Η φωτιά του Αγίου Βαλεντίνου

by Nyctophilia

Ξύπνησε το πρωί γεμάτος όρεξη κι ενέργεια˙ επιτέλους, θα την ξανάβλεπε, μετά από πολύ καιρό. Σηκώθηκε βιαστικά από το κρεβάτι κι έτρεξε στο μπάνιο να πλυθεί. Αφιέρωσε αρκετή ώρα μελετώντας τον εαυτό του στον καθρέφτη, εξετάζοντας το πρόσωπό του, ελέγχοντας τα γένια του και χτενίζοντας τα μαλλιά του – με το χέρι του, καθώς δε διέθετε κάποιο άλλο μέσο. Δε συνήθιζε να δίνει την οποιαδήποτε σημασία στην εξωτερική του εμφάνιση, όμως αυτή η μέρα ήταν ιδιαίτερη κι ήθελε να είναι όλα τέλεια πάνω του, για να μπορέσει να την εντυπωσιάσει.

Άνοιξε τον υπολογιστή και μπήκε στη σελίδα του «Κασετόφωνου». Από τότε που είχε ανακαλύψει αυτή τη σελίδα μαζί της, ένα τεμπέλικο Κυριακάτικο μεσημέρι, δεν είχε ξανανοίξει ραδιόφωνο. Βρήκε μια τυχαία λίστα κι άρχισε να τακτοποιεί το ακατάστατο, εργένικο διαμέρισμά του. Πρώτα απομάκρυνε κάθε χιλιοστό σκόνης από βιβλιοθήκη, κουζίνα, έπιπλα, ντουλάπες και μπάνιο. Σφουγγάρισε όλο το χώρο, μέχρι να γυαλίσει και το τελευταίο πλακάκι. Στη συνέχεια άλλαξε σεντόνια στο κρεβάτι˙ θα έκανε ό,τι περνούσε από το χέρι του για να το χρησιμοποιήσουν και σκεφτόταν ότι όσο πιο καθαρό και καλοστρωμένο φαινόταν το κρεβάτι του, τόσο πιο δελεαστικό γινόταν.

Όταν τελείωσε με τις δουλειές του σπιτιού, βγήκε να ψωνίσει για το δείπνο που θα της ετοίμαζε. Διάλεξε τα πιο φρέσκα υλικά που βρήκε, επισκέφτηκε τα πιο γκουρμέ και «ψαγμένα» μαγαζιά κι όποτε δεν μπορούσε να αποφασίσει τι να επιλέξει, αγόραζε ό,τι του τραβούσε την προσοχή, χωρίς να τον νοιάζει πόσα θα πληρώσει˙ παρότι δεν είχε μεγάλη οικονομική άνεση, είχε κρατήσει χρήματα στην άκρη, ειδικά για αυτό το σκοπό.

Γύρισε σπίτι πιο φορτωμένος από ποτέ κι έπιασε κατευθείαν δουλειά. Έβαλε το λευκό κρασί στο ψυγείο και το κόκκινο πάνω στον πάγκο της κουζίνας, τον οποίο, ελλείψει χώρου χρησιμοποιούσε ως μπαρ. Στον πάγκο επίσης τοποθέτησε προσεκτικά τα υπόλοιπα μπουκάλια αλκοόλ που είχε αγοράσει: τη βότκα, το τζιν και το ρούμι, το amaretto και το λικέρ σοκολάτα. Ήθελε να είναι σίγουρος ότι θα ικανοποιήσει κάθε επιθυμία της επισκέπτριάς του. Μετά άρχισε να μαγειρεύει. Έψησε το ρολό χοιρινό που είχε αγοράσει, έφτιαξε ένα σουφλέ τυριών, πένες με σολομό, μια σαλάτα με πλιγούρι και ρόδι -της οποίας τη συνταγή είχε βρει στη σελίδα πασίγνωστου σεφ- και ένα cheesecake. Όταν τελείωσε με τη μαγειρική και τη ζαχαροπλαστική, έβγαλε από τις σακούλες τα αρωματικά κεριά που είχε αγοράσει και τα μοίρασε σε όλους τους χώρους του σπιτιού, έτσι ώστε να μη χρειάζεται να έχει κανένα φως αναμμένο και η ατμόσφαιρα , λόγω της ημέρας, να είναι όσο πιο ρομαντική γίνεται˙ δεν ήταν κάθε μέρα του Αγίου Βαλεντίνου. Τέλος, γέμισε τρία μπολ με ξηρούς καρπούς, αποξηραμένα φρούτα και νάτσος και τα ακούμπησε στο τραπέζι μπροστά από τον καναπέ. Αφού έριξε μια τελευταία ματιά στο χώρο κι έμεινε ικανοποιημένος από το αποτέλεσμα, έκανε μπάνιο, ντύθηκε κι ετοιμάστηκε για την άφιξη της κοπέλας. Είχε ήδη βραδιάσει.

Μόλις το ρολόι έδειξε δώδεκα, ακούστηκε το κουδούνι της εξώπορτας. Ο οικοδεσπότης ήταν ήδη όρθιος πίσω από την πόρτα˙ κάθε χρόνο τέτοια μέρα είχαν ραντεβού ακριβώς την ίδια ώρα κι η κοπέλα δεν ερχόταν ούτε δευτερόλεπτο νωρίτερα, προς μεγάλη του απογοήτευση. Άνοιξε την πόρτα με ανυπομονησία κι έπεσε με φόρα στην αγκαλιά της.

«Μου έλειψες, αυτή τη φορά περισσότερο από ποτέ!», της ψιθύρισε γλυκά στο αυτί, ενώ την έσφιγγε με όλη του τη δύναμη. Εκείνη, σιωπηλή, απλά σήκωσε το ένα της χέρι και το ακούμπησε στην πλάτη του. Πάντα ήταν πολύ μετρημένη στην εκδήλωση των συναισθημάτων της κι αυτή η χειρονομία της του έδωσε μεγάλη χαρά˙ κατάλαβε ότι γι’ αυτή σήμαινε πολλά.

Πέρασαν μέσα κι ο άντρας έκλεισε την πόρτα πίσω τους. Κάθισαν στον καναπέ. Τη ρώτησε αν ήθελε να πιει κάτι, αλλά εκείνη έγνεψε αρνητικά. Ούτε εκείνος έβαλε κάτι να πιει, μη θέλοντας να χάσει ούτε δευτερόλεπτο μακριά της. Έκατσε όσο το δυνατόν πιο κοντά της κι άρχισε να τη χαϊδεύει και να τη φιλάει απαλά στα χείλη. Όσο την περιεργαζόταν με τα μάτια του, θαύμαζε την εξωτική ομορφιά της, τα πλούσια κατάξανθα μαλλιά της και τα γαλάζια, ντροπαλά μάτια της. Ακουμπούσε τη μύτη του στο λαιμό της και μεθούσε από το προκλητικό άρωμά της, ενώ η αφή του δε χόρταινε το απαλό, χωρίς ψεγάδι δέρμα της. Δεν έβλεπε τους κιτρινισμένους βολβούς των ματιών της που εξείχαν από τις κόγχες τους, ούτε το κατακαμένο δέρμα της, το οποίο σε πολυάριθμα σημεία είχε υποχωρήσει, αποκαλύπτοντας μαυρισμένα, απαίσια κόκκαλα. Της χάιδευε στοργικά το πίσω μέρος του κεφαλιού, χωρίς να συνειδητοποιεί ότι ακουμπάει το γυμνό της κρανίο, το οποίο με δυσκολία έκρυβε η άμορφη μάζα από τούφες άχρωμων μαλλιών που είχαν μείνει πάνω στο κεφάλι της. Όσο τη φιλούσε, δεν ένιωθε τη γεύση της στάχτης στο στόμα του, ούτε καταλάβαινε ότι αυτό που τον ακουμπούσε διστακτικά, δεν ήταν γλώσσα, αλλά ένα υπερμέγεθες σκουλήκι, το οποίο τρεφόταν εδώ και καιρό από τις σαπισμένες σάρκες της κοπέλας.

Τρισευτυχισμένος για την επανασύνδεση με το αντικείμενο του πόθου του, ο νεαρός άντρας, έχοντας εδώ και ώρα ερεθιστεί από τα χάδια και την παρουσία της κοπέλας, άρχισε να μπαίνει στο ψητό. Ενώ τη φιλούσε, την έσπρωξε διακριτικά προς την άκρη του καναπέ, για να την ξαπλώσει. Το ζωντανό πτώμα δεν έφερε καμία αντίσταση, μόνο ξάπλωσε ανάσκελα και τον άφησε να την καβαλήσει. Αυτός σήκωσε ανυπόμονα το σκισμένο της μαύρο φόρεμα και της έβγαλε το εσώρουχο. Σε λίγα δευτερόλεπτα ήταν ήδη μέσα της κι ανεβοκατέβαινε πάνω της, αγκομαχώντας από ηδονή, παρερμηνεύοντας το σβησμένο βλέμμα της που τον περιεργαζόταν μοχθηρά για ερωτική επιθυμία. Αφού τελείωσε, σηκώθηκε κι έκατσε πάλι δίπλα της στον καναπέ, γυμνός. Εκείνη είχε  πάρει την αρχική της θέση και τον κοιτούσε σιωπηλά.

 «Σ’ αγαπώ», της είπε, χαϊδεύοντας το ξεραμένο κομμάτι κρέας που κάποτε αποτελούσε το αριστερό της μάγουλο. «Μίλα μου, σου άρεσε; Μακάρι να μπορούσαμε να βρισκόμαστε πιο συχνά.»

Το απαίσιο φάντασμα τον κοίταξε χαιρέκακα και μίλησε για πρώτη φορά:

«Σου έχω ευχάριστα νέα, τότε. Αυτή τη φορά δε θα χρειαστεί να αποχωριστούμε. Ποτέ ξανά.»

Η τρομακτική φωνή της αντήχησε μέσα στο κρύο διαμέρισμα. Ήταν απαίσια, σαν μια υπόκωφη στριγκλιά που έβγαινε κατευθείαν από τα βάθη της Κολάσεως κι έμοιαζε περισσότερο σε μουγκρητό ζώου, παρά σε φωνή κοπέλας. Ο άνδρας, ζώντας τόση ώρα στην ευχάριστη μαγεία της πλάνης του, ξαφνιάστηκε τόσο πολύ που έβγαλε μια τρομαγμένη κραυγή και σηκώθηκε από τον καναπέ.

Το φάντασμα τον ακολούθησε, αρπάζοντας με δύναμη ανάμεσα σε δύο σκελετωμένα χέρια το κεφάλι του. Εκείνη τη στιγμή, ο άντρας είδε για πρώτη φορά την πραγματική μορφή του πλάσματος με το οποίο είχε κάνει μόλις σεξ και ούρλιαξε τρομοκρατημένος. Προσπάθησε μάταια να απελευθερωθεί από τη λαβή της. Εκείνη άρχισε να μουγκρίζει και ολόκληρο το διαμέρισμα άρχισε να τρέμει. Τα κεριά έσβησαν απότομα και το δωμάτιο βυθίστηκε στο σκοτάδι. Έντονη μυρωδιά από θειάφι πλημμύρισε το χώρο και το σκοτάδι έδωσε τη θέση του σε ένα απόκοσμο πρασινοκίτρινο, αδύναμο φως, που φαινόταν να βγαίνει από τους τοίχους. Ένας κρύος αέρας άρχισε να φυσάει γύρω από το ζευγάρι, κυκλώνοντάς τους και απομονώνοντάς τους από τον υπόλοιπο χώρο. Ο άντρας είχε παραλύσει από το φόβο του και κοίταζε γύρω του, μην πιστεύοντας στα μάτια του. Ένιωσε κάτι στο πόδι του και χαμηλώνοντας το βλέμμα του, είδε ότι είχε κατουρηθεί πάνω του˙ πλέον δεν έλεγχε κανένα μυ του σώματός του.

Μέσα στον κλοιό του παγωμένου αέρα, ο γυμνός άντρας άρχισε να αισθάνεται τη θερμοκρασία να ανεβαίνει. Κοίταξε ξανά κάτω στα πόδια του και είδε ότι η λιμνούλα από κάτουρο που είχε σχηματίσει ο ίδιος πριν από λίγο, είχε μετατραπεί σε πρασινοκίτρινες φλόγες που άρχιζαν σιγά – σιγά να του γλείφουν τα πόδια και να ανεβαίνουν προς τα πάνω. Άρχισε ξανά να ουρλιάζει με όλη τη δύναμη της φωνή του, όμως δε βγήκε κανένας ήχος από το στόμα του. Ενώ ο άντρας καιγόταν ζωντανός και το φάντασμα συνέχιζε να τον κρατάει ακίνητο, το δωμάτιο στο οποίο βρίσκονταν άρχισε να χάνεται και να δίνει τη θέση του σε έναν άλλο χώρο.

Είχαν μεταφερθεί μέσα σε ένα εργοστάσιο. Εκκωφαντικές σειρήνες γέμιζαν τον αέρα, ενώ άντρες έτρεχαν πανικόβλητοι προς την έξοδο. Η πτέρυγα στην οποία βρίσκονταν είχε τυλιχθεί ήδη στις φλόγες. Σε μία γωνία, κάτω από ένα γραφείο, είχε κρυφτεί μια κοπέλα, είκοσι χρονών. Είχε διπλώσει τα χέρια της για να προστατέψει το κεφάλι της κι έκλαιγε με αναφιλητά. Ένας πυροσβέστης μπήκε στην αίθουσα κι ερεύνησε το χώρο. Είδε την κοπέλα κάτω από το γραφείο. Κοίταξε τριγύρω την κατάσταση στην οποία βρισκόταν η αίθουσα και μετά γύρισε και έκλεισε την πόρτα. Η εμπειρία του του έλεγε ότι είχαν ακόμη τουλάχιστον ένα τέταρτο, πριν να κινδυνέψουν πραγματικά από τη φωτιά. Πλησίασε την κοπέλα. Έσκυψε κι αυτός κάτω από το γραφείο και την ακούμπησε απαλά στον ώμο. Η κοπέλα τινάχτηκε τρομαγμένη. Μόλις είδε τη στολή του πυροσβέστη, άπλωσε τα χέρια της παρακλητικά. Ο πυροσβέστης την κοίταξε και χαμογέλασε με μοχθηρία.

«Μη βιάζεσαι», της είπε. «Αν θέλεις να σε βγάλω από εδώ, πρέπει να μου δώσεις κι εσύ κάτι σε αντάλλαγμα.»

Χωρίς να περιμένει απάντηση, ο πυροσβέστης με μια βιαστική κίνηση κατέβασε το παντελόνι του. Άρπαξε βίαια την κοπέλα από το χέρι, την έσυρε έξω από το γραφείο κι έριξε όλο το βάρος του σώματός του πάνω στο δικό της. Ενώ ψαχούλευε ανάμεσα στα πόδια της, κοιτούσε με την άκρη του ματιού του πίσω από την πλάτη του, την εξέλιξη της πυρκαγιάς. Σήκωσε το μαύρο φόρεμα της κοπέλας, παραμέρισε το εσώρουχό της και μπήκε μέσα της με μανία, ενώ της έκλεινε με το χέρι του το στόμα, για να μην ακούσει κανείς τις φωνές της.

Μόλις τελείωσε, βγήκε από μέσα της κι ανέβασε το παντελόνι του, ενώ κρατούσε ακόμη ακινητοποιημένη την κοπέλα κάτω από το χέρι του. Όταν ήταν έτοιμος, τη σήκωσε από το λαιμό και της χτύπησε το κεφάλι με δύναμη πάνω στα συρτάρια του γραφείου. Η κοπέλα έχασε τις αισθήσεις της. Ο άντρας βεβαιώθηκε ότι η κοπέλα είναι αναίσθητη, έφτιαξε μια τελευταία φορά τα ρούχα του, σηκώθηκε και βγήκε γρήγορα από την αίθουσα, κλείνοντας πίσω του τη βαριά, μεταλλική πόρτα.

Ο φλεγόμενος άντρας, όσο διαρκούσε η αποτρόπαιη σκηνή της οποίας είχαν μόλις γίνει μάρτυρες, έκλαιγε κι εκλιπαρούσε το φάντασμα για έλεος. Το φάντασμα της κοπέλας τον κοιτούσε με τα άδεια, νεκρά μάτια της, χωρίς ίχνος συμπόνοιας για το βιαστή και δολοφόνο της. Σιγά – σιγά οι φλόγες τύλιξαν ολόκληρο τον άντρα κι άρχισαν να του λιώνουν τις σάρκες. Ικανοποιημένο το πνεύμα της κοπέλας από την αργοπορημένη απονομή δικαιοσύνης, εξαϋλώθηκε, έτοιμη πλέον να βρει την πολυπόθητη γαλήνη.

Συγγραφέας: Γιώργος – Γεράσιμος Πατούλης

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά