«Μπαμπούλας», ή όταν ο φόβος δεν ζει μόνο στο σκοτάδι

by Μαρία Κοσμανίδου

Η γιαγιά μου… Πώς να την περιγράψω για να είμαι ακριβοδίκαιη; Μία γλυκιά γυναίκα, ντυμένη με τα σκούρα φορέματα της ηλικίας της; Μια κλασσική γιαγιά; Ε! λοιπόν, καμία σχέση! Μικροκαμωμένη, αδύνατη, σχεδόν ξερακιανή, λίγα μαλλιά μαζεμένα στην κορυφή του κεφαλιού της, στο σχήμα και το μέγεθος μικρού καρυδιού, που ονόμαζε «κοκορίκο». Είχε μονάχα ένα δόντι, τον κάτω κυνόδοντα, διότι όπως έλεγε, «οι μασέλες είναι σιχαμένες και τις φοράνε μόνο οι παππούδες. Το δόντι αυτό το κρατάω μόνο για να ανοίγω μπύρες». Η όψη της, γενικά, θύμιζε μάγισσα σε άδεια. Ώρες ώρες είχα την εντύπωση πως θα εμφανίσει μια σκούπα, θα την καβαλήσει και θα πετάξει μακριά.

Το πιο ενδιαφέρων, όμως, στοιχείο επάνω της ήταν η ενέργεια που εξέπεμπε. Τα δυο της μάτια, σκούρα και σπινθηροβόλα, φανέρωναν μια ανήσυχη ψυχή, φυλακισμένη σε ένα κορμί ταλαιπωρημένο από τις ασθένειες. Από τα σαράντα της ακόμα υπέφερε σχεδόν από όλες τις ασθένειες που τελειώνουν σε -ίτιδα και της είχαν στερήσει μια φυσιολογική ζωή. Το πνεύμα της όμως παρέμεινε ζωντανό και δυνατό. Η επιβλητική της παρουσία σε καθήλωνε και σε μαγνήτιζε, ένιωθες μια ακατανίκητη περιέργεια ν’ ακούσεις αυτά που είχε να σου πει. Οι ιστορίες της ήταν τόσο ζωντανές που ακούγονταν στα παιδικά αυτιά μας σαν περιγραφή ενός άλλου κόσμου… Κάποιου που η γιαγιά είχε επισκεφθεί και γύρισε για να μας τον περιγράψει. Όπως έλεγε άλλωστε και το όνομά της, Ανδρομάχη, δεν το έβαζε ποτέ κάτω και είχε ανάγκη από πολλή δραστηριότητα στη ζωή της. Είχε καταφέρει να καθηλώσει μια ντουζίνα παιδιά, δίχως να τολμούν να κουνηθούν, σχεδόν το ένα επάνω στο άλλο, μεσημέρι καλοκαιριού και να την κοιτούν με γουρλωμένα μάτια και ορθάνοικτο στόμα. Μια ντουζίνα παιδιά να κάθονται φρόνιμα δίχως να τα μαλώσεις. Νομίζω πως πως τα μάγια της γιαγιάς ήταν πολύ ισχυρά.

Μία από τις ιστορίες της που μου είχε κάνει τρομερή εντύπωση και με στοίχειωνε για χρόνια ήταν ο «Αυτός». Ο Αυτός ήταν μια τρομερή ιστορία για μια οντότητα σκοτεινή σαν μαύρη ομίχλη, που κυκλοφορούσε τα μεσημέρια του καλοκαιριού στους δρόμους της πόλης. Όποιος τύχαινε να βρεθεί στο διάβα του, τον κατάπινε και δεν τον ξανάβλεπε κανείς. Πόσες φορές μας είπε πως γλύτωσε τελευταία στιγμή, καθώς είχε καταφέρει να φτάσει και να μπει στο σπίτι, να κλειδώσει και να κάνει απόλυτη ησυχία, για να μην την ακούσει. Εκείνος δεν μπορούσε να μπει στα σπίτια (πόσο βολικό!). Επίσης, μια φορά είχε καταφέρει να σώσει την καλύτερη της φίλη. Η κυρία Σοφία υπέφερε από μερική τύφλωση και η γιαγιά το απέδιδε στον «Αυτόν» καθώς, ένα μεσημέρι και εντελώς απερίσκεπτα, εκείνη βγήκε στον δρόμο και μοιραία τον συνάντησε. Εκείνος άρχισε να την καταπίνει σιγά σιγά μα, ευτυχώς, άκουσε η γιαγιά μου τις υστερικές φωνές της και έτρεξε να τη βοηθήσει. Η πάλη μεταξύ τους ήταν τρομερή, μα η μια γυναίκα κατάφερε να τραβήξει την άλλη από το φονικό αγκάλιασμα της μαύρης σκιάς. Όμως, αλίμονο! Η κυρία Σοφία έκανε το λάθος να τον κοιτάξει και εκείνος της έκαψε τα μάτια. Αυτό το μυστικό μας το εκμυστηρεύτηκε η γιαγιά με την προϋπόθεση να μην αναφέρουμε τίποτα στην κακόμοιρη γυναίκα και τη στενοχωρήσουμε. Επίσης, δεν έπρεπε να βγούμε από το σπίτι, για να μην πάθουμε τα ίδια και χειρότερα.

Έκτοτε για χρόνια φοβόμουν να κυκλοφορήσω μέρα μεσημέρι. Αυτή η παράξενη ησυχία, σε συνδυασμό με τη ζέστη και το εκτυφλωτικό φως του ήλιου, κατάφεραν να με κάνουν να βλέπω σκιές (αν είναι δυνατόν) και να νιώθω τη σκοτεινή παρουσία να με παρακολουθεί. Το σκεφτόμουν πολύ συχνά και με τη φαντασία μου του είχα δώσει μορφή. Άλλες φορές έμοιαζε με δαίμονα, άλλες πάλι με τον Διάβολο. Πάντα μαύρος με κόκκινα μάτια. Χρόνια αργότερα, και καθώς παρακολουθούσα για πρώτη φορά τον «Άρχοντα των δαχτυλιδιών», με περίμενε μια σοκαριστική έκπληξη. Βλέποντας ένα «Μπάλρογκ», και συγκεκριμένα τον «Χαμό του Ντούριν», τον επικεφαλής των Μπάλρογκς που συνάντησε η Συντροφιά του Δαχτυλιδιού στα Ορυχεία της Μόρια, οι εφιάλτες μου ξαναζωντάνεψαν.

Οι σκέψεις μου άρχισαν να ακολουθούν ένα δικό τους, τρελό δρόμο και έφτασαν πολύ μακριά. Μήπως η γιαγιά είχε όντως ταξιδέψει σε έναν άλλο περίεργο κόσμο; Μήπως δεν ήταν η μόνη που το είχε κάνει; Έπρεπε να ανακαλύψω την αλήθεια και ξεκίνησα χωρίς καθυστέρηση. Μέσα στο πλαίσιο της έρευνάς μου, ανακάλυψα κάποια πολύ ενδιαφέροντα πράγματα. Πράγματα που δεν είχα δώσει ιδιαίτερη σημασία έως τότε, όπως οι αστικοί μύθοι. Και το πιο συναρπαστικό σε αυτό είναι πως κυκλοφορούν σε όλο τον κόσμο μέσα από την παράδοση, διαφοροποιημένοι από την εκάστοτε κουλτούρα, μα κατά βάση ίδιοι. Εδώ, λοιπόν, δύο πράγματα μπορεί να συμβαίνουν: είτε οι άνθρωποι που τους δημιούργησαν και τους διαιώνισαν έχουν επαφή με έναν άλλο, και ίσως τον πραγματικό, κόσμο είτε αυτοί οι ίδιοι άνθρωποι έχουν βρει το κατάλληλο όπλο για να χειραγωγούν και να κερδίζουν αυτό που θέλουν, χωρίς εμφανή χρήση βίας. Αυτό το όπλο ονομάζεται «φόβος». Και όπως έλεγε ο Πλάτωνας:

«φόβος είναι η ψυχική ταραχή, που προκαλείται από την αναμονή του κακού».

Έτσι, κάποιες τρομακτικές ιστορίες, ειπωμένες από «ταλαντούχους αφηγητές», όπως είναι και ο Αυτός της γιαγιάς μου άλλωστε, ήταν ο «Μεσημεράς» σε άλλες περιοχές της χώρας, ο «Μπαμπούλας» που σίγουρα έχετε ακούσει όλοι, και σε τουλάχιστον δεκατέσσερις χώρες με τις εξής διαφορετικές ονομασίες:

Αγγλία – Boogeyman, Boogieman, Boogie Man, Bogy, Bugbear 
Ολλανδία – Bokkenrijders, buck riders 
Γερμανία – Bütze, Buhmann, Mummelmann, Popelmann
Ισπανία – Sack Man
Ρωσία – Baba Yaga 
Αλγερία – H’awouahoua 
Νότια Αφρική – Tokoloshe 
Νεπάλ – Gurumapa 
Ινδονησία – Wewe Gombel
Χερσόνησος Όγκε, Ιαπωνία – Namahage 
New Jersey, ΗΠΑ – The Jersey Devil, The Leeds Devil 
Μεξικό – La Llorona
Αϊτή – Mètminwi
Βραζιλία – Cuca, Coca, Cucuy 

Εάν τις μελετήσει κανείς θα δει πως, από οπουδήποτε κι αν προέρχεται η κάθε ιστορία, έχει πολλά κοινά σημεία με τις υπόλοιπες. Ο φόβος του αγνώστου πυροδοτεί τη φαντασία και μπορεί να ερμηνεύσει διάφορες καταστάσεις με τον πιο ευφάνταστο τρόπο, μακριά από επιστήμες και λογικές.

Δεν νομίζω πως μπορεί να υπάρξει οποιοσδήποτε άνθρωπος που θα μπορούσε να κατηγορήσει τους αρχαίους Έλληνες για έλλειψη φαντασίας. Οι αγαπημένοι μας πρόγονοι είχαν τελειοποιήσει την τέχνη της αφηγηματικής. Παντού καραδοκούσα τέρατα, δαίμονες, αερικά, νεράιδες, έτοιμα να κάνουν κακό στους κακόμοιρους θνητούς. Πολλά και διάφορα τα ονόματά τους: Γελώ, Γοργώ, Άρπυιες, Ακκώ, Αλφιτώ (οι δύο τελευταίες υπήρξαν πραγματικά πρόσωπα), Έμπουσα, Λάμια (που πολλοί την ταυτίζουν με την Εβραϊκή Λίλιθ, την πρώτη γυναίκα του Αδάμ), Εφιάλτης ή Πνιγαλίων. Τα καημένα αρχαία Ελληνάκια δε θα τολμούσαν να ξεμυτίσουν με τόσα τέρατα που κυκλοφορούσαν! Η πιο αγαπημένη μου όμως είναι η Μορμώ, η οποία αργότερα επικράτησε με τη σλαβική της προσφώνηση «Μώρα», και που ακόμα και στις μέρες μας αναφέρεται σαν υπαρκτή οντότητα. Είναι, υποτίθεται, ένα κακό πνεύμα που έρχεται στον ύπνο μας και θέλει να μας πνίξει.

Φυσικά, ή αλήθεια είναι εντελώς πεζή. Πρόκειται απλά για υπνική παράλυση. Το έχω πάθει δύο – τρεις φορές και σας διαβεβαιώ, δεν είναι καθόλου ευχάριστη αίσθηση. Κατά τη διάρκεια του ύπνου, το σώμα μας μεταπέφτει σε δύο καταστάσεις, την REM (γρήγορη κίνηση ματιών) και τη NREM (μη ταχεία κίνηση ματιών). Ο κύκλος κρατάει 90 λεπτά. Ο NREM διαρκεί το 75% του συνολικού μας ύπνου. Το σώμα μας χαλαρώνει και ανασυγκροτείται και όταν περνά στη φάση REM τα μάτια μας κινούνται γρήγορα, βλέπουμε όνειρα, αλλά το σώμα μας είναι απενεργοποιημένο. Όταν η μετάβαση αυτή δε γίνει ομαλά, ο εγκέφαλος δε συγχρονίζεται με το σώμα και, ενώ έχουμε συναίσθηση του περιβάλλοντος, το σώμα μας παραλύει.

Αν ήταν εδώ η γιαγιά μου, θα γελούσε αινιγματικά και θα μου έλεγε με συγκαταβατικό ύφος: «Ναι, παιδί μου, έχεις δίκιο! Αλλά, καλού κακού, αν σου συμβεί, πες και καμιά προσευχή». Πόσο εύκολο τελικά, είναι να παίξεις με το μυαλό των ανθρώπων και, ιδιαίτερα, των μικρών παιδιών. Φυσικά δε νομίζω πως η γιαγιά μου, ή οποιοσδήποτε άλλος που αναπαρήγαγε αυτές τις απειλητικές ιστορίες, το έκανε για κακό. Απλά ήταν ο μόνος τρόπος για να συνετιστούν τα άτακτα παιδιά. Όμως, δε μπορούσαν να σκεφτούν πως ένας άνθρωπος μεγαλωμένος με φοβίες είναι εύκολα χειραγωγήσιμος. Πόσο πιο όμορφη θα ήταν η ζωή μας εάν δεν αφήναμε τις φοβίες να μας κατευθύνουν, αν ανοίγαμε τα φτερά με τα οποία έχουμε γεννηθεί και πετούσαμε με καύσιμο τη φαντασία, για να δημιουργήσουμε ένα κόσμο, ισότιμο, δίκαιο και, πάνω απ’ όλα, χαρούμενο…

Πηγές

zougla.gr
babbel.com

Cover art: boogeyman by yefumm on DeviantArt

προτεινουμε επίσης

2 Σχόλια

Γιάννης 27 Σεπτεμβρίου 2019 - 6:36 ΜΜ

Υπέροχο κείμενο Μαρία. Μου θύμισες στη γραφή σου τον Γιώργο Γιώτσα (αν τον ξέρεις) κ συγκεκριμένα το διήγημά του «Το Σκιάχτρο», το οποίο έχω στην κατοχή μου κ αν θέλεις σου στέλνω για να δεις. Πέρα από αυτό, όμως, διακρίνονται πολλές αρετές στη γραφή κ στο ύφος σου. Συγχαρητήρια.
Υ.Γ. Κατάγομαι κ εγώ από Καστοριά, αλλά ζω στη Θεσ/νίκη.

Reply
mm
Μαρία Κοσμανίδου 27 Σεπτεμβρίου 2019 - 11:24 ΜΜ

Σε ευχαριστώ πολύ Γιάννη μου για τα καλά σου λόγια. Τον Γιώργο Γιώτσα δεν τον γνωρίζω δυστυχώς μα τώρα θα τον μάθω. Συγχαρητήρια για το βιβλίο σου, καλοτάξιδο!

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά