Κριτική: “Σκοτεινά Δωμάτια” του Βαγγέλη Παπαδιόχου

by Μαρία Σούμμα

Πληροφορίες

Τίτλος: Σκοτεινά Δωμάτια
Συγγραφέας: Παπαδιόχος Βαγγέλης
Εκδόσεις: Συμπαντικές Διαδρομές
ISBN:978-690-607-197-3
Ημ. έκδοσης: Δεκέμβριος 2019
Σελ.: 167

Ιστορίες ψυχολογικού και σωματικού τρόμου για καθημερινούς χαρακτήρες που έρχονται ξαφνικά αντιμέτωποι με παλιές τραυματικές εμπειρίες και κάποιους από τους χειρότερους εφιάλτες τους, που απειλούν να εισβάλλουν στην πραγματικότητα. Ο φόβος του εγκλεισμού, ερωτικά απωθημένα, ενοχικά συμπλέγματα και η διάθεση διαφυγής από μια ασφυκτική πραγματικότητα διατρέχουν τις παρακάτω ιστορίες, μέσω μιας κυρίως εικονοποιητικής και συχνά κινηματογραφικής αφήγησης.

Κριτική

Οι ιστορίες

Σε διαφορετικά διηγήματα θα συναντήσουμε έξι διαφορετικές ιστορίες κα έξι διαφορετικούς, μα τόσο ίδιους συνάμα πρωταγωνιστές.

Σχεδόν καθημερινές, όχι φυσικά από αυτές που θα μπορούσαμε να ζήσουμε, από τις άλλες που βλέπουμε στα δελτία ειδήσεων, που φιγουράρουν με μεγάλα γράμματα στα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων.   

Αποτρόπαια εγκλήματα και ειδεχθείς πράξεις έναντι αθώων. Φόβος, φρίκη και τρόμος ντύνουν σαν ταπετσαρία διάφορα δωμάτια, που θα φιλοξενήσουν ανυποψίαστα θύματα. Δωμάτια που φρόντισε κάποιο άρρωστο μυαλό να διακοσμήσει τόσο έντονα με πινελιές μίσους και πνευματικής διαστροφής, σε φόντο συναισθηματικού κενού.

Ιστορίες που όποιος έζησε, κουβαλάει πάντα την ανάμνησή τους, σιδερένια μπάλα στο δεξί του πόδι. Τη σέρνει με κόπο, ακόμα και όταν αυτή έχει καταφέρει να γίνει συνήθεια, σχεδόν προέκταση του κορμιού του. Ένα πέμπτο άκρο που ξεφύτρωσε και ενώ δεν μπορεί να σου προσφέρει τίποτα, είσαι υποχρεωμένος να το σέρνεις. Είναι άνευρο και ξερό και απλώς κολλημένο επάνω σου, μα σε κάθε αλλαγή των “καιρών” πονάει και σου ξυπνάει όλα αυτά που κοιμόντουσαν μαζί του.

Οι ήρωες

Θα τους δεις παντού!

Θα σε προσπεράσουν στον δρόμο, θα κάτσεις δίπλα τους στον ηλεκτρικό, θα πιουν καφέ απέναντί σου, μένουν στο διπλανό διαμέρισμα. Είναι συνήθως λιγομίλητοι έως και απρόσιτοι, δεν γελούν ποτέ και διακρίνονται από μια διαφάνεια που τους κάνει αδιάφορους. Σε σπάνιες περιπτώσεις που θα σηκώσουν το κεφάλι και έχεις τη διάθεση να δεις τι κρύβει το βλέμμα τους, υπάρχει μια στάλα ελπίδας να καταλάβεις ότι απλώς πονάνε· το βλέπουμε σε κάθε αναφορά του συγγραφέα σε αυτούς.

Με έμμεσο τρόπο και μέσα από απλές παρομοιώσεις, ο συγγραφέας μάς οδηγεί να δούμε τον πόνο τους, περιγράφοντας τη στάση του σώματός τους,  τον τρόπο που κοιτούν, που περπατούν. 

Σε καμία περίπτωση, οι ήρωες του βιβλίου δεν αποτελούν κάτι σπάνιο και περίεργο, κάτι μοναδικό. Τουναντίον, είναι οι “συνήθεις ύποπτοι” και αυτό είναι ένα από τα χαρακτηριστικά που αγάπησα επάνω τους. Δεν χρειάστηκε να ψάξω πολύ, όλα ήταν ξεκάθαρα από την αρχή, αυτοί θα ήταν οι πρωταγωνιστές, αυτοί κρατούσαν τον μίτο που θα τους βοηθούσε να βγουν από τον σκοτεινό τους λαβύρινθο.

Στέκονται στο κέντρο ενός τυφώνα, ακίνητοι, σε εκείνη ακριβώς την τρύπα που μπορούν να δουν τα πάντα να αλλάζουν χωρίς τίποτα να μπορεί να τους αγγίξει.

Ο συνδετήριος κρίκος

Τι μπορεί, άραγε, να κάνει μια κοινότοπη ιστορία και έναν καθόλα συνηθισμένο ήρωα να ξεχωρίσουν; Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές και πάντα καταλήγω ότι είναι αποκλειστικά και μόνο στο χέρι ή ορθότερα στην πένα του συγγραφέα να βρει τα κατάλληλα εκείνα τεχνάσματα, που  θα με κάνουν να δω την απλότητα και την κοινοτοπία με διαφορετική οπτική.

Ο Βαγγέλης Παπαδιόχος το επιτυγχάνει σε μεγάλο βαθμό.

Οι περιγραφές καθόλα κινηματογραφικές, με μια λογική συνέχεια και απλοϊκή συνέπεια στον κύριο άξονα ξετυλίγει χαρισματικά μία μία τις ιστορίες, ξεδιπλώνοντας μπροστά μας σκηνές από ταινία μικρού μήκους.

Εικόνες ξεπηδούν σε κάθε παράγραφο, χωρίς να δίνει ιδιαίτερη και λεπτομερή έμφαση στην περιγραφή των χωρών. Διηγείται και μας αφήνει να δημιουργήσουμε εκούσια όλο το σκηνικό.

Είναι αξιοσημείωτο ότι παρά των συχνών εναλλαγών του τόπου ο συγγραφέας καταφέρνει και διατηρεί τον ήρωα στο κέντρο. Μια πελώρια περιστρεφόμενη θεατρική σκηνή γυρίζει με ταχύτητα και ο ήρωας πάντα εκεί.

Κάθε χαρακτήρας βιδωμένος σε έναν άξονα, αυτόν του παρελθόντος, αυτόν του σκοτεινού δωματίου. Μέσα από ρεαλιστικούς διαλόγους με τον υποτυπώδη περίγυρό τους, μας σκιαγραφεί σταδιακά τους πρωταγωνιστές του χωρίς και πάλι να σταθεί σε λεπτομερείς περιγραφές, μας παραδίδει τα πινέλα και μας αφήνει να τους χρωματίσουμε όπως θέλουμε, δίνοντάς μας πάντα όμως σαφείς οδηγίες.

Σε όλο το βιβλίο όμως δεσπόζουν οι εσωτερικοί διάλογοι, ίσως γιατί είναι πιο έντονοι, ίσως πάλι γιατί δεν είναι σαφείς, αλλά περίτεχνα μεταμφιεσμένοι κάτω από τις αναμνήσεις που γυρνούν ξανά και ξανά στο μυαλό τους. Ο συγγραφέας σε παράλληλη τροχιά τους ψυχογραφεί έναν προς έναν, εκεί επάνω στη σκηνή που κυριαρχούν και ενόσω η πλοκή συνεχίζει ακάθεκτη την κάθετη πορεία της προς το τέλος.

Μας δίνει όλα τα κομμάτια του παζλ και απαιτεί να τα συναρμολογήσουμε πριν από το τέλος. Έτσι θα μπορέσουμε να δικάσουμε, να δικαιολογήσουμε ή  να λυπηθούμε τον κεντρικό χαρακτήρα. Όλα αυτά όμως πριν το τέλος, γιατί ποτέ δεν μπορείς να κάνεις εικασίες και αυτό από μόνο του αποτελεί επιτυχία για ένα βιβλίο –σκέψη.

Με γλώσσα πρωτότυπα κλασική και γλαφυρή οι λέξεις σε παρασύρουν σε έναν γοργό ρυθμό ανάγνωσης που, δυστυχώς, ορισμένες φορές ανακόπτεται από τις παλίνδρομες σκέψεις και τους εσωτερικούς διαλόγους. Ήταν αρκετές οι φορές που έπρεπε να ανατρέξω στην αρχή της παραγράφου για να διακινήσω το πού βρισκόταν ο εκάστοτε χαρακτήρας τόσο χρονικά όσο και τοπικά. Αυτό καθαυτό έχει ως αποτέλεσμα να συγκρατεί τον ρυθμό τής κατά τα άλλα γρήγορης ροής που διακρίνει όλα τα διηγήματα. Θα προτιμούσα να ήταν πιο σαφής ο διαχωρισμός των σκέψεων και των αναδρομών στο παρελθόν. Πιθανότατα, αν γινόταν εκφραστικά να αλλοίωνε την αίσθηση του συνονθυλεύματος που θέλει να μας μεταφέρει ο συγγραφέας, ίσως κάποια γραφιστική παρέμβαση να οριοθετούσε όμως αυτά τα σημεία, που είναι αρκετά, και να διευκόλυνε ιδιαίτερα την ανάγνωση και κατά συνέπεια τη ροή. Θα ήθελα ο επιμελητής να είχε φροντίσει λίγο περισσότερο το βιβλίο σε αυτό το κομμάτι, ώστε να απογείωνε με την καθοριστική του παρέμβαση το ήδη αξιόλογο κείμενο.

Συναισθηματικά δεν μπορείς να μείνεις αμέτοχος σε καμιά εκ των ιστοριών, οι οποίες τηρούν αυστηρά την κλιμάκωση και με ανατροπές σε μοτίβα Λιγκότι σε δεσμεύουν απροσδιόριστα μέχρι το τέλος, στην πλειονότητά τους τουλάχιστον.

Το αποτέλεσμα

Τι μπορεί, άραγε, να κάνει ένα βιβλίο καλό ή μη; Η απάντηση για μένα είναι μια: “να έχει κάτι να πει”, όταν η τελευταία σελίδα γυρίσει σαν καπάκι να σφραγίσει ένα ακόμα ταξίδι. Ο ποιητής μίλησε ρίχνοντας σιωπηλά τον κύβο του. “Δεν υπάρχει πιο σκοτεινό δωμάτιο από το ίδιο μας το μυαλό”.

Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Νέστορα, Γλωσσολόγος & Επιμελήτρια κειμένων

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά