Κριτική: “O Κήπος, μια ιστορία τρόμου” του Γιώργου Τσιρακίδη

by Μαρία Σούμμα

Πληροφορίες

Τίτλος: O Κήπος – μια ιστορία τρόμου
Συγγραφέας: Γιώργος Τσιρακίδης
Εκδόσεις: Momentum
ISBN: 978-618-84362-9-9
Ημ. έκδοσης: 2020
σελ: 129

Ο Κήπος είναι ένα σκοτεινό παραμύθι τρόμου και μαγείας.

Φυτά με θαυμαστές ιδιότητες, φάρμακα, αλλά και φαρμάκια ανθίζουν στην ιστορία της Ναυσικάς και του Μάρκου, που η τύχη τούς ορίζει να ζήσουν στο ίδιο σπίτι σε διαφορετικές εποχές. Να ζήσουν σε ένα σπίτι, όπου ο κήπος του φιλοξενεί μια γωνιά για τον Διάβολο…

Μια ιστορία για το σκοτάδι, τον φόβο και τον θάνατο. Μια ιστορία για να τη διαβάσετε με το φως ανοιχτό…

Κριτική

“Those that can heal can harm; those that can cure can kill”

Celia Rees, Witch Child

Είμαι από αυτή την πάστα αναγνωστών που διαλέγουν βιβλία βάσει ενστίκτου, ως επί το πλείστον. Περιμένω να μου μιλήσει, να μου πει κάτι, από την πρώτη στιγμή που το βλέμμα μου και το εξώφυλλό του θα συναντηθούν σε κάποιο ράφι, να κάνει το πρώτο βήμα και να με προκαλέσει.

Ο Κήπος στάθηκε απέναντί μου και μου έγνεψε σιγοψιθυρίζοντας, στην προσπάθειά του να συστηθεί “είμαι μια ιστορία τρόμου”! Είχε καταφέρει ήδη να κεντρίσει το ενδιαφέρον μου. Βλέπετε, είμαι επίσης καχύποπτη απέναντι στην έννοια του “τρόμου” και δη σε αυτούς που τη χρησιμοποιούν επί ματαίω. Ο Κήπος όμως δεν αρκέστηκε σε αυτό. Προσπάθησα να αγνοήσω τον προκλητικό χαιρετισμό του και να συνεχίσω την αναζήτησή μου σε κάποιο άλλο ράφι, μα ήταν αδύνατο. H κοπέλα στο εξώφυλλο μου έφερε στο μυαλό την Gosia Herba και τις απίθανες δημιουργίες της με νερομπογιά, που δίνουν ζωή στις πιο λιτές γραμμές σχεδίασης (υπέροχο εξώφυλλο από τη Μαρινίκη Μπακάλη). Μια νύχτα μοβ τη σκεπάζει, μια αλλιώτικη νύχτα χωρίς καν φεγγάρι, που πάλι όμως καταφέρνει να ρίξει σκιά στο πρόσωπό της –έτσι τουλάχιστον φαντάστηκα με την πρώτη ματιά–. Η γυναικά είναι ανάμεσα σε λουλούδια, γαϊδουράγκαθα!!! Δεν μπορεί να κάνω λάθος· ακόμα και η γραμμική παρουσίασή τους προδίδει την ταυτότητά τους. Μόνο οι απολήξεις τους με μπερδεύουν. Θα έπρεπε να είναι μοβ, ακόμα και στο βαθύ σκοτάδι, και όχι κόκκινα. Τότε ο Κήπος μού γέλασε υπαινικτικά και με παρακίνησε να γυρίσω στο οπισθόφυλλο. Οι κόκκινες απολήξεις δεν είναι τίποτε άλλο από αίμα, το ίδιο που βάφει και το χέρι που ξεπροβάλλει μέσα από τα λοιπά φυτά του κήπου.

Ο Κήπος έκανε ξεκάθαρη την ταυτότητά του πια. Ένα σκοτεινό παραμύθι τρόμου και μαγείας…φυτά…φάρμακα…φαρμάκια”.

Τίποτα στις πρώτες σελίδες αυτού του βιβλίου δεν μπορούσε να προδιαγράψει την πορεία του, ειδικά μετά το δεύτερο μισό. Μια σύγχρονη ιστορία ενός νέου που πνίγεται, για τους δικούς τους λόγους, στην καθημερινότητα. Μέσα στη μοναξιά της συμπονετικής πολυκοσμίας που τον περιβάλλει, μετά από μια σειρά γεγονότων, θα αναζητήσει την ηρεμία σε ένα εξοχικό.

Με σαφή διαχωρισμό του χθες και του σήμερα που οριοθετήθηκε υπέροχα τόσο από τη σελιδοποίηση όσο και από τη διακριτική εικαστική παρέμβαση, ταξιδεύουμε στον χρόνο. Θεωρώ όμως ότι το “μεταφερόμαστε” ταιριάζει καλύτερα, χάρη στην τριτοπρόσωπη αφήγηση και στην επιλογή του ενεστώτα, που μας κάνει να ζούμε ταυτόχρονα σε δυο σημεία στον χρόνο, μα στον ίδιο ακριβώς χώρο. Αντικείμενα και χώροι ανοίγουν τρύπες στον χρόνο και αφήνουν τη μετάβαση ελεύθερη στον αναγνώστη. Τα δύο κύρια πρόσωπα, ο Μάρκος και η Ναυσικά, σκιαγραφούνται πεντακάθαρα, μέσα από αυτές τις εναλλαγές, χωρίς να βαραίνονται από μακρόσυρτες περιγραφές και περιττά στοιχεία, γεγονός που κάνει αυτό το βιβλίο να διαβάζεται απνευστί, όχι λόγω του μικρού του όγκου, μα και λόγω της ροής, η οποία, ειδικά στα σημεία του παρελθόντος, κυλάει αβίαστα. Μικροί διάλογοι προσδίδουν μια θεατρικότητα που αρμόζει στην ατμόσφαιρα και τονίζει την τραγικότητα των καταστάσεων.

Στα πρώτα κεφάλαια, πίστευα ότι επρόκειτο για μια ακόμη ιστορία αγάπης που τη στοιχειώνει κάποιο φάντασμα, παρασυρόμενη από τη γλαφυρά απλοϊκή γραφή του συγγραφέα, που φρόντισε με φειδώ να τη διανθίσει με υπέροχες παρομοιώσεις. Διάσπαρτα στοιχεία για την εξέλιξη της ιστορίας κρυμμένα έντεχνα μέσα στο χώμα, πίσω από πίνακες ζωγραφικής, ανάμεσα σε φθαρμένα γράμματα, διαλυμένα σε αποστάγματα, πίσω από πρόσωπα με προσωπεία. Θα μπορούσε κάλλιστα να είναι ένα παραμύθι μιας σύγχρονης αποδομημένης Σταχτοπούτας, που αποφάσισε να κρύψει σε μια χρονοκάψουλα το «γοβάκι» της, με αντάλλαγμα την ελευθερία…

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν ένα κοριτσάκι που πήγε να μείνει σε ένα σπίτι με έναν κήπο, για την ακρίβεια, με δύο κήπους που ήταν γεμάτοι με λογής παράξενα φυτά…

Και κάπως έτσι ξεκινάει το παραμύθι!

…μα μετά νύχτωσε και όλα άλλαξαν, όπως συμβαίνει πάντα τη νύχτα· το σκοτάδι σκέπασε τα φυτά και αυτά άλλαξαν, και μαζί τους άλλαξαν και οι άνθρωποι και τα δεδομένα.

Ο συγγραφέας, κάπου στη μέση του βιβλίου, μοιάζει να στοιχειώνεται από τους αδερφούς Γκριμ, ο κήπος γεμίζει με “άνθη του κακού”, ο τρόμος ξεχύνεται ανεξέλεγκτα και σαν γκρίζα πρωινή πάχνη, σκεπάζει τα πάντα. Και κάπως έτσι το παραμύθι γίνεται σκοτεινό!

Το καλό και το κακό δεν συνυπάρχουν, δεν είναι δυνατόν, πρέπει ένα από τα δύο να υπερισχύσει, όπως ακριβώς με τις δύο όψεις του νομίσματος. Ταυτόχρονα δεν μπορείς να τις δεις. Ίσως τελικά η σκιά στο πρόσωπο της κοπέλας στο εξώφυλλο να ήθελε να πει πολλά παραπάνω. Η φύση είναι η πρώτη που θα επιβεβαιώσει τον κανόνα.

Ο Γιώργος Τσιρακίδης διάλεξε με ιδιαίτερη προσοχή και «φύτεψε» στον Κήπο τα πιο περίεργα φυτά. Κάθε ένα από αυτά συνδέεται με έναν μύθο, με δοξασίες, με περίεργες ιστορίες, με βασιλιά αυτών τον Μανδραγόρα! Πήρε μια ανθρωπόμορφη ρίζα και έχτισε γύρω της έναν αλλιώτικο κόσμο, έναν νέο κόσμο, όπως ακριβώς επιτάσσουν και οι ιστορίες που τον συνοδεύουν. Αντλεί στοιχεία, τα φιλτράρει σαν περίεργο ξόρκι και το αποτέλεσμα είναι απρόσμενα φρικιαστικό. Απόλαυσα ιδιαίτερα την ανατρεπτική θεωρία που ανέπτυξε για τον Μανδραγόρα, που την εμπνεύστηκε από την παράδοση και την αφομοίωσε μετά από μελέτη και το αποτέλεσμα: η δημιουργική ανάπλαση μέσα από ευφάνταστη έμπνευση.

Και φυσικά, δεν μπορούμε να μιλάμε για παραμύθι χωρίς μάγισσες, γιατί ας μη γελιόμαστε, όλες οι μάγισσες δεν μένουν στο Σάλεμ. Όσες γλίτωσαν τουλάχιστον, υπάρχουν παντού ανάμεσά μας. Έχουν δύναμη και έχουν σκοπό.

Όπως αναφέρει και η Celia Rees στο Witch Child

“Εκείνοι που μπορούν να θεραπεύσουν, μπορούν να βλάψουν· αυτοί που μπορούν να γιατρέψουν, μπορούν να σκοτώσουν!”

Την ταυτότητά τους, κάθε φορά, θα καθορίσει η κλασική ψηλόλιγνη φιγούρα με το αέρινο περπάτημα και τα κατάμαυρα μακριά μαλλιά. Τα επιδέξια χέρια της είναι το εκτελεστικό όργανο της σκοτεινής ψυχής και του μυαλού της, που ζει και τρέφεται στη γωνιά του Διαβόλου. Τα φάρμακα, δια της μαγείας και με πλήρη συνείδηση, θα γίνουν φαρμάκια και οι ανατροπές τείνουν να παρασύρουν ακόμα και το δόγμα ζωής και θανάτου, τη φιλοσοφία της γέννησης και της αιωνιότητας –αυτής της πολυπόθητης κατάρας–.

Ο Κήπος τελικά αποδείχθηκε ένα amuse-bouche τρόμου, που είχε τα πάντα που αρμόζουν σε ένα σκοτεινό παραμύθι. Παγανιστικές τελετές, παιχνίδια εξουσίας, θυσίες, θύματα που γίνονται θύτες για λίγες σταγόνες αίμα, φίλτρα, μαντζούνια, μάγισσες… Το “Χοῦς εἶ καί εἰς χοῦν ἀπελεύσει…” δια πένας Τσιρακίδη μοιάζει απόηχος της Κόλασης. Πλάσματα που γεννήθηκαν “από χώμα, εκείνο που σαν σκοτεινή μήτρα τα φιλοξένησε στους αιώνες των αιώνων, ψάχνουν τώρα το μέσο για την επιστροφή σε μια σκοτεινή Άβυσσο, μια άλλη αιωνιότητα, τη “Λύτρωση” και δεν θα σταματήσουν, αν δεν το επιτύχουν πότε…

Μια καθόλα αξιόλογη πρώτη εμφάνιση, που με κάνει να αδημονώ για τη συνέχεια.

Υ.Γ. Θα ήθελα μεγαλύτερη ένταση στο τελευταίο “αντίο” της Ναυσικάς.

Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Νέστορα, Γλωσσολόγος & Επιμελήτρια κειμένων

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά