Η Συμφωνία (απόσπασμα, Μέρος Β’)

by Nyctophilia

Διαβάστε ΕΔΩ το πρώτο μέρος.

Μέχρι που μετακόμισαν δίπλα μας οι νέοι μας γείτονες με την κόρη τους, εσένα. Ήσουν το ηλιοβασίλεμα στον μαύρο μου κόσμο! Μια ζεστή ηλιαχτίδα στην παγωμένη μου καρδιά. Όταν σε πρωτοείδα την ώρα που έβγαινες από το αμάξι με τα κοντά μαύρα μαλάκια σου, το ροζ αέρινο φουστανάκι σου να ανεμίζει σε κάθε σου βήμα, κρατώντας μια μικρή χάρτινη κούτα γεμάτη ως πάνω με πράγματά σου, το πρώτο πράγμα που σκέφτηκα ήταν ότι αυτό το κορίτσι εγώ μια μέρα θα το παντρευτώ!!!

Όμως οι καλοθελητές τής γειτονιάς μας φρόντισαν αμέσως να κατατοπίσουν τους νέους μας γείτονες για το ποιους έχουν δίπλα τους, για την πουτάνα μάνα με το «καθυστερημένο» παιδί της, που κάποια στιγμή έπρεπε να το πάρει κάποιος συγγενής ή, η πρόνοια για να γλυτώσει από αυτήν.
Όλα τα ήξερα κι όλα τα άκουγα… Όχι ότι ήταν και διακριτικοί βέβαια. Τα έλεγαν ανενόχλητοι όπου και αν βρισκόντουσαν νομίζοντας ότι εγώ δεν τους άκουγα ή δεν έδινα σημασία. Μα και άκουγα και σημασία έδινα… Αυτοί προφανώς αδιαφορούσαν!
Έτσι λοιπόν μικρή μου Αφροδίτη, δεν μου έδινες ποτέ σημασία. Όποτε με συναντούσες στον δρόμο άλλαζες πεζοδρόμιο. Αργότερα στο σχολείο έγινες κι εσύ μέρος όλων αυτών που με κορόιδευαν. Αλλά ποτέ δεν πονούσα από τις δικές σου πράξεις! Έμαθα να ζω με όλα τα συναισθήματα των ανθρώπων και το μίσος σου, Αφροδίτη, ήταν ένα συναίσθημα δικό σου προς εμένα. Και αυτό το συναίσθημα δεν μπορούσε κανείς να μου το πάρει. Ήταν όλο δικό μου! Ανήκα στην καρδιά σου έστω και με την μορφή τού μίσους και της κοροϊδίας. Ήξερα πως κάποια μέρα αυτό θα κατάφερνα να σου το αλλάξω. Θα έκανα τα πάντα για να σου το αλλάξω! Με κάθε τίμημα…
Τα παιδικά μου χρόνια εκείνη την εποχή συνεχιστήκαν χωρίς καμία αλλαγή. Μεγάλωνα σαν το καθυστερημένο παιδί μιας αλκοολικής πουτάνας, μέχρι που η πουτάνα αυτή πέθανε… Δε θα ξεχάσω αυτή τη μέρα ποτέ! Γύρισα σπίτι, αλλά εκτός από τη συνηθισμένη ανακατωσούρα και ξινίλα κάτι δεν πήγαινε καλά. Συνήθως η μαμά μου ήταν χυμένη στον καναπέ, ήδη ζαλισμένη από τα πρωινά της πιόματα τέτοια ώρα. Την φώναξα αλλά δεν πήρα καμία απάντηση και ξεκινώντας να την ψάξω στο σπίτι, τη βρήκα λιπόθυμη δίπλα στη μπανιέρα με το ουίσκι χυμένο γύρω της ανακατεμένο με τα γυαλιά από το σπασμένο μπουκάλι.. Αυτή τη φορά δε σε είχα προλάβει μαμά.. Δεν ήσουν λιπόθυμη. Μόλις έφτασε το ασθενοφόρο επιβεβαίωσε πως ήσουν ώρες νεκρή! Δεν μπορούσα να το πιστέψω! Ξαφνικά έχασα και το μόνο άνθρωπο που ήταν δικός μου…

Μου πήρε αρκετό καιρό να συνέλθω ψυχολογικά. Σκεφτόμουν πως, ευτυχώς, μόλις είχα ενηλικιωθεί και γλύτωσα το ορφανοτροφείο, αν και υπήρξαν πάρα πολλές φορές στο παρελθόν που ευχόμουν να έρθει κάποιος και να με πάρει μακριά από όλους. Το ευχόμουν μέχρι που μπήκε στην ζωή μου η Αφροδίτη… Εσύ…
Ως έφηβος δεν εκμεταλλεύτηκα ποτέ το ότι είχα δυναμώσει αρκετά. Πλέον το ύψος μου πλησίαζε το 1.90 και το παχουλό σώμα μου, αν και σχετικά πλαδαρό, είχε μία σχεδόν αφύσικη ένταση και νεύρο για κάποιον αγύμναστο σαν εμένα, που σε συνδυασμό με τον όγκο μου, με έκαναν αρκετά δυνατό. Δεν μου άρεσε όμως η βία. Πάντα πίστευα πως το να εκμεταλλεύεσαι την σωματική σου υπεροχή έναντι ενός αδύναμου είναι το λιγότερο δειλία.
Το να χάσω βάρος δυστυχώς δεν το κατάφερα, μιας και το φαγητό ήταν η μόνη μου παρέα. Καθόμουν στην σκοτεινή κουζίνα μας και πολλές φορές μιλούσα μόνος μου. Καμιά φορά σε μια ακρούλα έβλεπα και την μητέρα μου να μου χαμογελά, αλλά μόλις της άπλωνα το χέρι εκείνη εξαφανιζόταν. Μου έλειπε, μου έλειπε πάρα πολύ. Μόνο τότε κατάφερα να την καταλάβω και να την συγχωρέσω. Εκείνη την εποχή πήρα μια γεύση από την ζωή της. Την ένιωσα, βίωσα τον πόνο της και την ερημιά της. Τότε κατάλαβα γιατί οδηγήθηκε εκεί που οδηγήθηκε. Μια μοναχική ψυχή είναι ικανή για όλα! Η απόρριψη του πατέρα μου την καταρράκωσε, δεν μπορούσε να ζήσει άλλο μόνη της και για αυτό κατάντησε έτσι όπως κατάντησε. Τώρα πλέον ξέρω και την συγχωρώ…
-Με ακούς μανούλα; ΣΕ ΣΥΓΧΩΡΩ…
Μέσα μου νιώθω μια άσβεστη φλόγα να με κατατρώει. Θέλω όλη αυτή η αδικία που βίωσα, όχι μόνο εγώ αλλά και η μητέρα μου, να σβηστεί μια για πάντα. Να καθαρίσω το όνομά μας απ’ την βρωμιά και την λάσπη που το κατατρέχει.

Κανείς δε μπορούσε να ξέρει τί πέρασα εγώ ή, η μητέρα μου. Αυτή η «πουτάνα» που τόσο εύκολα της έδωσαν αυτόν το τίτλο. Και αν ποτέ συναντήσω τον πατέρα μου θα τον φτύσω κατάμουτρα για την μιζέρια που μας χάρισε τόσο απερίσκεπτα μ’ αυτή την πράξη του. Αδιαφόρησε για την μητέρα μου, αδιαφόρησε και για εμένα. Όλα αυτά τα χρόνια ρίχνοντας μαύρη πέτρα πίσω του δεν θέλησε ποτέ να μας δει. Και καλά την μητέρα μου… Μπορώ να το καταλάβω… Την βαρέθηκε. Αλλά εμένα; Τον ίδιο του τον γιο; Τί έφταιξα εγώ;
Μα τι λέω… Ποιος άνθρωπος με αγάπησε εμένα για να με αγαπήσει κι ο πατέρας μου; Απλά καμιά φορά με πιάνει το παράπονο και ξεγελιέμαι, πως είμαι και εγώ άνθρωπος! Αλλά δεν είμαι… Είμαι ένα σκουπίδι και τίποτε παραπάνω…
Κάποτε σου είχα γράψει ένα ποίημα Αφροδίτη σε μια στιγμή απελπισίας. Σε είχα τόσο πολύ ανάγκη…

Νιώθω μόνος κι έρημος,
θέλω να πεθάνω αν δεν έχω πεθάνει,
ούτε φίλους, ούτε ζωή,
θέλω να πεθάνω και ξέρεις εσύ το γιατί.
Το σώμα μου πεταμένο στον ουρανό
να το τρώνε τα άστρα και η σελήνη.
Ναι, θέλω να πεθάνω αν δεν έχω ήδη πεθάνει,
η ζωή με καίει, ο θάνατος με γαληνεύει,
έχω βαρεθεί τον κόσμο κι αυτός εμένα,
θέλω να πεθάνω αν δεν έχω ήδη πεθάνει
και θα φταις εσύ.

Πίστευα πως θα σε άγγιζε, θα σε συγκινούσε. Αλλά για μια ακόμη φορά ξεγελάστηκα. Και πώς θα ήταν δυνατόν; Εσύ ήσουν μια πάρα πολύ όμορφη κοπέλα με τεράστιο κοινωνικό κύκλο, η οποία συνέχιζε τις σπουδές της μετά το λύκειο. Τί δουλειά είχες με εμένα, τον χοντρό άσχημο και ουσιαστικά αγράμματο φακιδομούρη;

Τα βράδια σε έβλεπα κρυφά, πίσω από τις κουρτίνες τού δωματίου μου σαν φάντασμα, να γυρνάς από τις βόλτες σου γελώντας δυνατά, βγαίνοντας κάθε φορά και από διαφορετικό αμάξι.
Κάποιες φορές κοίταζες προς το παράθυρο μου και σαν να ήξερες πως σε έβλεπα χαμογελούσες ειρωνικά κι έφευγες βιαστικά. Έκλεινες την βαριά πόρτα τού σπιτιού πίσω σου αφήνοντάς με μόνο, να κοιτάζω ακόμα το κενό. Ένα κενό που όμοιό του είχε μόνο η ψυχή μου. Μια ψυχή που φλεγόταν από ένα ανεκπλήρωτο πάθος και μια αγάπη δίχως αντίκρισμα για σένα. Ήθελα τόσα πολλά να σου προσφέρω… Μα τόσα πολλά…
Το ποίημα το είχα βάλει μέσα σε ένα φάκελο και το είχα αφήσει έξω από την πόρτα τού σπιτιού σου, με το όνομά σου γραμμένο απ’ έξω. Την επόμενη μέρα βρήκα και στην δικιά μου πόρτα έναν φάκελο που έγραφε «Μάρτιν». Τον άνοιξα με λαχτάρα για να διαπιστώσω πως μέσα είχε το ποίημα μου σκισμένο σε δεκάδες κομματάκια. Το γύρισα ανάποδα και σαν βαρύς, θλιμμένος χειμώνας, το άφησα να πέσει στα πόδια μου σαν χιόνι. Μάζεψα όλα τα κομμάτια και τα πήρα μέσα στο σπίτι. Έκατσα με όση υπομονή είχα και τα συνέδεσα ξανά μεταξύ τους με κόλλα πάνω σε ένα κομμάτι χαρτί. Όταν το τελείωσα το κοίταζα και μου θύμιζε εμένα. Ένα πληγωμένο κομμάτι ψυχής γεμάτο με χιλιάδες ράμματα.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά