«Κάτω απ’ το κόκκινο φως» του Maurice Level

by Ιλέην Ρήγα

«Κάτω απ’ το κόκκινο φως» του Maurice Level

Μετάφραση: Ιλέην Ρήγα

Καθισμένος σε μια μεγάλη πολυθρόνα δίπλα απ’ το τζάκι, με τους αγκώνες ν’ ακουμπούν στα γόνατα, και τα χέρια του τεντωμένα ν’ αναζητούν τη θέρμη της φωτιάς, μιλούσε αργά, διακόπτοντας απότομα τον εαυτό του και μουρμουρίζοντας κάθε τόσο «ναι… ναι…», θαρρείς και πάσχιζε να μαζέψει τα κομμάτια του, να σιγουρευτεί για τις αναμνήσεις του. Ύστερα, συνέχιζε την πρότασή του.
Στο τραπέζι υπήρχε ένας σωρός από χαρτιά, κουρέλια και βιβλία. Η λάμπα έριχνε τόσο αδύναμα το φως της στο δωμάτιο που το μόνο που έβλεπα από αυτόν ήταν το μελαγχολικό πρόσωπό του και τα χέρια του, που οι φλόγες του τζακιού τα έκαναν να μοιάζουν αδύνατα και μακριά, σαν σκιές.
Οι μόνοι ήχοι που έσπαγαν την σιωπή ήταν το γουργούρισμα της κουλουριασμένης γάτας και το τρίξιμο από τα ξύλα που σιγοκαίγονταν. Ακουγόταν σαν να μιλούσε από κάπου πολύ μακριά, σαν μέσα από όνειρο.
«Ναι… ναι… Ήταν σκληρό, η σκληρότερη δυστυχία της ζωής μου. Θα μπορούσα να υπομείνω κάθε μιζέρια, να καταντήσω πάμφτωχος, ανάπηρος, τα πάντα εκτός από αυτό! Να έχω ζήσει δέκα χρόνια δίπλα στον έρωτα της ζωής μου και να την βλέπω να λιώνει. Να μένω μόνος αντιμέτωπος με το μέλλον, ολομόναχος… Είναι απάνθρωπο! Πάνε έξι μήνες από την ημέρα που έφυγε! Μοιάζει αιώνας ο χρόνος που άλλοτε κυλούσε τόσο αργά… Ίσως αν είχε αρρωστήσει για κάποιο διάστημα, να είχα την ευκαιρία να το κατανοήσω. Είναι φρικτό αυτό που θα πω, όμως όταν ξέρεις από πριν τι θα συμβεί, το μυαλό σου προετοιμάζεται, έτσι δεν είναι; Η καρδιά το αποδέχεται σιγά σιγά και συνηθίζει στην ιδέα… Έτσι όπως συνέβη όμως…»
«Πίστευα ότι ταλαιπωρούταν για καιρό», είπα.
Ένευσε αρνητικά.
«Και όμως, όχι. Οι γιατροί δεν κατάφεραν ποτέ να μου πουν τι ακριβώς είχε. Χειροτέρευσε μέσα σε δυο μέρες. Έκτοτε, δεν ξέρω πώς, ούτε γιατί συνεχίζω να ζω. Όλη μέρα τριγυρνώ στα δωμάτια, κυνηγώντας μια ανάμνηση που όλο μου ξεφεύγει. Φαντάζομαι πως θα εμφανιστεί πίσω από τις κουρτίνες, πως μέσα σ’ αυτούς τους άδειους χώρους μια ανάσα από το άρωμά της θα ταξιδέψει πίσω σε μένα…»
Ακούμπησε το χέρι του στο τραπέζι.
«Κοίτα. Χθες βρήκα αυτό μέσα σε μια τσέπη μου. Ένα μαντήλι. Μου το είχε δώσει κάποιο βράδυ που είχαμε πάει στο θέατρο. Είχα την ελπίδα πως θα ‘ναι ακόμα νοτισμένο με το άρωμά της, πως θα ‘ναι ακόμα ζεστό από το άγγιγμα του προσώπου της… αλλά όχι. Όλα έχουν χαθεί, αφήνοντας πίσω μόνο το πένθος. Αν και… υπάρχει και κάτι ακόμα… Τις πρώτες στιγμές του πόνου μάς χτυπούν την πόρτα οι πιο παράλογες ιδέες. Θα πιστέψεις πως την φωτογράφισα στο νεκροκρέβατό της; Σ’ εκείνο το αναθεματισμένο δωμάτιο, την στιγμή που το πνεύμα της δραπέτευε, εγκατέστησα την φωτογραφική μου μηχανή και άναψα την κορδέλα μαγνησίου. Εκείνη την στερνή, τρομακτική ώρα, έκανα με περίσσια φροντίδα και λεπτότητα πράγματα που τώρα με εξοργίζουν. Όμως, κάθε φορά που το σκέφτομαι, με παρηγορεί το ότι είναι ακόμα εδώ, ότι μπορώ να την ξαναδώ όπως την είδα για τελευταία φορά».
«Και πού βρίσκεται αυτό το πορτραίτο;» τον ρώτησα.
Δίστασε λίγο, όμως μου απάντησε χαμηλόφωνα:
«Δεν το ‘χω, ή μάλλον… ναι το ‘χω. Έχω το αρνητικό. Όμως, δεν βρήκα ποτέ το κουράγιο να το εμφανίσω. Βρίσκεται ακόμα στη συσκευή. Φοβάμαι να το αγγίξω. Και όμως, το θέλω τόσο πολύ. Τόσο πολύ…»
Ακούμπησε το χέρι του στον ώμο μου:
«Άκου. Απόψε… η παρέα σου… το ότι μίλησα για ‘κείνη… μ’ έκαναν να νιώθω καλύτερα. Να νιώθω δυνατός. Θα ήθελες να έρθεις μαζί μου, στο εργαστήριό μου, και να εμφανίσουμε μαζί το αρνητικό;»
Με κοιτούσε με την ίδια έκφραση αγωνίας που έχει ένα παιδί όταν τρέμει μήπως του αρνηθούν το παιχνίδι που λαχταρά.
«Φυσικά και θα έρθω», είπα.
Αναθάρρησε. «Ναι… μαζί σου, δεν θα είναι το ίδιο. Μαζί σου, θα είμαι πιο ήρεμος… και αυτό θα μου κάνει καλό… πολύ καλό… θα το δεις…»
Μπήκαμε στο εργαστήριό του: ένα μικρό δωμάτιο, πολύ σκοτεινό, όπου τα ράφια του κοσμούνταν από σειρές γεμάτες φιαλίδια. Μια σανίδα από την μια άκρη του τοίχου μέχρι την άλλη ήταν γεμάτη από λεκάνες, μπουκαλάκια και βιβλία.
Δεν μιλούσε, παρά υπό το τρεμάμενο φως του κεριού, ανάμεσα στις σκιές που χόρευαν γύρω του, μελετούσε τις ετικέτες των φιαλιδίων και ξεσκόνιζε τις λεκάνες.
Άναψε μια λάμπα, που έλουσε αμέσως με κόκκινο φως το δωμάτιο, και έσβησε το κερί.
«Κλείσε την πόρτα», μου είπε.
Αυτή η νύχτα, βαμμένη στο κόκκινο του αίματος από τον φωτισμό της λάμπας, είχε κάτι το δραματικό. Απρόσκλητες σκιές χάιδευαν τις καμπύλες των φιαλιδίων, τα λακκάκια στα μάγουλά του, τις ρυτίδες των κροτάφων του.
«Έχει κλείσει καλά η πόρτα; Καλώς, ξεκινώ», είπε.
Άνοιξε ένα ξύλινο πλαίσιο και αφαίρεσε από μέσα το αρνητικό. Το έπιασε με προσοχή, τοποθετώντας τον αντίχειρα και τον δείχτη στις άκρες και κρατώντας τεντωμένα τα υπόλοιπα δάχτυλα, και το κοίταξε για αρκετή ώρα, λες και τα μάτια του πάλευαν να δουν την κρυμμένη εικόνα που σύντομα θα αποκαλυπτόταν.
«Εδώ είναι. Είναι φρικτό», μουρμούρισε.
Στη συνέχεια, το άφησε να γλιστρήσει απαλά στη λεκάνη και άρχισε να την ταρακουνά.
Δεν ξέρω γιατί, όμως μου φαινόταν πως τα επαναλαμβανόμενα χτυπήματα της πορσελάνης δημιουργούσαν έναν περίεργο και συνάμα πένθιμο ήχο. Κάτω από το κόκκινο φως της λάμπας, το μονότονο πηγαινέλα του γαλακτώματος χάιδευε την πλακέτα, βγάζοντας έναν υπόκωφο θόρυβο, σαν αναφιλητό και εγώ αδυνατούσα να πάρω τα μάτια μου από το μαύρο δαχτυλίδι που σταδιακά εμφανιζόταν στις άκρες του λευκού γυαλιού.
Το διάφανο υγρό άρχισε σιγά σιγά να θολώνει. Σύντομα, μια κηλίδα που ολοένα και μεγάλωνε εμφανίστηκε στην πλακέτα, ενώ οι άκρες τις μαλάκωναν σε πιο γλυκιές αποχρώσεις.
Κοίταξα τον φίλο μου. Τα τρεμάμενα χείλη του σιγοψιθύριζαν κάποιες λέξεις ακατανόητες. Έπιασε το αρνητικό, το σήκωσε στο ύψος των ματιών του και καθώς έσκυβα πάνω από τον ώμο του, είπε:
«Εμφανίζεται… αργά. Τα εργαλεία μου είναι αδύναμα, όμως κάνουν δουλειά. Να, τα λευκά ήδη εμφανίζονται. Περίμενε, θα δεις».
Τοποθέτησε την πλακέτα ξανά στην λεκάνη και εκείνη, μ’ έναν απαλό ήχο, βυθίστηκε στο υγρό.
Πήρε, ομοιόμορφα σχεδόν, μια γκρίζα απόχρωση. Χαμήλωσε το κεφάλι και είπε ήρεμα:
«Αυτό το μαύρο ορθογώνιο είναι το κρεβάτι… πιο πάνω, αυτό το τετράγωνο που βλέπεις – μου το υπέδειξε ανασηκώνοντας το πηγούνι του – είναι το μαξιλάρι. Και εκεί, στη μέση, αυτό το φωτεινό σημείο με το χλωμό περίγραμμα που χάνεται στο μαύρο φόντο… είναι εκείνη… με τον σταυρό που της έπλεξα ανάμεσα στα δάχτυλα».
Η φωνή του έσπασε.
«Καημένη, μικρή μου… αγαπημένη μου…»
Δάκρυα κύλισαν στα μάγουλά του, ενώ αναστεναγμοί πάλευαν να δραπετεύσουν απ’ το στέρνο του. Και έκλαψε. Χωρίς δισταγμό, όπως ξέρει να κλαίει εκείνος που έκανε συνήθειά του τον θρήνο, εκείνος που τα αναφιλητά τού είναι πιο οικεία από το χαμόγελο.
«Οι λεπτομέρειες αρχίζουν να διακρίνονται», είπε ανάμεσα απ’ τα δάκρυα. «Να, δίπλα της, τα αναμμένα κεριά και το ευλογημένο κλαδί από πυξάρι… τα μαλλιά της, που τόσο αγαπούσα… τα χέρια της, για τα οποία καμάρωνε τόσο… και το μικρό λευκό ροζάριο που βρήκα στο Ευχολόγιό της… Θεέ μου! Με πληγώνει να τα ξαναβλέπω όλα αυτά, και όμως, είμαι χαρούμενος… πολύ χαρούμενος. Είναι σαν να την έχω εδώ ξανά. Καημένη μου μικρή…»
Διαισθάνθηκα πως τα συναισθήματα θα τον κυρίευαν και, αναπόφευκτα, προσπάθησα να τον ηρεμίσω.
«Δεν νομίζεις πως η πλακέτα θα ‘ναι έτοιμη πια;»
Πήρε την πλακέτα και την πλησίασε στη λάμπα, την επεξεργάστηκε από κοντά, την τοποθέτησε στη λεκάνη, την εξέτασε ξανά, την βύθισε για άλλη μια φορά, ψελλίζοντας «όχι… όχι…».
Θυμάμαι ακόμα την έκπληξή μου από τον τόνο της φωνής του και τις αδέξιες κινήσεις του, όμως δεν είχα χρόνο να αντιδράσω, καθώς συνέχισε να μιλά.
«Υπάρχουν πράγματα που δεν έχουν εμφανιστεί ακόμα. Αργούν λίγο, αλλά στο είπα, τα εργαλεία μου είναι αδύναμα και έτσι οι λεπτομέρειες σχηματίζονται σταδιακά».
Άρχισε να μετρά. Ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε.
«Φτάνει τώρα. Αν το πιέσω κι άλλο, θα το καταστρέψω».
Πήρε το στιγμιότυπο, το τίναξε οριζόντια, το πέρασε κάτω από καθαρό νερό και μου το έδειξε.
«Δες».
Όμως, την στιγμή που τέντωνα το χέρι μου, τον είδα να τινάζεται ξαφνικά και να γέρνει απότομα μπροστά, να πλησιάζει την πλακέτα στη λάμπα και υπό το κόκκινο φως της το πρόσωπό του να παίρνει μια έκφραση τόσο αποκρουστική που ούρλιαξα.
«Τι συμβαίνει;»
Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα, τα χείλη του τραβήχτηκαν αποκαλύπτοντας τα δόντια του που έτριζαν. Σχεδόν άκουγα την καρδιά του να σφυροκοπά στο στήθος του και ολόκληρο το σώμα του παλλόταν μπρος πίσω.
Τον έπιασα από τον ώμο και προσπαθώντας να βρω την πηγή αυτής της απόκοσμης αγωνίας του, τού φώναξα ξανά.
«Μίλα επιτέλους. Τι σου συνέβη;»
Έστρεψε το πρόσωπό του προς την μεριά μου και με κάρφωσε κατάματα μ’ ένα βλέμμα πορφυρό σαν αίμα. Το πρόσωπό του δεν είχε πια τίποτα το ανθρώπινο. Άρπαξε τον καρπό μου τόσο βίαια που τα νύχια του χάραξαν την σάρκα μου.
Τρεις φορές άνοιξε το στόμα του να μιλήσει και τις τρεις φορές απέτυχε. Κραδαίνοντας την φωτογραφία πάνω απ’ το κεφάλι του ούρλιαξε μέσα στην αιματοβαμμένη νύχτα:
«Εγώ! Εγώ, ο καταραμένος! Δεν ήταν νεκρή! Εγώ την σκότωσα! Τα μάτια της… άνοιξαν!»

Περισσότερες ιστορίες του Maurice Level θα βρείτε στο βιβλίο «Ιστορίες του Γκραν Γκινιόλ» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρχέτυπο.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά