Επισκοπόπουλος – Βουτυράς: Πρώιμα δείγματα τρόμου & φαντασίας στη νεοελληνική λογοτεχνία

by Nyctophilia

Όπως είναι γνωστό, οι απαρχές της ελληνικής λογοτεχνίας, που εντοπίζονται στα ομηρικά έπη και την αρχαία δραματουργία, βρίθουν στοιχείων φανταστικού και τρόμου, τα οποία με τη σειρά τους αντλούνται από την αστείρευτη πηγή της αρχαίας ελληνικής μυθολογίας. Επιπλέον, η πρώτη ουτοπική κοινωνία που σχεδίασε η δημιουργική φαντασία ενός συγγραφέα δεν είναι άλλη από την Πολιτεία του Πλάτωνα, ενώ ο ελληνικής καταγωγής συγγραφέας του 2ου αιώνα μ.χ. Λουκιανός ο Σαμοσατεύς έγραψε αυτό που θεωρείται σαν το πρώτο μυθιστόρημα επιστημονικής φαντασίας (Η αληθής ιστορία). Επίσης, πολλά φανταστικά στοιχεία συναντιούνται και στις Μούσες του Ησίοδου, στα Αργοναυτικά του Απολλώνιου του Ρόδιου, στη Φυλλάδα του Μεγαλέξανδρου και άλλα έργα της ελληνικής πρώιμης και ύστερης αρχαιότητας.

Νικόλαος Επισκοπόπουλος
(29 Απριλίου 1874 – 22 Μαρτίου 1944)

Από αυτά τα παραδείγματα είναι φανερό ότι στην Ελλάδα υπήρχαν οι βάσεις για να καλλιεργηθεί μια σημαντική λογοτεχνία των ειδών που σήμερα απαρτίζουν αυτό που αποκαλείται λογοτεχνία του φανταστικού. Καταλυτικό ρόλο στην αποτροπή αυτής της εξέλιξης -παρά την καλλιέργεια του δημοτικού τραγουδιού που έβριθε φανταστικών στοιχείων- έπαιξαν η άλωση της Κωνσταντινούπολης και η μακρόχρονη σκλαβιά που ακολούθησε, η σχεδόν αποκλειστική εστίαση στον θρησκευτικό λόγο κατά τα μεσαιωνικά χρόνια και η μετέπειτα κυριαρχία της ηθογραφίας που είχε ως αποτέλεσμα να χαρακτηρίζεται παραλογοτεχνία κάθε έργο που εστιάζει στο φανταστικό. Η συνέπεια όλων αυτών ήταν να εντοπίζονται μόνο λίγα περιστασιακά δείγματα λογοτεχνίας του φανταστικού στην ελληνική λογοτεχνία μέχρι τα μέσα του προηγούμενου αιώνα. Δύο από τις λιγοστές περιπτώσεις Ελλήνων συγγραφέων που ασχολήθηκαν, έστω περιστασιακά, με αυτά τα είδη αποτελούν ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος και ο Δημοσθένης Βουτυράς.

Ο Νικόλαος Επισκοπόπουλος (1874-1944) ήταν πεζογράφος και κριτικός που ξεκίνησε την σταδιοδρομία του στην Ελλάδα και συνέχισε στη Γαλλία γράφοντας με το ψευδώνυμο Νικολά Σεγκύρ (Nicolas Ségur), όπου καθιερώθηκε ως σημαντικός μυθιστοριογράφος. Η ελληνική του περίοδος περιλαμβάνει αποκλειστικά διηγήματα στα οποία κυριαρχεί ο λυρισμός και ο αισθησιασμός που τον απομακρύνουν από τον κυρίαρχο τότε ηθογραφικό νατουραλισμό και τον καθιστούν, ίσως, τον πρώτο εκπρόσωπο του ρεύματος του αισθητισμού στην Ελλάδα. Σε αρκετά απ’ αυτά τα κείμενα, τα οποία ο ίδιος ονόμασε «Τρελλά διηγήματα» και περιλαμβάνονται στο βιβλίο Τα διηγήματα του δειλινού, φαίνεται έντονα επηρεασμένος από συγγραφείς όπως ο Πόου και ο Μωπασάν.

Ο σκοτεινός κόσμος αυτών των ιστοριών, με ασυνήθιστη για τα ως τότε εγχώρια δεδομένα θεματολογία και μια ζωντανή καθαρεύουσα, είναι γεμάτος εφιαλτικά οράματα, λυρικά παραληρήματα και εικόνες φρίκης και αποτέλεσε σίγουρα κάτι καινούργιο για την ελληνική λογοτεχνία των τελών του 19ου αιώνα- «έκρηξη βόμβας» το αποκάλεσε ο Παύλος Νιρβάνας. Η ερωτική παραφροσύνη, οι μεταθανάτιες εμπειρίες, η αφύπνιση του ζωώδους ενστίκτου της αυτοσυντήρησης και η σύγχυση των ορίων ονείρων και πραγματικότητας είναι μερικά από τα θεματικά του μοτίβα. Μερικά χαρακτηριστικά δείγματα:

Είς τα διατετριμμένα μέχρι ρήξεως νεύρα μου η παραφορά και η λύσσα, και η ιδέα του εγκλήματος εκορυφώθησαν. Η λάμψις εκείνη η ζωώδης των οφθαλμών της, και η αναισθησία της με κατέστησαν έκφρονα. Η μουσική καταιγίς εξηκολούθει πάντοτε, πυρετώδης, διακεκομμένη, με εξάρσεις νευρικάς, αποτόμους… Όρμησα έκφρων και την έδραξα εκ του λαιμού διά των δύο μου χειρών, και την έσφιγγα, την έσφιγγα μανιώδης, ενώ διά των οδόντων μου έδακνον μετά λύσσης, απέσπων την ξανθήν της κόμην· και προσήγγιζον το πρόσωπόν μου εις το πρόσωπόν της, και παρηκολούθουν μετ’ ανακουφίσεως υψίστης την αγωνίαν της, τους οφθαλμούς, οίτινες έχανον επί τέλους την γοητείαν των, εγίνοντο αιματώδεις, εξήρχοντο των κογχών, μου επροξένουν διά πρώτην φοράν αηδίαν, και τα χείλη της κυανά τώρα και εξογκωμένα… και όλου του προσώπου της την αγωνιώδη διαστροφήν η οποία μοι απέδιδε την ελευθερίαν, με ελύτρωνε διά παντός…

(Aπό το διήγημα Ut diese mineur, 1893)

Ήμην νεκρός. Ελευθέρα πλέον η συνείδησις του εγώ, η δύναμις η ζωτική, όλον το ενσυνείδητον ον απέπτη εις τον αιθέρα ανακουφισθέν, και ταχύπτερον ως αερόστατον του οποίου απερρίφθη όλον το έρμα, και ως αιθήρ και αυτό λεπτοφυής και ελαφρός, περιΐπτατο περί την ύλην. Εν τη καταστάσει εκείνη τη σχεδόν αΰλω και πνευματική, αι αισθήσεις έλαβον διαύγειαν άλλην υπεργήϊνον, καθαράν, και η εκ του περιβάλλοντος αντίληψης ήρχετο τώρα οξεία και λεπτομερής και ουδέν, ουδέν των περί εμέ, ορατών ή αοράτων διά τας ενσωματωμένας ψυχάς, μοι διέφευγεν.

(Aπό το διήγημα Ζωή μετά θάνατον, 1894)

Εκείνος έβλεπε προς τα εμπρός φρίσσων, το πρόσωπον όλον διεστραμμένον υπό του δέους. Εις τα βάθη του μελανού ορίζοντος τα δένδρα εκινούντο περισσότερον, συνηνούντο, επλησίαζον ολονέν. Και ησθάνθη ισχυρόν ρίγος καθ’ όλον του το σώμα όταν είδε μυριάδας οφθαλμών ν’ απαστράπτωσι και πλήθος κεφαλών να αναφαίνωνται παρασυρόμεναι υπό του ερυθρού ρεύματος. Ήσαν κεφαλαί βοών, με τους μεγάλους τους τεράστιους υελώδεις οφθαλμούς ηνεωγμένους απειλητικώς με το ρύγχος χαίνον, τον λαιμόν αιμοστάζοντα και αγέλας προβάτων λευκαζόντων εντός της αιματηράς ανταυγείας και άλλαι ζώων αγέλαι με την έκφρασιν τραγικήν, με τα πρόσωπα συνεσπασμένα και τα βλέμματα φοβερά.

(Aπό το διήγημα Εφιάλτης, 1894)
Δημοσθένης Βουτυράς
(1872 – 27 Μαρτίου 1958)

O Δημοσθένης Βουτυράς (1872-1958) θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους Έλληνες διηγηματογράφους του πρώτου μισού του 20ου αιώνα. Ασχολήθηκε με πολλά πεζογραφικά είδη, από το κοινωνικό δράμα και τον ψυχολογικό ρεαλισμό- κάποιοι κριτικοί τον αποκάλεσαν «Έλληνα Μαξίμ Γκόρκι»- μέχρι την σάτιρα και την φανταστική λογοτεχνία. Όσον αφορά στην τελευταία θα μπορούσε να χαρακτηριστεί και ως «Έλληνας Έντγκαρ Άλαν Πόου», καθώς, όπως υποστήριξε ο πεζογράφος και ποιητής Πάνος Ταγκόπουλος, αρκετά διηγήματα του συγγενεύουν με την παραδοξολογία και τον Φρικιασμό των Πόου και Ουέλς, ενώ μεταξύ άλλων έγραψε και την νουβέλα Από τη Γη στον Άρη, που θεωρείται το πρώτο σύγχρονο πεζογράφημα επιστημονικής φαντασίας στα ελληνικά.

Στις ιστορίες του που χαρακτηρίστηκαν ως «μαύρες» κυριαρχεί μια υποβλητική σκοτεινή εικονοποιία και μια παραισθητική ατμόσφαιρα όπου η φαντασία σμίγει με την πραγματικότητα μέσω μιας συχνά ποιητικής γλώσσας. Η εξερεύνηση ενός διαταραγμένου μυαλού, οι εκδικητικές εμμονές των ηρώων για την απονομή δικαιοσύνης, οι προκαταλήψεις και οι δεισιδαιμονίες των ανθρώπων της υπαίθρου και οι λαβυρινθώδεις διαδρομές του κόσμου των ονείρων είναι τα βασικότερα θεματικά μοτίβα των ιστοριών του. Μερικά χαρακτηριστικά δείγματα, που περιλαμβάνονται στην ανθολόγηση με τίτλο Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες:

Κάθισε και με κοίταξε με τα θαμπά μάτια του, τα θαμπά μάτια του τα δακρυσμένα, πίσω απ’ τα μεγάλα γυαλιά του. Κι ήταν κάτασπρος, μουστάκια, γένια. Ειχε όμως ακόμα το γένι κομμένο, όπως άλλοτε. Είπα και του ‘φεραν κρασί. Το πήρε και το ‘πιε μεμιάς. Παρατήρησα πως κι αυτός έβγαζε τη μυρουδιά του τάφου που ανοίγουνε, του πεθαμένου που άλιωτος ακόμα βρίσκεται μέσα.

-Ας είναι! είπε με αναστεναγμό. Τι κακά έκανα που ‘φυγα! Και μήπως δε μου το ‘πε καποιος, όταν ήρθα δω; Μου είπε: «Φεύγα τώρα που είναι καιρός ακόμα, φεύγα, γιατί σε όχι πολύ δε θα μπορείς πια! Φεύγα, γιατί θα πάθεις και συ απ’ την αρρώστια που δέρνει όλους εδώ μέσα σ’ αυτή την πόλη! Έχει αυτή η πόλη κάποια κατάρα. Αυτό το μέρος είναι καταραμένο…» Έτσι μου ‘πε, αλλ’ εγώ δεν τον άκουσα, συρμένος από κάποιο κέρδος. Μετά από λίγο καιρό όμως μου ήταν αδύνατο να φύγω, όσο κι αν είχα επιθυμία! Αδύνατο! Όσο κι αν έβλεπα ότι εδώ οι άνθρωποι σαπίζουν, και γερνούν πριν την ώρα τους, μου ήταν αδύνατο να φύγω. Ήμουνα σα να είχα δεθεί με το μέρος αυτό…

(Aπό το διήγημα Η πόλη της κατάρας, 1921)

Βγήκε στην ταράτσα, δεν έκανε ψύχρα. Ο καιρός ήταν υγρός. Είδε το βουνό τ’ αντικρινό και του φάνηκε όμοιο με γίγαντα, Τιτάνα, αντίπαλο των θεών, που κοιτότανε νεκρός, και τη σελήνη, που πάνω του φαινόταν να ‘ναι, μέσα σ’ έναν ουρανό, μαύρο, θολό, έλαμπε ξεβαμμένη, χλωμή, σα λαμπάδα πένθιμη, θανάτου! Και του φάνηκε κι έτσι παράξενα, πως έμοιαζε η νύχτα αυτή με κάποιες άλλες νύχτες πριν της Δημιουργίας του ανθρώπου, που θα φώτιζε η σελήνη αλλόκοτα τέρατα μέσα σε τέλματα μαύρα να κινούνται… Μπήκε μέσα κι έγειρε στο κρεβάτι. Σε λιγο άκουσε τον άνεμο να βογκά έξω. Η νύχτα η ήσυχη είχε χαλάσει.

(Aπό το διήγημα Τροφή στο θάνατο, 1922)

Λησμόνησα που βρισκόμουνα, σαν να κοιμήθηκα βαριά, να με πήρε ο ύπνος δίχως όνειρα. Και όταν συνήρθα, κοίταξα τους συντρόφους μου. Αλλά τους είδα σβηστούς, σβηστούς μέσα σε κείνο το μικρό φως, και η ματιά μου πέρασε απ’ τα σώματά τους στην άλλη μεριά… Και η βάρκα έτρεχε γρήγορα, γλιστρούσε στα νερά χωρίς θόρυβο, και πάντα με φουσκωμένο πανί. Και το τιμόνι να κουνιέται κάποτε σα μόνο του να διεύθυνε τη βάρκα.

(Aπό το διήγημα Πού πηγαίναμε; 1923)

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Βουτυράς, Δ. (2009), Το καράβι του θανάτου και άλλες ιστορίες (Επιμ. Τσοκόπουλος, Β.), Αθήνα
Επισκοπόπουλος, Ν. (1989), Τρελλά Διηγήματα (Συμβ. εκδ. Αναγνωστάκης, Μ.), Αθήνα.
Πανώριος, Μ. (1987), Το ελληνικό φανταστικό διήγημα Τόμος Α, Αθήνα.

ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ

Ο Βαγγέλης Παπαδιόχος γεννήθηκε το 1986 και κατάγεται από το Αλιβέρι Ευβοίας. Σπούδασε οικονομικά, δημόσια διοίκηση και σκηνοθεσία κινηματογράφου. Εργάζεται ως δημόσιος υπάλληλος. Έχει εκδώσει δύο συλλογές διηγημάτων («Λαθρεπιβάτες»- εκδ. Οσελότος, 2018 και «Σκοτεινά δωμάτια»- εκδ. Συμπαντικές διαδρομές, 2019).

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά