Ιστορίες από την Κούφια Γη: Ο Μεγάλος Αποικισμός

by Μαρία Δανιήλ

Αν κανείς μπορούσε να δει την επιφάνεια του πλανήτη γη κατά τον Μεγάλο Κατακλυσμό, θα αντίκριζε ένα θέαμα μάλλον τρομακτικό. Μαύρα σύννεφα κάλυπταν τα πάντα, κρύβοντας το έντονο μπλε χρώμα των θαλασσών και το καφεπράσινο της στεριάς. Ωστόσο, αυτό δεν είναι τίποτα σε σύγκριση με την έκπληξη και τον φόβο που θα πλημμύριζαν τον αναγνώστη, αν επιστρέφοντας πίσω στον χρόνο με κάποια από τις ειδικές μηχανές, βρισκόταν στην γη εκείνη την εποχή. Η βροχή έπεφτε με τέτοια ορμή, ώστε οι τεράστιες παγωμένες σταγόνες άνοιγαν λακκούβες στο έδαφος, το οποίο με την σειρά του υποχωρούσε σε κάθε βήμα των ανθρώπων, μην μπορώντας να ρουφήξει άλλο νερό. Τα δέντρα έπεφταν, οι κορμοί τους έσπαζαν από την λύσσα του ανέμου. Οι σκεπές των σπιτιών κατέρρεαν μην αντέχοντας άλλο νερό, τα τζάμια έσπαζαν σε χίλια κομμάτια από τον αέρα και οι άνθρωποι απροστάτευτοι, τρομαγμένοι και σίγουροι πως το τέλος ήταν κοντά, προσπαθούσαν μάταια να βρουν καταφύγιο μέσα στον χαλασμό. Τα πλούσια σπιτικά, που ήταν πιο γερά, καλύτερα προστατευμένα και σε στρατηγικής θέσης περιοχές, είχαν κλείσει τις πόρτες τους. Οι αποθήκες τροφίμων είχαν επίσης κλείσει για τον λαό, για εκείνους που σε τέτοιες στιγμές είχαν περισσότερη ανάγκη από οποιονδήποτε άλλο. Οι άνθρωποι πέθαιναν από τις ασθένειες, από την πείνα, πνίγονταν στους ορμητικούς χείμαρρους που διέσχιζαν τις πόλεις, καταπλακώνονταν από τα ίδια τους τα σπίτια, από τα δέντρα που έπεφταν, τους χτυπούσαν κεραυνοί και τα σώματα τους, άδεια από ζωή όπως ήταν, αφήνονταν να τα παρασύρουν τα νερά του κατακλυσμού και να τα οδηγήσουν στις θάλασσες.

Μα πώς και πότε ξεκίνησαν όλα αυτά; Μερικές εβδομάδες είχαν περάσει μονάχα από την πρώτη μπόρα. Ήταν μεσημέρι όταν ο ουρανός σκοτείνιασε κι έκτοτε ο ήλιος δεν έκανε ξανά την εμφάνισή του στο ουράνιο στερέωμα. Οι κάτοικοι του μπλε πλανήτη πίστεψαν πως ήταν απλά μια παροδική βροχή, έντονη και άγρια, μα μικρής διάρκειας. Οι ώρες και οι μέρες περνούσαν και η βροχή δεν έλεγε να κοπάσει, αντιθέτως γινόταν όλο και εντονότερη. Τότε ήταν που άρχισαν να κυκλοφορούν οι φήμες, κυρίως από εκείνους που πίστευαν στην Νέα Θρησκεία, πως αυτό ήταν το τέλος του κόσμου. Πως θα πλήρωναν για τις αμαρτίες τις δικές τους και των προγόνων τους. Ο κατά τ’ άλλα σπλαχνικός θεός τους, θα τους άφηνε να πνιγούν, αφού πρώτα θα έχουν χάσει κάθε ελπίδα σωτηρίας. Εκείνοι που πίστευαν ακόμα στην Παλιά Θρησκεία ξεσηκώθηκαν. Αν ο θεός της Νέας Θρησκείας ήταν τόσο καλός και παντοδύναμος όσο υποστήριζαν οι πιστοί του, γιατί δεν έκανε κάτι για να σταματήσει το κακό; Έτσι έδειχνε την αγάπη του στα παιδιά του; Απ’ την άλλοι, όσοι είχαν μέσα τον μικρό και υπομονετικό θεό της επιστήμης, δεν πήραν θέση. Ταυτόχρονα με την προσπάθεια τους για επιβίωση, καταπιάστηκαν με την εύρεση ενός τρόπου διαφυγής.

Η απάντηση ήρθε από εκείνους που μελετούσαν τα περασμένα και από εκείνους που τους συνάρπαζαν τα πετρώματα και η γη. Ακολουθώντας αρχαίους χάρτες, θα έπαιρναν τους υπόγειους δρόμους, μπαίνοντας από τις φραγμένες εισόδους των στοών. Φτάνοντας εκεί, θα αποφάσιζαν πόσο βαθιά θα πήγαιναν και για πόσο καιρό θα έμεναν εκεί. Έτσι κι έκαναν. Κανείς δεν ξέρει πως και τόσοι πολλοί άνθρωποι μαζί, σε διάφορα σημεία του πλανήτη είχαν σχεδόν ταυτόχρονα την ίδια ιδέα. Ίσως ήταν απλά ένα παιχνίδι της τύχης ή μπορεί να ήταν οι γνώσεις εκείνες που έχει το ανθρώπινο είδος βαθιά ριζωμένες μέσα του, στο συλλογικό ασυνείδητο, που τους καθοδήγησαν.

Οι στοές βρέθηκαν. Οι είσοδοι άνοιξαν. Μικρές ομάδες ξεκίνησαν την εξερεύνηση επιστρέφοντας με ενθαρρυντικά νέα. Όλος ο κόσμος έμαθε πως είχε βρεθεί η λύση στο πρόβλημα τους, πως μπορούσαν να σωθούν κάτω από την επιφάνεια της γης, εκεί που ούτε βροχή μήτε αέρας θα μπορούσε να τους βρει, παρόλα αυτά δεν δέχθηκαν όλοι με χαρά την ιδέα. Πολλοί τρόμαζαν με το να ζήσουν υπογείως, ύστερα ήταν κι εκείνοι που πίστευαν πως ο κατακλυσμός ήταν η τιμωρία, μια δοκιμασία σταλμένη από τον θεό και αρνήθηκαν να ακολουθήσουν τους υπόλοιπους. Η φυγή θα εξόργιζε τον θεό ακόμα περισσότερο.

Κάπως έτσι κάποιοι ξεκίνησαν για τις στοές, κάποιοι έμειναν στην επιφάνεια. Το ταξίδι για άλλους κράτησε μονάχα μερικές μέρες, εκεί όπου οι σήραγγες ήταν αρκετά μεγάλες, αρκετά φαρδιές. Για άλλους κράτησε εβδομάδες, μήνες, γιατί το έδαφος ήταν δύσβατο, οι σήραγγες στενές και χρειαζόταν να σκάβουν για να συνεχίζουν τον δρόμο τους. Δεν ήταν εύκολο. Οι ασθένειες σ’ ένα περιβάλλον που δεν αερίζεται επαρκώς εξαπλώνονται γρηγορότερα, ειδικά στις ανθυγιεινές εκείνες συνθήκες. Ήταν πολλοί αυτοί που έμειναν πίσω, αδύναμοι να συνεχίσουν κι εκείνοι που άφηναν την τελευταία τους πνοή καθώς περπατούσαν.

Παρά τον ενθουσιασμό και την έξαψη της νέας ανακάλυψης, οι απώλειες στοίχιζαν στους αποικιστές, τους γέμιζαν αμφιβολίες. Κι αν αυτοί που είχαν μείνει πίσω είχαν δίκιο; Αν εκεί αυτό που τους περίμενε ήταν χειρότερο απ’ ότι είχαν ν’ αντιμετωπίσουν στην επιφάνεια; Όμως η δυνατότητα της δράσης για αλλαγή είναι φυτεμένη στην φύση του ανθρώπου, η προσαρμογή είναι δεύτερη φύση του και όχι η απάθεια. Προτιμούσαν την αποτυχία, παρά την απραγία της επιφάνειας. Δεν μπορούσαν να επιστρέψουν και να περιμένουν το τέλος. Αν πέθαιναν στις στοές, τουλάχιστον θα ήξεραν πως είχαν προσπαθήσει.

Το ταξίδι αντάμειψε όσους έφτασαν τελικά στο προορισμό τους. Κάποια στιγμή είχαν πιστέψει πως η περιπλάνηση τους δεν θα τέλειωνε ποτέ, πως θα έμεναν για πάντα στις σήραγγες, αλλά έκαναν λάθος. Στο τέλος, φτάνοντας όσο πιο βαθιά γίνεται, τους περίμενε ένα πανέμορφο θέαμα. Λιβάδια, δάση, λίμνες και θάλασσες απλώνονταν πέρα ως πέρα. Η ατμόσφαιρα ήταν ευχάριστη, δεν έκανε ούτε κρύο, ούτε ζέστη. Τα πάντα ήταν τυλιγμένα στα γλυκά χρώματα του δειλινού ή της ανατολής. Σύννεφα δεν υπήρχαν, ούτε αέρας φυσούσε ποτέ. Δεν νύχτωνε. Τα δέντρα ήταν φορτωμένα με λογής- λογής καρπούς, άλλους γνωστούς και άλλους άγνωστους. Οι θάλασσες γεμάτες με ψάρια, στα δάση έβρισκαν καταφύγιο θαυμαστά ζώα, άλλα φιλικά κι άλλα εχθρικά.

Οι άνθρωποι έχτισαν σπίτια, άνοιξαν καταστήματα, όπου γίνονταν ανταλλαγές προϊόντων. Μόλις τακτοποιήθηκαν, ξεκίνησαν τα ταξίδια, πρώτα πεζοί κι αργότερα με βάρκες και μεγάλα καράβια. Συνάντησαν κι άλλους ανθρώπους που είχαν κατέβει στην εσωτερική γη, δημιούργησαν φιλίες και σιγά- σιγά άνθισε το εμπόριο.

Κάποτε αποφάσισαν να οργανώσουν την κοινωνία τους, όμως γνωρίζοντας τα μειονεκτήματα του τρόπου διακυβέρνησης της επιφάνειας, δημιούργησαν ένα δικό τους πολίτευμα, όπου οι πιο χαρισματικοί άνθρωποι της κάθε περιοχής θα επιλέγονταν, ώστε να λάβουν θέσεις εξουσίας. Η συναρχία, όπως ονόμασαν το πολίτευμα τους, θα αποτελούνταν από τρεις βαθμίδες. Η κατώτερη θα ήταν το Συμβούλιο των Εκλεκτών, μια ομάδα πέντε χαρισματικών ατόμων που θα είχαν άμεση επαφή με τον λαό. Ύστερα θα ήταν οι Μονάρχες, ένας άνδρας και μια γυναίκα, οι οποίοι θα ορίζονταν από την τρίτη και ανώτερη βαθμίδα, την Ανώτατη Αρχή, που θα έπαιρνε όλες τις σημαντικές αποφάσεις και θα έμενε κρυφή από τον λαό και τα Συμβούλια των Εκλεκτών. Η πρώτη Ανώτατη Αρχή επιλέχθηκε από τα Συμβούλια των Εκλεκτών της κάθε περιοχής κι αργότερα, όταν αποφάσισε να αποσυρθεί, όρισε την επόμενη και ούτε καθεξής. Όταν ξεμπέρδεψαν και μ’ αυτό, ένα είχε μείνει μονάχα να κάνουν, να δώσουν ένα όνομα σ’ αυτό το καινούριο, θαυμαστό μέρος. Το Σύστημα Πολιτειών της Κούφιας Γης ονομάστηκε “Αγκάρτα“.

Cover art: Underground Kingdom by Bezduch

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά