Η πραγματική ιστορία του «κουτιού Ντιμπούκ»

by Διονύσης Φράγκος

Τα κουτιά Ντίμπουκ ή Ντιμπούκ λέγεται πως πρόκειται για στοιχειωμένα ή καταραμένα κουτιά. Οι ιστορίες παραφυσικών δραστηριοτήτων γύρω από τα κουτιά αυτά και το κακό που προκαλούν στους κατόχους τους είναι άπειρες και συνεχίζουν να αυξάνονται. Το Ντίμπουκ ή Ντιμπούκ από το οποίο πήραν και το όνομα τους, είναι ένα κακόβουλο πνεύμα κάποιας χαμένης ψυχής, η οποία αντί να εισέλθει στην άλλη πλευρά παγιδεύεται σε κάποιο αντικείμενο και μένει εκεί μέχρι κάποιος να το ελευθερώσει.

Αναρίθμητα είναι τα βίντεο που κυκλοφορούν πλέον στο διαδίκτυο με άτομα που ανοίγουν υποτιθέμενα τέτοια κουτιά και καταγράφουν φαινόμενα που προκαλούνται γύρω τους μετά το άνοιγμα τους. Τι συνέβη όμως για να έρθουν στην επιφάνεια αυτά τα αντικείμενα;

Όλα ξεκίνησαν το Σεπτέμβριο του 2001 όταν ένας άντρας ονομαζόμενος Κέβιν Μάνις ανέβασε ένα τέτοιο κουτί στο E-Bay. Το κουτί αυτό αργότερα αγοράστηκε από έναν φοιτητή στο Μισούρι, όπου κι αυτός με τη σειρά του το έβαλε για πώληση, για να καταλήξει στα χέρια του Τζέισον Χάξτον, διευθυντή του Μουσείου Φαρμακευτικής Οστεοπαθητικής του Πανεπιστημίου Α.Τ Στιλ. Ο Χάξτον φρόντισε και αυτός να το πουλήσει αρκετά σύντομα, γράφοντας βιβλίο με όσα βίωσε όσο είχε εκείνο το κουτί κρασιού στη διάθεση του, «Το κουτί Ντιμπούκ». Τέλος το κουτί κατέληξε στα χέρια του Ζακ Μπάγκανς, ο οποίος το αγόρασε από τον Χάξτον. Γιατί όμως ο Μάνις μπήκε στη διαδικασία να το πουλήσει αρχής εξαρχής; και γιατί άλλαξε τόσους ιδιοκτήτες;

Το «κουτί» στα χέρια του Κέβιν Μάνις

Ο Μάνις αγόρασε ένα ντουλάπι κρασιού από μια ρευστοποίηση αντικειμένων μιας γυναίκας από το Πόρτλαντ που πέθανε σε ηλικία 103 ετών. Ο Κέβιν προσφέρθηκε να το επιστρέψει στην εγγονή της νεκρής αφότου το είχε αγοράσει, αλλά εκείνη επέμεινε να το κρατήσει λέγοντας του ότι η γιαγιά της το κρατούσε πάντοτε κρυμμένο και δεν άφηνε κανέναν να το ανοίξει. Ο Κέβιν το πήρε μαζί του στο κατάστημα αναπαλαιώσεων που διατηρούσε και το έβαλε στο υπόγειο. Μια μέρα, ενώ έλειπε έξω για δουλειά, δέχθηκε ένα τηλεφώνημα από έναν από τους υπαλλήλους λέγοντας του πως ακούει κάποιον να βρίζει και να σπάει πράγματα στο κατάστημα. Ο Μάνις επέστρεψε για να βρει τα φώτα του υπογείου σπασμένα και το δωμάτιο να έχει μια βαριά δυσάρεστη οσμή ούρων γάτας. Ο υπάλληλος μετά από αυτό το περιστατικό παραιτήθηκε και δεν ξαναγύρισε εκεί.

Το δώρο που δεν ήθελε κανείς

Όταν ο Κέβιν πήρε στα χέρια του το κουτί αποφάσισε να μην το αναπαλαιώσει αλλά απλά το καθάρισε. Θα το έδινε στη μητέρα του σαν δώρο γενεθλίων. Το μεσημέρι έχοντας πάει σε ένα εστιατόριο για φαγητό με τη μητέρα του, αφού της είχε δώσει το δώρο συνέβη κάτι απρόσμενο.

Ο Κέβιν χρειάστηκε να κάνει ένα τηλεφώνημα και απομακρύνθηκε από το τραπέζι για λίγο. Τότε ένας από τους σερβιτόρους τον πλησίασε για να τον ειδοποιήσει πως κάτι δεν πήγαινε καλά με τη μητέρα του. Επιστρέφοντας στη θέση του βρήκε τη γυναίκα να κάθεται στην καρέκλα, ανέκφραστη, κλαίγοντας και δεν ανταποκρινόταν στο περιβάλλον γύρω της. Μεταφέρθηκε αμέσως στο νοσοκομείο όπου διαγνώσθηκε πως υπέστη εγκεφαλικό επεισόδιο και έχασε την ικανότητα να μιλά για αρκετό διάστημα. Εκείνη την περίοδο χρησιμοποιούσε έναν πίνακα και με τη βοήθεια των συλλαβών του μπορούσε να επικοινωνήσει. Όταν ρωτήθηκε πως αισθανόταν, συλλάβισε τις λέξεις «Όχι, δώρο» και  όταν ο γιος της, της είπε πως θα της έδινε ένα δώρο, τόνισε τις λέξεις «Μίσος, δώρο».

Ο Μάνις μετά από αυτό το έδωσε στην αδερφή του, η οποία το κράτησε για μια εβδομάδα και ύστερα το επέστρεψε στον Κέβιν. Μιας και δεν ήθελε να το κρατήσει ο ίδιος το έδωσε στον αδερφό του, ο οποίος όμως το επέστρεψε κι εκείνος μετά από τρεις μέρες λέγοντας πως σε εκείνον μύριζε γιασεμί αλλά η γυναίκα του επέμενε πως μύριζε άσχημα σαν ούρα γάτας. Έχοντας το για ακόμα μια φορά στα χέρια του το δωρίζει στην κοπέλα του, που κι αυτή σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα του ζήτησε να το πουλήσει. Το κουτί πωλήθηκε τελικά σε ένα ζευγάρι ηλικιωμένων, αλλά όχι για πολύ. Τρεις μέρες αργότερα το βρήκε και πάλι μπροστά από το μαγαζί του με ένα σημείωμα αυτή τη φορά, «Αυτό έχει κάτι κακό και σκοτεινό.»

Η σκοτεινή επίδραση του «κουτιού»

Μην ξέροντας τι να κάνει ο Κέβιν το πήρε στο σπίτι μαζί του και τότε ήταν που άρχισε να έχει εφιάλτες. Πάντα ξεκινούσαν με εκείνον να περπατά με έναν καλό φίλο στο πλάι του, αλλά όταν γυρνούσε να τον κοιτάξει στα μάτια, έβλεπε κάτι κακό να τον κοιτάζει, ο φίλος του άλλαζε σε μια αποτρόπαιη δαιμονική γριά που τον έδερνε.  Όταν ξυπνούσε είχε μελανιές και σημάδια από την επίθεση που δεχόταν στον ύπνο του. Έτσι φώναξε τα αδέλφια του να μείνουν τη νύχτα μαζί του κι είχαν όλοι τον ίδιο εφιάλτη. Αργότερα η κοπέλα του, του αποκάλυψε πως είχε κι εκείνη τον ίδιο εφιάλτη όταν της έδωσε το κουτί. Ο Μάνις άρχισε να βλέπει σκιερά πλάσματα στο σπίτι, τα οποία έβλεπαν όμως και οι επισκέπτες του.

Ανήσυχος πλέον αποφάσισε να τοποθετήσει το κουτί σε μια αποθήκη έξω από το σπίτι, αλλά, μετά από λίγο άρχισε να χτυπά ο συναγερμός φωτιάς της. Όταν πήγε για να ελέγξει δεν υπήρχε καπνός παρά μόνο αυτή η έντονη δυσάρεστη μυρωδιά των ούρων γάτας. Το πήρε πίσω στο σπίτι και άρχισε να ψάχνει στο διαδίκτυο για πληροφορίες σχετικά με το κουτί. Αποκοιμήθηκε στον υπολογιστή και είχε ξανά τον ίδιο εφιάλτη, ξύπνησε ταραγμένος στις 4:30 π.μ. με την αίσθηση ότι κάποιος αναπνέει στο λαιμό του και με τη μυρωδιά των λουλουδιών γιασεμιού, βλέποντας για ακόμα μια φορά τη σκιερή φιγούρα να παραμονεύει στον διάδρομο.

Βάζοντας το «κουτί» στο E-Bay

Μην ξέροντας τι άλλο να κάνει, ανέβασε το αντικείμενο στο E-Bay ελπίζοντας πως κάποιος που ίσως να γνώριζε περισσότερα για τα παραφυσικά φαινόμενα θα το έπαιρνε από τα χέρια του ξέροντας τι να το κάνει. Τελικά, τον Ιούνιο του 2003, το πουλά σ’ έναν φοιτητή του Πανεπιστημίου του Μισούρι, τον Λόζιφ Νίτζκι. Ο Νίτζκι όμως το έβαλε ξανά προς πώληση οκτώ μήνες αργότερα, αφού ο ίδιος και οι συγκάτοικοι του υπέφεραν από αϋπνία και αρρώστιες στην παρουσία του τρομερού αυτού αντικειμένου. Ο Νίτζκι κατάφερε να το πουλήσει τον Τζέισον Χάξτον, ο οποίος θέλησε να το αγοράσει έχοντας ακούσει για το συγκεκριμένο αντικείμενο από τον συγκάτοικο του Νίτζκι.

Ο Χάξτον και το «κουτί Ντιμπούκ»

Ο Χάξτον αργότερα ισχυρίστηκε ότι βίωσε παραφυσική δραστηριότητα παρουσία του κουτιού, και δήλωσε επίσης ότι είχε αντιγηραντική επίδραση σε αυτόν.  Αναφέρει πως εμφάνισε μώλωπες και εξανθήματα στο σώμα του όταν είχε για πρώτη φορά επαφή με το κουτί και πως βίωσε ακόμη έντονο βήχα με αίμα, όπως και στιγμές που πνιγόταν. Επιπλέον ισχυρίστηκε πως κι εκείνος είδε περίεργες σκιές και φώτα, όπως και οι προκάτοχοι του.

Παρ ‘όλα αυτά, ο Haxton υιοθέτησε μια αρκετά έξυπνη και ακαδημαϊκή προσέγγιση για την κατανόηση του κουτιού. Στρατολόγησε τη βοήθεια επιστημόνων, Παραφυσικών, Καμπαλιστών, και Γουίκαν για να βάλει το κουτί σε μια πιο διαχειρίσιμη κατάσταση, ώστε να μπορεί να το κρατήσει. Πίστευε ότι η δύναμη που περιέχεται στο κουτί αυτό είναι ουδέτερη, αλλά διαφοροποιείται ανάλογα από το ποιος έρχεται σε επαφή με αυτό.  Για ένα διάστημα, ο Haxton κράτησε το κιβώτιο ασφαλές σε ένα κιβώτιο από ξύλο ακακίας, που ήταν επενδεδυμένο με χρυσό 24 καρατίων και το είχε στο γραφείο του, για να το κρατά υποταγμένο. Πιο πρόσφατα παραδέχθηκε ότι κατέληξε να το βάλει σε στρατιωτικό δοχείο απόσβεσης σοκ και το έθαψε κάπου για να είναι καλά κρυμμένο και να μην βρεθεί από άλλους.

Από τον Χάξτον στα χέρια του Μπάγκανς

Ο  Χάξτον κατέληξε τελικά να πουλήσει το κουτί  στον Ζακ Μπάγκανς, γνωστός για το σόου του στην τηλεόραση Ghost Adventures. Ο Μπάγκανς έχει πλέον στην κατοχή του το κουτί Ντίμπουκ, ως μέρος της προσωπικής του συλλογής παραφυσικών αντικειμένων στο μουσείο του στο Λας Βέγκας. Λέγεται πως δεν επιτρέπει στο κοινό να έρθει σε επαφή με το κουτί. Αν πραγματικά θες να το δεις, πρέπει να υπογράψεις μια αποποίηση, δηλώνοντας πως απαλλάσσεις τον Μπάγκανς από οποιαδήποτε ευθύνη σε περίπτωση που σου συμβεί κάτι κατά τη διάρκεια που θα έρθεις σε επαφή με το κουτί ή σε μικρό χρονικό διάστημα μετά από αυτό.

«Κουτί Ντιμπούκ» απάτη ή πραγματικότητα;

Οι μαρτυρίες για περίεργες καταστάσεις που συνέβησαν στα άτομα που ήρθαν σε επαφή με το κουτί είναι πάρα πολλές, όπως πολλοί είναι εκείνοι που δεν πιστεύουν πως κρύβει κάτι το ασυνήθιστο. Πολλοί σκεπτικιστές πιστεύουν πως επειδή οι ιδιοκτήτες θεώρησαν πως το κουτί ήταν καταραμένο, απέδωσαν την κακοτυχία τους στο ότι είχαν το κουτί στην κατοχή τους. Όταν πιστεύεις πως σε έχουν καταραστεί, τότε είναι αναπόφευκτο να δεις σαν μόνη εξήγηση για το κακό που σου συμβαίνει σε αυτό που θεωρείς ότι το προκαλεί. Αν και σαν σκέψη το παραπάνω είναι σωστό δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τις κοινές μαρτυρίες τόσων ανθρώπων που είχαν στην κατοχή τους το κουτί μετά τον Κέβιν Μάνις. Το μυστήριο του κουτιού Ντιμπούκ παραμένει μέχρι σήμερα ανεξήγητο και δίνει τροφή για όλες αυτές τις αναρίθμητες ιστορίες που κυκλοφορούν εκεί έξω.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά