Κριτική: “Γεννημένη στις 13 – Στίγματα” του Χρήστου Αντώναρου

by Αργυρώ Χαρίτου

Πληροφορίες

Συγγραφέας: Χρήστος Αντώναρος
Εκδοτικός οίκος: Ανάτυπο
Σελίδες: 468
ISBN: 9786185239589

Οπισθόφυλλο:

«Στίγματα είναι όλα εκείνα τα σημάδια που κουβαλάμε πάνω μας και μέσα μας, και μας θυμίζουν τα μαρτύρια μας, μα ταυτόχρονα μας δυναμώνουν· γιατί επιβιώσαμε, είμαστε εδώ, μπροστά σε μια νέα αρχή. Jan, σου αφιερώνω αυτό το βιβλίο γιατί με δίδαξες πως ποτέ δεν πρέπει να σταματάμε να παλεύουμε, ακόμα και όταν το ένα κακό μαντάτο υποδέχεται το άλλο. Ακόμα και όταν οι δυσκολίες μας γονατίζουν, μας ξαπλώνουν και μας φέρνουν ένα βήμα πριν το τέλος. Γιατί, αν μη τι άλλο, το να μάχεσαι είναι το νόημα της ζωής. […] Οι τελευταίες σελίδες που διάβασε στο βιβλίο που του εμπιστεύτηκε ο Πατέρας δε βγάζουν νόημα. Το νιώθει ασήκωτο και σχεδόν γλιστράει από τα χέρια του. Μυρίζει άσχημα, λες και το μαύρο δέρμα που είναι δεμένο άνηκε σε ένα ψοφίμι που δεν ξεπλύθηκε ποτέ. Η ελπίδα που υποσχόταν μέχρι και πριν από λίγο, μεταμορφώθηκε απότομα σε πόνο, θλίψη και χαμό. Το δωμάτιο που διαμένει μικραίνει απότομα, ενώ την ίδια στιγμή ο λαιμός και τα χείλη του ξεραίνονται. Η γεύση του πούρου του τον αηδιάζει. Αναστενάζει και ο καπνός τον κάνει να βήξει. Δε θυμάται την τελευταία φορά που τον έπνιξε ο καπνός. Ίσως την πρώτη φορά που κάπνισε. Κουνώντας το κεφάλι του κλείνει το βιβλίο και το βάζει στην εσωτερική τσέπη του παλτού του. Ρουφάει άλλη μια τζούρα και εκπνέει δημιουργώντας ένα σύννεφο καπνού. Οι τοίχοι του δωματίου του εξαφανίζονται από τα μάτια του, ώσπου η διάλυση του καπνού τούς επιτρέπει να εμφανιστούν. Μοιάζουν πιο σκοτεινοί από πριν. Η φλόγα των κεριών είναι αμυδρή και θαμπή. Λες και τα μάτια του έχουν θυμώσει με το φως και το απωθούν. Τέσσερις μήνες. Τόσο περίμενες για να μου τα αλλάξεις όλα. Γιατί;…»

Κριτική

«Δεκατρείς καρδιές κρέμονται από το πήλινο ταβάνι με αλυσίδες, σχηματίζοντας έναν τέλειο κύκλο. Δεκατρείς καρδιές χορεύουν υπό το φως των κεριών. Ο παλμός τους ηχεί σαν τύμπανα πολέμου μέσα στο σκοτάδι, συνοδεύει το τραγούδι της μάγισσας. Εκείνη, η ερωμένη του δαίμονα, γονατισμένη από κάτω τους, λούζεται στο αίμα, ψιθυρίζοντας στην γλώσσα της άλλης πλευράς.Ένα νανούρισμα, σε μια απαγορευμένη γλώσσα για τους θνητούς, για το αγέννητο παιδί της που άψυχο κοιμάται μέσα της».

Έτσι ξεκινάει το τρίτο βιβλίο του Χρήστου Αντώναρου και αμέσως αντιλαμβανόμαστε ότι θα είναι πιο σκοτεινό από τα δυο προηγούμενα και πιο αιματηρό. Προσωπικά, μου άρεσε τόσο πολύ η αρχή, που άργησα να το αφήσω από τα χέρια. Μπορεί η συνέχεια του πρώτου κεφαλαίου να μην είναι γεμάτη αίματα, όμως είναι το ίδιο δυνατή, δίνοντάς μας από την αρχή να καταλάβουμε ότι θα είναι διαφορετικό απ’ όσα είχαμε διαβάσει.

Από την αρχή μας τοποθετεί στον μεγάλο πόλεμο που περιμέναμε να δούμε από το πρώτο βιβλίο. Έναν πόλεμο που κάποιοι αποζητούσαν, κάποιοι ήθελαν να σταματήσουν, κάποιοι αναζητούσαν προσωπικά οφέλη και κάποιοι δεν ήθελαν να γίνει ποτέ. Στο τρίτο μέρος παίρνουμε τις απαντήσεις στις απορίες που είχαμε στα δυο προηγούμενα.

Τι είναι προδοσία;  Πόση δύναμη κρύβει η αγάπη, το μίσος; Ποιος πόνος είναι ο πιο δυνατός: ο σωματικός ή ο ψυχικός; Αξίζουν χίλιοι βασανιστικοί θάνατοι για να κερδίσεις αυτό που επιθυμείς; Ποιος είναι τελικά ο νικητής;

Αυτό που καταφέρνει ο συγγραφέας είναι ότι ενώ μας μιλάει για τον πόλεμο, ισορροπεί τις εξελίξεις του χωρίς να μπουκώνει τον αναγνώστη συνέχεια με αίμα, βία, πόνο, σκοτωμούς. Η μεγάλη μάχη μπορεί να γίνεται σ’ ένα σημείο, όμως διάσπαρτες μικρότερες, εξίσου σημαντικές μάχες, υπάρχουν σε όλη την ιστορία, με τους ήρωές μας να αντιμετωπίζουν ακόμα και τον ίδιο τους τον εαυτό. Μας παρουσιάζει, με υπέροχες εικόνες, ρεαλιστικούς διαλόγους και μονολόγους και τις επιλογές των χαρακτήρων, οι οποίοι οδεύουν στον πόλεμο ή τον αποφεύγουν.

Συναντάμε ήρωες που αγαπήσαμε και μισήσαμε στα προηγούμενα βιβλία. Δεν θα επεκταθώ στην ψυχοσύνθεσή τους,  γιατί είναι το τελευταίο βιβλίο και δεν θέλω να αποκαλύψω πράγματα σε όσους δεν έχουν διαβάσει ακόμα τα προηγούμενα.

Θέλω να μιλήσω γι’ αυτά που προκαλεί ο συγγραφέας. Από την αρχή του πρώτου βιβλίου βλέπουμε ότι έχει δημιουργήσει έναν δικό του κόσμο με φυλές, οντότητες, άλλες να μένουν στη Γη, άλλες στον Παράδεισο και άλλες στην Κόλαση. Όλες όμως διεκδικούν τη Γη. Σε κάθε βιβλίο οι εντάσεις αυξάνονται και οι μάχες γίνονται καλύτερες. Σε κάθε επιλογή που κάνουν οι ήρωές μας, είτε σωστές είτε λανθασμένες, είναι λογικές την εκάστοτε στιγμή που παίρνονται. Πολλοί είναι οι χαρακτήρες του βιβλίου και ο συγγραφέας έχει πετύχει να είναι όλοι ολοκληρωμένοι, με ιδιαιτερότητες. Θα μπορούσαν όντως να ζουν στη Γη επιδιώκοντας να εκπληρώσουν τον σκοπό τους.

Αυτό το βιβλίο διαφέρει ως προς τον πόνο από τα προηγούμενα βιβλία. Έχει περισσότερο. Είναι πιο βαρύ. Πολλές φορές πνίγει συναισθηματικά τον αναγνώστη, γιατί είναι η αποκορύφωση, η λύτρωση, το τέλος.

«Στίγματα είναι όλα εκείνα τα σημάδια που κουβαλάμε πάνω μας και μέσα μας, και μας θυμίζουν τα μαρτύρια μας, μα ταυτόχρονα μας δυναμώνουν· γιατί επιβιώσαμε, είμαστε εδώ, μπροστά σε μια νέα αρχή».

Αυτό ακριβώς συμβαίνει με τους χαρακτήρες. Σημάδια που κουβαλάνε όλοι τους, καλοί ή κακοί. Θα συμπλήρωνα και «επιθυμίες που πλήρωσαν, αλλά δεν είχαν προλάβει να γίνουν στίγματα στην ψυχή και στο κορμί».

Η δράση υπάρχει από την αρχή μέχρι το τέλος. Κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ακόμα και οι δευτερεύοντες χαρακτήρες, που προετοιμάζονται κι εκείνοι για τον επερχόμενο πόλεμο, έχουν να πουν μια ιστορία που συναρπάζει.

Βιώνουμε, μαζί με τους ήρωες, τον πόνο, το μίσος, τη θλίψη, τη στεναχώρια. Μερικές αστείες προτάσεις ανάμεσα σε διαλόγους προσπαθούν να δώσουν μια νότα αισιοδοξίας, όμως νιώθουμε το βάρος που υπάρχει στην καρδιά του καθενός. Το ψυχογράφημα του κάθε ήρωα είναι ολοκληρωμένο.  

«Στα χέρια των αδαών, ένα ξόρκι, όσο και να το περιγράψουν με φανταχτερά λόγια και να το στολίσουν με φωτεινά χρώματα και σύμβολα, δε διαφέρει καθόλου από ένα μαχαίρι στα  χέρια ενός παιδιού».

Αυτό κάνει και ο συγγραφέας. Με τρόπο μαγικό, μας παρασέρνει σ’ έναν κόσμο: μαγισσών, δαιμόνων, τεράτων και παρακολουθούμε το πώς χειρίζονται τη μαγεία, τη δύναμη, τα όπλα, τη γνώση που κατέχουν ή όχι.

Ένα ακόμα θετικό αυτού του βιβλίου είναι ότι έχουν ελαττωθεί κατά πολύ οι μεγάλες περιγραφές, που πολλές φορές μπλόκαραν τη ροή των προηγούμενων βιβλίων. Στο τρίτο μέρος είναι όσες χρειάζονται για να δώσει τα απαραίτητα στοιχεία της κοσμοπλασίας του, χωρίς να μπουκώνει και να κουράζει.

Κάποια στιγμή, φτάνει το τέλος. Το τέλος που ήταν ρεαλιστικό, δυνατό, αληθινό. Όλα τα πλάσματα, ανθρώπινα, μαγικά, δαίμονες και άγγελοι, μετά τη λήξη του πολέμου, είχαν να πληρώσουν, θα πω, για τις αποφάσεις τους, τις επιλογές τους. Ο συγγραφέας αυτό που ήθελε να δείξει ήταν ότι κανένας δεν μένει ατιμώρητος, όσο αγνές κι αν ήταν οι προθέσεις του. Δεν επιβραβεύει κανέναν. Όταν ο αναγνώστης κλείνει το τρίτο βιβλίο, συνειδητοποιεί ότι τίποτα δεν είναι αιώνιο, ο πόλεμος φέρνει μόνο πόνο και η ιστορία επαναλαμβάνεται.

Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Νέστορα, Γλωσσολόγος & Επιμελήτρια κειμένων

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά