυτερά της δόντια, σαν σταλακτίτες και σταλαγμίτες μέσα σ’ εκείνη τη σπηλιά που ήταν το στόμα της. Ο άντρας, με το πρόσωπό του καταξεσκισμένο, γλίστρησε σιγά σιγά και κουλουριάστηκε πλάι στο αλογίσιο κεφάλι.

Το πλάσμα έκανε ένα βήμα προς το μέρος μου και τότε πρωτάκουσα τη φωνή του. Απ’ όσους ήχους έχω ακούσει, ήταν ο πιο όμορφος κι ο πιο σπαραχτικός. Και σ’ εκείνο το τρομερό, ματωμένο πρόσωπο, στα μάτια του, αντίκρισα κάτι πληγωμένο κι απροστάτευτο που θα το δει κανείς μονάχα σε ένα παιδί ή ένα ζώο που πονά πολύ. Ήταν σαν να μου ζητούσε να το ανακουφίσω, ήξερα πως μου ζητούσε αυτό ακριβώς, μα δεν μπορούσα να το κάνω έχοντας το δικό μου πρόσωπο, γι’ αυτό ξανάβαλα τη μάσκα και, ένας φρύνος ξανά, με κουστούμι, παπιγιόν και λουστρίνια, έσφιξα κι έσφιξα τα χέρια μου γύρω από το λαιμό της – απ’ το λαιμό του.

Έτσι σκότωσε ο γελοίος βάτραχος αυτό το πιο θεσπέσιο πλάσμα που έχω ποτέ δει, κι όποτε βουρτσίζω έκτοτε στον καθρέφτη τα δόντια μου και φτιάχνω τα μαλλιά του, το μικροσκοπικό είδωλο του ειδώλου, που βλέπω στις καθρεφτισμένες μου κόρες, είναι εκείνος ο μπογιατισμένος φρύνος από παπιέ μασέ.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Μιχάλης Μακρόπουλος γεννήθηκε στην Αθήνα το 1965 και σπούδασε βιολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έζησε εννέα χρόνια στη Θεσσαλονίκη. Πλέον κατοικεί στη Λευκάδα με τη σύζυγό του και με τα δυο τους παιδιά, και περνά μεγάλα διαστήματα στο Δελβινάκι Πωγωνίου στην Ήπειρο.

Εργάζεται ως μεταφραστής λογοτεχνίας από τα αγγλικά και τα γαλλικά (έχοντας μεταφράσει αρκετά έργα των Ernest Hemingway, Truman Capote, F.S. Fitzgerald, John Steinbeck, Ray Bradbury, Stephen King, Saul Bellow, Richard Powers, Michel Faber, Antoine de Saint-Exupery, Martin Amis, κ.ά.).

Έχει εκδώσει τα βιβλία για ενήλικες: “Η θλίψη στα μάτια του ποντικού”, Οδυσσέας 1996, “Η Ιουλία είχε ένα πόδι”, Οδυσσέας 1998, “Ιστορίες για μικροσκοπικά και γιγαντιαία πλάσματα”, Οξύ 2000, “Το τέρας και ο έρωτας”, Εστία 2002, “Η μαγική εκδρομή”, Εστία 2005, “Το τέλος του ταξιδιού”, Εστία 2006, “Η άδεια καρέκλα”, Καστανιώτης 2007, “Σπουργίτω και Γράχαμ”, Γιάννης Πικραμένος, 2012, “Οδοιπορικό στο Πωγώνι” (κείμενα, φωτογραφίες), Fagotto, 2013, “Το δέντρο του Ιούδα”, Κίχλη, 2014, καθώς και πέντε βιβλία για παιδιά. Κείμενα και κριτικές του δημοσιεύονται σε διάφορα περιοδικά (diastixo.gr, “Φρέαρ”, κ.ά.). Εργάζεται ως μεταφραστής λογοτεχνίας.

Cover art: “Dangers of the Deliria” by Adele Mildred

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά