Μια Μάσκα στη σκηνή της Όπερας

by Nyctophilia

Σε ένα παραθαλάσσιο γαλλικό θέρετρο, ένα ξανθό αγόρι πέφτει στο νερό για να σώσει το κόκκινο φουλάρι μίας μικρής νεράιδας από τον Βορρά, που όταν την  ακούει να τραγουδάει, γοητεύεται.

Ο πατέρας της νεράιδας, Σουηδός,  φημισμένος πλέον, βιολιστής ο Gustave Daaé προσφέρει  απλόχερα τις ιστορίες του, στα δύο παιδιά που ζητάνε διαρκώς να ακούσουν καινούριες. Κι όταν εκείνος δουλεύει ή για άλλους λόγους δεν μπορεί να τους διηγηθεί, τα δύο όμορφα και αγνά πλάσματα,  βγαίνουν στον δρόμο και ζητιανεύουν ιστορίες από τους περαστικούς:

«Αγαπητέ κύριε, αγαπητή κυρία, έχετε, μήπως, να μας δώσετε μία ιστορία;»

Τα παιδιά αυτά ζουν την κάθε μέρα με την ανάγκη και την ελπίδα μίας νέας ιστορίας με μάγισσες και ξωτικά που ο πατέρας  Daaé τους βεβαιώνει ότι επισκέπτονται συχνά ένα συγκεκριμένο  ξέφωτο το οποίο  γίνεται ο τόπος συνάντησης τους,  προκειμένου να δουν τα ξωτικά να χορεύουν,  ακριβώς τη στιγμή που βγαίνει  το φεγγάρι. Ο  Raoul δεν τα έχει δει ποτέ. Η μικρή Lotte,  όμως, όπως  φωνάζει την παιδική του φίλη, ο νεαρός, εκείνη που τα σκεφτόταν όλα και τίποτα, εκείνη, ναι,  είναι σίγουρη πως τα έχει δει. 

 Όμως η αγαπημένη τους ιστορία, ειδικά της  κόρης του βιολιστή είναι η ιστορία του Αγγέλου της μουσικής που θα την επισκεφτεί,  όταν ο πατέρας της δεν θα βρίσκεται κοντά της.

«Παιδί μου», της λέει, «όταν θα είμαι στον ουρανό, θα στον στείλω».

Και η  Christine, γιατί αυτό είναι το πραγματικό όνομα της ηρωίδας του Leroux,  κρατάει μέσα της, σαν φυλαχτό, την υπόσχεση αυτή, πολλά χρόνια αφ’ ότου ο πατέρας της,  έχει εγκαταλείψει τη γη.

Η Christine Daaé και ο υποκόμης (vicomte) Raoul de Chagny θα μπορούσαν να ήταν ήρωες μίας γαλλικής τρυφερής ιστορίας, ενός ρομάντζου από εκείνα τα τόσο πολλά που μας άφησαν πίσω τους, οι grands maîtres μεγαλύτερου ή μικρότερου βεληνεκούς προς τέρψη της φιλαναγνωστικής μας διάθεσης και σπανιότερα της ανάγκης μας για κάτι μεγαλειώδες. Μόνο που δεν πρόκειται περί αυτού. Οι συγκεκριμένοι ήρωες είναι οι πρωταγωνιστές ενός μυθιστορήματος τόσο σκοτεινού και πολυεπίπεδου που μέχρι σήμερα δεν μπορούμε να ξεπεράσουμε τη παγωνιά και τη φρίκη που σκορπίζουν οι λέξεις του δημιουργού του, Gaston Leroux,  και ταυτόχρονα, έναν αιώνα μετά παραμένουμε δεμένοι, σαν σε ένα από τα αόρατα σκοινιά του Erik, του βασικού πρωταγωνιστή του, έρμαια της εξωπραγματικής του γοητείας.  Και ενίοτε, ειδικά αν γράφουμε, να τον ζηλεύουμε για αυτό που δημιούργησε. Ένα έργο της λογοτεχνίας του φανταστικού που μαγεύει ακόμα. 

Gaston Leroux, May 6, 1868 – April 15, 1927

Ο Gaston Louis Alferd Leroux γεννήθηκε το 1868 και πέθανε το 1927. Δημοσιογράφος και μυθιστορηματογράφος, λάτρης των ιστοριών  μυστηρίου  δημιούργησε έναν από τους πρώτους  χαρακτήρες  δημοσιογράφου – ντετέκτιβ, στην αστυνομική λογοτεχνία που υπηρετούσε, τότε,  έναν έφηβο αντιήρωα  που μιμήθηκαν και εξακολουθούν να μιμούνται πολλοί δημιουργοί, με το παράδοξο όνομα Joseph Rouretabille. Παρά την πρωτοτυπία όμως, της σκιαγράφησης του νεαρού του ήρωα,  o  Leroux δεν έμεινε στην ιστορία της γαλλικής λογοτεχνίας, λόγω της δημιουργίας αυτού του ήρωα.

Το όνομα του θα συνδεθεί για πάντα στην καρδιά και στη συνείδηση όλων μας,  με τον Erik,  το αξεπέραστο Φάντασμα της Όπερας, τον Άγγελο της μουσικής, τον σατανικό δημιουργό μεγαλειωδών κτηρίων και ανατρεπτικών  ψευδαισθήσεων, ένα λογοτεχνικό  χαρακτήρα που υπέστη μεταλλάξεις και διαφοροποιήσεις (πάνω από 150 διασκευές) αλλά που παραμένει ένας κλασσικά héros maudit, ένας  καταραμένος ήρωας των γαλλικών γραμμάτων.

Η ιστορία του Φαντάσματος  που λαμβάνει χώρα στο Παρίσι τη δεκαετία του 1880, είναι λίγο ή πολύ γνωστή σε όλους. Το Φάντασμα είναι μία απόκοσμη παρουσία, μία μυστηριώδης οντότητα η οποία κατοικεί στην περίφημη Λυρική Σκηνή της Opera Garnier του Παρισιού.  Κινείται μυστηριωδώς στο σκοτάδι, απαιτεί ένα δικό του θεωρείο από τους διευθυντές της όπερας, καθώς και ένα σημαντικό χρηματικό ποσό, ώστε να μην δημιουργεί προβλήματα μέσα στο  δικό του βασίλειο, όπως αντιλαμβάνεται ο ίδιος,  το δικό του σύμπαν, που δεν είναι άλλο από το περίφημο κτίριο της όπερας. Κάποιοι πιστεύουν στην ύπαρξή του, άλλοι προσπαθούν να εκλογικεύσουν τις καταστάσεις  στις οποίες εμπλέκεται και άλλοι φοβούνται την σατανική αυτή παρουσία που στοιχειώνει τον χώρο και τον χρόνο.

Το μυθιστόρημα δημοσιεύθηκε σε συνέχειες, όπως πολλά άλλα αριστουργήματα της εποχής, στην ημερήσια εφημερίδα Le Gaulois από τις  23 Σεπτεμβρίου του 1909 έως τις 8 Ιανουαρίου του 1910. Εκδόθηκε  σε μορφή τόμων στα τέλη  Μαρτίου του 1910 από τον εκδοτικό οίκο Pierre Lafitte, υπό τον γαλλικό τίτλο Le Fantôme de l’Opéra, Το Φάντασμα της Όπερας.

Για τον Leroux, το φάντασμα είναι ένα υπαρκτό πρόσωπο. Το δηλώνει, εξ’ αρχής στην εισαγωγή του μυθιστορήματος επιλέγοντας να αφηγηθεί χρησιμοποιώντας την τεχνική του συγγραφέα – παντογνώστη απευθυνόμενος κατευθείαν στον αναγνώστη του.  Ο τρόπος που αφηγείται, κοινός, σε πολλούς συγγραφείς  κατά τον 19ο και τις αρχές του 20ου αιώνα  συγκινεί όλους όσους ανατράφηκαν με κλασσική λογοτεχνία, αλλά είναι γεγονός ότι φαντάζει περίεργος στο σύγχρονο αναγνώστη, ειδικά στο νεανικό κοινό.

Γενικότερα, παρά το γεγονός ότι, ειδικά μετά την πρόσφατη σχετικά ταινία,  του 2004 με την υπογραφή του Andrew Lloyd Webber που βασίζεται στο ομότιτλο μιούζικαλ με στίχους του Charles Hart, η ιστορία του Erik έχει γίνει ευρέως γνωστή, λίγοι (αναλογικά)  είναι οι αναγνώστες που γνωρίζουν τον συγκεκριμένο ήρωα,  όπως τον δημιούργησε η πένα του Leroux.

O Erik είναι ένα πλάσμα μοναδικό. Γεννήθηκε παραμορφωμένος, δεν έχει δεχτεί ποτέ ένα χάδι ή ένα φιλί,  ούτε από την μητέρα του, της οποίας, όπως λέει ο ίδιος,  το πρώτο δώρο ήταν μία μάσκα προκειμένου  να καλύψει το φρικτό του πρόσωπό. Η μορφή του είναι αυτή ενός ζωντανού – νεκρού. Το δέρμα του σταχτί και νεκρό κολλημένο πάνω σε ένα σκελετωμένο χωρίς μύτη και  σχεδόν χωρίς χείλη κρανίο και όλες οι θαυμαστές του εφευρέσεις και κατασκευές έχουν γίνει από δύο χέρια παγωμένα, άσαρκα που δείχνουν να μην έχουν ζωή.

Πέρασε τα πρώτα του χρόνια σε ένα περιοδεύον τσίρκο, ως τρομακτική φιγούρα του παιδιού που είναι ζωντανό – νεκρό, αλλά εκεί, όντας προικισμένος με ένα εξαιρετικό μυαλό, έμαθε την τέχνη των ψευδαισθήσεων, που χρησιμοποιεί κατά κόρον προκειμένου να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται μέσα στο κτίριο της Όπερας και ενίοτε να εμφανίζεται, ως ένα ακέφαλο σώμα.

Σύντομα, αφού παίρνει αυτό που θέλει ως γνώση από το τσίρκο, φεύγει σε τόπους μακρινούς, όπου σαν αρχιτέκτονας χτίζει παλάτια και δημιουργεί κτίρια που πάντα αφήνει πίσω του για ένα πολύ συγκεκριμένο λόγο. Γνωρίζει πολλά για τα μυστικά των κτιρίων – και όχι μόνο- και φυσικά κανείς πραγματικά ισχυρός δεν θέλει να βρίσκεται στη ζωή κάποιος που να γνωρίζει πολλά. Πάντα φεύγει λοιπόν, υπό την απειλή θανάτου.  

Μετά από όλη αυτή την περιπλάνηση ανά τον κόσμο καταλήγει να δημιουργήσει το δικό του προσωπικό σύμπαν στο Παρίσι. Αρχιτέκτονας του κτιρίου της όπερας κατασκευάζει ένα βασίλειο στα μέτρα του, στα υπόγεια,  όπου βασιλεύει, απόλυτος άρχοντας, μέσα στο σκοτάδι. Πραγματοποιεί έργα ύδρευσης, φτιάχνει μία δική του τεχνητή λίμνη,  δημιουργεί δωμάτια ψευδαισθήσεων και χώρους βασανιστηρίων, αποκτάει ένα άλογο που εξαφανίζει με τρόπο απόκοσμο από μία παράσταση, κι όλα αυτά, γίνονται θέτοντας σε εφαρμογή όλα όσα έμαθε στα ταξίδια του. Οι δεξιότητες του μοιάζουν σχεδόν υπερφυσικές, οι  δυνάμεις του ασύλληπτες, τουλάχιστον όσον αφορά ο σύμπαν της Όπερας που με ένα τρόπο διαβολικό, σχεδόν, αποτελεί την αυτοκρατορία του.

Ζει απομονωμένος από τον υπόλοιπο κόσμο, αλλά έχει το μεγάλο προνόμιο να ζει εκεί που υπάρχει μουσική. Διότι, αυτό το πλάσμα του σκότους ζει και αναπνέει για τη  μουσική. Έτσι, μία ημέρα στον θεσπέσιο αυτό ναό του ήχου και της μελωδίας,  ο Erik ακούει την Christine, τη μικρή νεράιδα από το βορρά, να τραγουδάει. Η Christine εξακολουθεί να είναι αυτό το αγνό, μαγικό πλάσμα που πιστεύει ότι το εξωπραγματικό συνυπάρχει με το πραγματικό μέσα στη ζωή και στην καθημερινότητα και έτσι, όταν ο Erik αρχίζει να την διδάσκει μουσική, μαγεμένος από το ταλέντο της και τις προοπτικές που κρύβονται σε αυτό το νεανικό σώμα, είναι απόλυτα πεπεισμένη ότι ο πατέρας Daaé της έστειλε τον Άγγελο της μουσικής που της είχε υποσχεθεί.

Με ένα περίεργο παιχνίδι συμπτώσεων, ο παιδικός της φίλος, ο Raoul,  ενήλικας πια αλλά πάντα το ίδιο αγνός και συναισθηματικός εμφανίζεται διεκδικώντας την και πάλι. Όμως η  Christine Daaé  δεν θα μπορέσει ποτέ να γίνει γυναίκα του υποκόμη. Το ξέρει, το αναγνωρίζει και το αποδέχεται. Παρόλα αυτά τον αγαπάει. Ο υποκόμης την ακούει να τραγουδάει και αυτή τη φορά δεν είναι απλά θαυμασμός είναι κάτι πολύ πιο πάνω. Είναι μαγεία.  Είναι έρωτας.

«Μια ανθρώπινη ύπαρξη δεν μπορεί να τραγουδήσει όπως εσείς εκείνο το βράδυ  Δεν υπάρχει δάσκαλος σε όλη τη γη που να μπορεί να διδάξει παρόμοιους ήχους», λέει βέβαιος ο Raoul, αποφασισμένος να βρει την αλήθεια.

Ίσως να μην υπάρχει τέτοιος δάσκαλος σε όλη τη γη, αλλά υπάρχει στα έγκατα της. Και είναι η πρώτη φορά που, αυτός ο γνώστης, ο παντοκράτωρ,  έρχεται αντιμέτωπος με συναισθήματα που δεν μπορεί να διαχειριστεί. Γιατί, πλέον δεν νιώθει τη χαρά και τη δημιουργία του δασκάλου. Ο Erik είναι ερωτευμένος.

Η Christine βρίσκεται διχασμένη ανάμεσα στο φόβο και το σεβασμό προς τον δάσκαλό της, τη γοητεία που της ασκεί, αλλά και τα βαθιά συναισθήματα που τρέφει για τον Raoul.   

Ο  Erik το ξέρει. Το άκουσε πρώτη φορά όταν η Christine παρέσυρε με βιασύνη τον αγαπημένο της,  στη στέγη του κτιρίου, σίγουρη ότι ο Erik δεν θα φτάσει ποτέ εκεί, δεν θα εγκαταλείψει τη σκοτεινιά των υπογείων που κατοικεί. Κι όμως, την εξομολόγηση της στον αγαπημένο της Raoul, άκουσε εκείνο το μυθικό σχεδόν πλάσμα που ο συγγραφέας παρομοιάζει με  «τεράστιο πλάσμα της νύχτας γαντζωμένο πάνω στις χορδές της λύρας  του Απόλλωνα που τους καρφώνει με τα πυρακτωμένα του μάτια».

Και μόλις σε εκείνο το σημείο, αρχίζουμε ίσως να τον καταλαβαίνουμε λίγο καλύτερα. Καταλαβαίνουμε το υποβόσκον πάθος που, λόγω του κοφτερού του μυαλού αντιλαμβάνεται πρώτος ο ίδιος, ότι δεν θα ικανοποιήσει ποτέ. Παρατηρεί από μακριά, υποφέρει και εκπλήσσεται. Κλείνει τα μάτια και όλα τα άσχημα συναισθήματα φουντώνουν μέσα του. Συναισθήματα εκδίκησης και μεγαλείου. Ιδέες Φρίκης και Θανάτου. Γιατί αυτός είναι ο  Erik. Ένα πλάσμα του σκότους που δεν υπολογίζει ιδιαίτερα την ανθρώπινη ζωή, καθώς ποτέ κανείς δεν υπολόγισε τη δική του.

Στην ταινία του 2004 που έχει βασιστεί στο μιούζικαλ, τον Erik ενσαρκώνει με την υπέροχη μορφή του, ο Gerard Butler. Το Φάντασμα είναι ήδη μία γοητευτική προσωπικότητα. Η τραγικότητα της ύπαρξης του, το μεγαλείο της μεγαλοφυΐας του, ο κλασσικός μύθος του Πυγμαλίωνα, του δασκάλου, του δημιουργού που σμιλεύει με υπομονή ώστε να πετύχει ένα άριστο αποτέλεσμα είναι ένα αρχέτυπο που πάντα συγκινεί. Ειδικά όταν μία λευκή, μάσκα καλύπτει το μισό ενός κατά τα άλλα υπέροχου προσώπου και ένα δυνατό σώμα περιφέρεται με χάρη επί σκηνής. Φοράει, λοιπόν, την κλασσική μισή μάσκα,  καθώς υποτίθεται πως μόνο το μισό του πρόσωπο είναι καταστρεμμένο και στοιχειώνει τον ύπνο πολλών κοριτσιών. Συχνά ακούμε φράσεις όπως: «Πώς και δεν έμεινε με τον Erik;»  Αυτό για το οποίο αναρωτιέται ο αναγνώστης του βιβλίου, είναι, αν η μορφή δεν είχε γίνει πιο υποφερτή ή έως ακόμα και μεγαλειωδώς μυστηριώδης, αν είχαν ίσως  διαβάσει την περιγραφή του Erik στο βιβλίο,  όπου περιγράφεται ως ένας ζωντανός νεκρός, τότε θα επέλεγαν να μείνουν για πάντα μαζί του; 

Τρία ζήτω (θα μου επιτρέψετε να πω εδώ) για τα κορίτσια που ξέρουν την αλήθεια που κρύβεται πίσω από τη μάσκα κι όμως θα έμεναν με τον Erik.

Όπως η Christine, που  είχε το προνόμιο να δει την αλήθεια. Η γραφή αλλάζει  σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση της Christine, αυτή τη φορά,  όταν διηγείται όλη την αλήθεια για το Φάντασμα στον Raoul. Μέσα από τα λόγια της, όλη η φρίκη που έζησε αλλά και όλο το μεγαλείο που υπάρχει εκεί, στα έγκατα της γης, ζωντανεύει:  

Το δωμάτιο του μαύρο με κόκκινες κουρτίνες που κρέμονται από το ταβάνι. Το κρεβάτι του ένα φέρετρο, και φυσικά ένα πιάνο και πολλές,  πολλές παρτιτούρες και τετράδια σημαδεμένα με κόκκινες νότες.  

Αρνείται αρχικά να  παίξει για εκείνη το αριστούργημα που δουλεύει πάνω από μία δεκαετία. «Ο Δον Ζουάν θριαμβεύων»,  η μυθική, σχεδόν, ιστορία του απόλυτα γοητευτικού αρσενικού, ένας αντίποδας, ίσως; Μια τεράστια αντίθεση. Η σκοτεινιά και το φως. Το μαύρο και το άσπρο ή μήπως, το μαύρο και το κόκκινο;

«Ο δικός μου Don Jouan καίει και όχι από θεϊκή φλόγα, θα σας παίξω Mozart καλύτερα», της λέει.

Κι όμως,  όταν τελικά εκείνη αντικρίζει  το πρόσωπό του, της  παίζει τις μελωδίες από  τα τετράδια με τις κόκκινες νότες,  που παίρνουν ζωή. Ένας λυγμός απόκοσμος, αρχικά κι έπειτα η  φωνή αλλάζει, γίνεται ανθρώπινη γεμάτη πόνο, πόνο από έρωτα, οδηγώντας την σε κάθε γωνιά της προσωπικής του αβύσσου,  μία μουσική ίδια με φρικτό μακρόσυρτο λυγμό, θαυμάσιο, άσχημο, υπέροχο.  Η Ασχήμια πάνω στα φτερά του Έρωτα είχε τολμήσει να κοιτάξει την απόλυτη Ομορφιά.

Κι εδώ τίθεται ένα ακόμα αέναο ερώτημα από εκείνα που μόνο η κλασσική λογοτεχνία έχει τη δύναμη και τη δυνατότητα να μας προσφέρει. Είναι η μεγαλοφυΐα ικανή να σκεπάσει τη απόλυτη φρίκη της μορφής; Και μήπως τελικά,  για αυτό το λόγο ο Erik είναι ένας βαθιά καταραμένος ήρωας; Διότι η ιδιοφυΐα του δεν του αφήνει περιθώρια να αμφισβητήσει ποιος είναι. Ακόμα κι αν η μεγαλομανία του και η οριακή του παράνοια του επιτρέπουν να ολίσθησε σε φαντασιώσεις που δεν γίνεται να πραγματοποιηθούν, τείνουμε να αναρωτηθούμε: Αν η  μεγαλοφυΐα αγγίζει πράγματι την τρέλα κι αν η τρέλα είχε πράγματι  μορφή πώς θα ήταν;

Ασχήμια και ομορφιά. Αέναο λογοτεχνικό αρχέτυπο. Μόνο που στην κλασσική λογοτεχνία ο άσχημος αηδής ήρωας είναι καλός. Να κάτι που δεν ισχύει σε αυτόν τον  ήρωα. 

Παρόλα αυτά, ο Erik την αφήνει να φύγει με υπόσχεση δεμένη με ένα χρυσό δαχτυλίδι. Την παρατηρεί, την ακολουθεί. Πονάει, μα δεν τολμάει να επέμβει πριν την ώρα της τελικής κρίσης. Την απαγάγει, ακόμα μία φορά, τη στιγμή που νιώθει ότι αυτό το δημιούργημα του ανήκει, είναι, φυσικά, η ώρα που εκείνη τραγουδάει επί σκηνής.

Και τότε εκείνος που γνωρίζει την αλήθεια και μας την αποκαλύπτει, ο Πέρσης που κάποτε του έσωσε τη ζωή, αναλαμβάνει πλέον τον θάνατό του, νιώθοντας πως η τρέλα της μεγαλοφυΐας κάλυψε κάθε τι άλλο στον ψυχισμό του. Κατεβαίνει με τον Raoul στο απόλυτο σύμπαν του Φαντάσματος και του εξηγεί γιατί πρέπει να έχει το χέρι στο ύψος των ματιών. Παρεμπιπτόντως, ήταν απογοήτευση που στη ταινία δεν εξηγήθηκε ποτέ σωστά και αποδόθηκε ως συμβουλή της κυρίας Giry.

Και κάπου εκεί το τέλος, το αρμόζον, σκοτεινό τέλος έρχεται. Όχι όπως επιλέγουν οι άλλοι, όπως επιλέγει εκείνος πάντα και για πάντα Θριαμβεύων.

Αν ο Erik είναι όντως ένα υπαρκτό πρόσωπο, όπως διατείνεται ο δημιουργός του τώρα πια δεν υπάρχει. Είναι ο σκελετός που βρέθηκε με το χρυσό δαχτυλίδι στον παράμεσο ή ίσως πάλι όχι. Αλλά αν είναι μία ιδέα; Ή ακόμα πιο ανατριχιαστικά μία οντότητα που ακόμα γλιστράει στα υπόγειας της Όπερας του Παρισιού; Τότε και μόνο τότε αν η ψυχή σας είναι αρκετά καθαρή και το θάρρος σας δεν σας εγκαταλείπει εύκολα θα βρείτε την είσοδο στον κόσμο του. Είναι η είσοδος  του τρίτου υπογείου, ανάμεσα στον τρίποδα και το σκηνικό του Βασιλιά της Λαχόρης. Υπάρχει ένας πολύ μικρός χώρος, ίσα-ίσα αρκετός για να περάσει ένα ανθρώπινο σώμα. Κι έπειτα μία σκάλα και το απόλυτο σκοτάδι. Ίσως και να τον βρείτε. Αν τον βρείτε, αντικρίστε τον χωρίς φόβο ή έστω  χωρίς να δείξετε τον φόβο σας. Είναι ο μόνος τρόπος. Παρόλα αυτά, για παν ενδεχόμενο, κρατήστε το χέρι σας στο ύψος των ματιών. Είναι βασικό να το θυμάστε αυτό.

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Βίβιαν Φόρτη – Στεφάνου γεννήθηκε το 1969. Είναι καθηγήτρια Γαλλικής Φιλολογίας και εργάζεται στην ιδιωτική εκπαίδευση. Το 2012 εκδόθηκε ο «Μύθος», το πρώτο της βιβλίο και αρχή της τριλογίας των Δώδεκα, που συνεχίστηκε με το «Έρεβος» και ολοκληρώνεται με τον «Άθλο».
Ζει στο Λουτράκι, με το σύζυγο και τα δύο τους παιδιά.
Βιβλιογραφία
(2015) Άθλος, Momentum
(2013) Έρεβος, Momentum
(2012) Μύθος, Διόπτρα
(2017) Ιστορίες της γιαγιάς ιτιάς, Εκδόσεις Πηγή (συλλογικό)

Cover art: Anne Bachelier – Phantom-Masked-Ball

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά