Η Μύκονος κι οι θρύλοι των ανέμων

by Παναγιώτης Κάρδαρης

*Στην ιστορία που ακολουθεί, το όνομα του παππού μου είναι το αληθινό, όλα τα υπόλοιπα είναι παραλλαγμένα. Τα γεγονότα, ωστόσο, παραμένουν τόσο αληθινά, όσο τα θέλουν τα μάτια ενός μικρού παιδιού…

Όταν κλείνουν τα φώτα…

Ακούγοντας κανείς τη λέξη “Μύκονος” δίπλα στη λέξη “θρύλος” ή ακόμα και στη λέξη “μύθος”, το μυαλό του θα τρέξει, στα σίγουρα, στους θρύλους της ποπ σκηνής και των μυθικών περιουσιών των εκλεκτών επισκεπτών του νησιού. Σε κανέναν δεν θα πήγαινε ο νους του σε μυθικούς γίγαντες, ήρωες, κατάρες, στοιχειά, νεράιδες ή και βρικόλακες, έτσι δεν είναι; Ποιος μετά το ξενύχτι, σκασμένος από το ποτό και το φαγητό, αποκαμωμένος απ’ το σεξ και την κραιπάλη θα κάτσει να παρατηρήσει τις αντανακλάσεις του ήλιου στους πυρόξανθους βράχους και τις ρεματιές του νησιού, τις σκιές που κρύβονται στις αμμουδιές; Ποιος θα αφουγκραστεί τους ψιθύρους του ανέμου; Και δεν είναι αυτό προς θάνατο! Δεν μπορεί κανείς, άλλωστε, να κατηγορήσει έναν τόπο που προσφέρει τόσες απολαύσεις. Πώς θα μπορούσε να μιλήσει κανείς με μομφή για ένα τέτοιο όμορφο νησί που στην αρχαιότητα, εκτός των άλλων θεοτήτων, λάτρευε τον Διόνυσο και τη Μητέρα του Σεμέλη, την προσωποποίηση του Ζενίθ της ζωής;   

Όμως, όταν κλείνουν τα φώτα της σκηνής της διασκέδασης αργά το βράδυ ή τον χειμώνα, όταν η νύχτα πέφτει στα στενοσόκακα και η σελήνη αγκαλιάζει τις παραλίες και τις κορφές των βράχων, μεγαλώνοντας τις σκιές που ζωγραφίζονται στη λευκή πανδαισία των σπιτιών της, η άλλη Μύκονος είναι εκεί και περιμένει να διηγηθεί τις δικές της ιστορίες. Να πλέξει ίσως –ποιος ξέρει;– νέες, με καινούργιους πρωταγωνιστές που θα αφήσουν και αυτοί με τη σειρά τους το ανεξίτηλο ίχνος τους στο χωροχρονικό συνεχές ενός νησιού που ήδη από τα πανάρχαια χρόνια της προϊστορίας είναι ζωντανό σαν τη βραχώδη σάρκα του –ή  έτσι τουλάχιστον λένε.

Ο παππούς, ο Ηρακλής κι οι γίγαντες…

Ήμουν δεν ήμουν επτά χρονών, κι ήταν δεν ήταν έξι το πρωί, όταν ανηφορίζαμε με τον παππού μου τον Κυριάκο –Μυκονιάτης ο πάππος μου–  προς τους Μύλους (ξέρετε, εκείνους τους ανεμόμυλους που είναι πια το σήμα κατατεθέν του νησιού) για να πάμε στον Άη-Χαραλάμπη και συγκεκριμένα, στα βράχια για να βουτήξουμε. Εγώ έκανα μπάνιο εκεί στα ρηχά κι ο παππούς μου βουτούσε για κανένα χταπόδι. Ψαράς στα νιάτα του, δεν είχε ξεχάσει τις συνήθειές του κι ας είχαμε γίνει… Αθηναίοι. Κάποια στιγμή, σαν παιδί κι εγώ, άρχισα να τραγουδάω, να κάνω κάθε είδους θόρυβο και φασαρία, μέχρι που από τις φωνές μου ξύπνησα δύο τουρίστες που κοιμόντουσαν στη διπλανή αμμουδιά, πράγμα που τους έκανε να φύγουν ξεστομίζοντας δύο τρία… καλά «γαλλικά»! Αργότερα, έμαθα τι σημαίνουν, αλλά είναι εκτός θέματος του άρθρου.  Ο παππούς μου πρόβαλε από το νερό και μου είπε: «Σσσς! Θες να ξυπνήσεις τους γίγαντες;»

 «Γίγαντες;» αναρωτήθηκα φωναχτά!

«Ναι γίγαντες», μου απάντησε για να συμπληρώσει, «κι αν είσαι καλό παιδί, θα σε πάω να δεις και τις νεράιδες!»

«Τι άλλο θα σκεφτούν οι μεγάλοι για να κάτσω φρόνιμα;» σκέφτηκα.  Τους μόνους γίγαντες που είχα δει στο νησί ήταν κάτι διάσημοι μπασκετμπολίστες!

«Πού είναι οι γίγαντες;» ρώτησα.

«Βάλε το αυτί σου στα βράχια και θα ακούσεις τα μουγκρητά τους», μου είπε. «Και τώρα, άντε σπίτι να πεις στη γιαγιά να ετοιμάσει κατσαρόλα». Όμως εγώ, πριν πάω σπίτι, πέρασα από μια θεία, από εκείνες τις παλιές, τις παραδοσιακές που δεν ξέχασαν τους μύθους και είχαν πολλά να πουν, αν τις ρωτούσες.  Και μου είπε ιστορίες για το νησί, παλιές και καλά φυλαγμένες στην καρδιά της παράδοσης.

Λένε, λοιπόν, ότι κάποτε,  όταν ο τρομερός βασιλιάς των θεών Δίας φυλάκισε τους Τιτάνες, η Γαία αγανάχτησε για την εξορία τους στον Τάρταρο. Έτσι, γέννησε από τον Ουρανό μια φοβερή φυλή, αυτή των τρομερών στην όψη και ανίκητων Γιγάντων. Έτσι ξεκίνησε η τελευταία πράξη της Τιτανομαχίας, με τον πόλεμο των θεών εναντίον αυτών των γιγάντιων πλασμάτων.

Peter Paul Rubens, War of the Titans (1637-1638)

Στη μάχη αυτή, ο Δίας συμμάχησε με τον ξακουστό και θρυλικό Ήρωα, τον Ηρακλή. Εκείνος με τα βέλη του εξόντωνε όσους Γίγαντες κεραυνοβόλησε ο Ζευς. Τους τελευταίους εξ αυτών, μάλιστα, τους έθαψε κάτω από τους βράχους που λένε ότι αυτοί είναι που απαρτίζουν τη νήσο που ονομάστηκε Μύκονος. Δυτικά της χώρας, στον Άη-Γιώργη τον Σπηλιανό, υπάρχουν στρογγυλοί γρανίτες που έχουν διάμετρο έως και τρία μέτρα γιομάτα. Οι παλιοί λένε ότι  εκσφενδονίστηκαν με μανία από τα τεράστια χέρια γιγάντων. Αλήθεια; Ψέμματα; Ποιος ξέρει;  Η επιστήμη λέει ότι αυτοί οι σχηματισμοί προήλθαν από τον τεκτονισμό των πλακών, σε συνδυασμό με τις συνθήκες της κυκλαδίτικης ατμόσφαιρας. Η φαντασία λέει άλλα… Και κάπου εδώ έπρεπε η συζήτηση να σταματήσει για να φάμε το χταπόδι, όχι εις υγείαν του Κθούλου σαφώς, αλλά των καλοκαιρινών εκείνων διακοπών.

Ο Μύκονος, ο Aίαντας ο Λοκρός και το καταραμένο Κανάλι

Ajax and Cassandra by Solomon Joseph Solomon

Μόλις αποφάγαμε και έχοντας απολαύσει ένα από τα χταπόδια που είχε φέρει ο Κυριάκος, να σου η θειά στην πόρτα! Στέκονταν εκεί, με το μαύρο της μαντίλι δεμένο στο κεφάλι της και με το μπαστούνι της στο χέρι! «Πέρνα κυρά-Τασία», είπε φιλόξενα η γιαγιά μου προσφέροντάς της γλυκό του κουταλιού και νερό. Και η κυρά-Τασία ανταπέδωσε τη φιλοξενία με άλλες δύο ιστορίες. Η μία είχε να κάνει με το όνομα του νησιού, που πήρε λέει το όνομά του από έναν ήρωα, απόγονο θεών, τον Μύκονο, γιο του βασιλιά της Δήλου, Ανίου, εγγονό του μάντη θεού Απόλλωνα και της κόρης του Διονύσου, νύμφης Ροιούς.

Η άλλη είχε να κάνει με μια περιοχή που λέγονταν «Κανάλι». Οι αρχαίοι λέει ήξεραν ότι ο κολαστής, ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας που τιμωρούσε την αλαζονεία, τιμώρησε με τη γιγάντια τρίαινά του τον Αίαντα τον Λοκρό. Ο Αίας, τον δέκατο χρόνο πολιορκίας της Τροίας, όταν η πόλη έπεσε, θαμπώθηκε από την ομορφιά της θυγατέρας του βασιλιά Πρίαμου και αφού την ακολούθησε στον Ναό της Αθηνάς, όπου εκείνη έτρεξε να κρυφτεί, τη βίασε. Αλίμονο όμως, οι θεοί τον καταράστηκαν και έκαναν πικρό το ταξίδι της επιστροφής του. Ο ίδιος ο Ποσειδώνας, ο θεός της θάλασσας, μαζί με τον Αίολο τον κυνήγησαν και έσπρωξαν το καράβι του, σπάζοντάς το ανάμεσα στα στενά της Τήνου και της Μυκόνου. Αποκαμωμένος καθώς ήταν, πάνω σε μία πέτρα από αυτές που ονομάζονται «γυρές πέτρες», έσφιξε τη γροθιά του και αφού την ύψωσε προκλητικά προς τον ουρανό, έβρισε τον Ποσειδώνα. Εκείνος θυμωμένος με την αλαζονεία τού άλλοτε Ήρωα του Πολέμου της Τροίας, έσπασε την πέτρα, τη μόνη σανίδα σωτηρίας του Αίαντα του Λοκρού και εκείνος παραδόθηκε στη σκοτεινή αγκαλιά της θάλασσας. Πολλοί απέδιδαν τους πνιγμούς και τα ναυάγια του «Καναλιού» σε εκείνη την αρχαία κατάρα που είχε ως αποτέλεσμα τον θάνατο του Αίαντα του Λοκρού, γιου του Οϊλέα. Επτά παρθένες, κόρες των πιο καλών οικογενειών της πόλης, υποχρεώθηκαν να στέλνουν οι Λοκροί στον Ναό της Αθηνάς στο Ίλιον. Μία από τις τρεις ιστορίες για τον τάφο του Αίαντα λέει ότι το σώμα του ξεβράστηκε στην παραλία της Φτελιάς, όπου τον έθαψε η Θέτιδα και ο τάφος του αγναντεύει αιώνια το βασίλειο του τιμωρού του, του Ποσειδώνα. Αλήθεια; Μύθοι; Ποιος ξέρει τι ορίζει το όριο της χρονοθάλασσας της πραγματικότητας από αυτό του θρύλου; Η μόνη σίγουρη πραγματικότητα είναι ότι όντως υπάρχει Μύκονος.

Η ρεματιά των Γιαλούδων και το στοίχειωμα του καπετάνιου

Ξημερώνοντας ή άλλη μέρα, όταν οι τουρίστες πήγαιναν για ύπνο, γύρω στις έξι το πρωί, κατά τη… συνηθισμένη μας τάξη κινήσαμε με τον παππού μου για πρωινό περπάτημα, όχι κατά τον «Γυαλό» (Σημ: η ονομασία αυτή αποδίδεται στην παραλία της Μυκόνου, στο «παλιό» λιμάνι, όπου βρίσκονται/αν οι ψαρόβαρκες κτλ), αλλά προς την παραλία της Μεγάλης Άμμου και για να ακριβολογώ, λίγο πιο ψηλά από το ύψος της παραλίας. «Θυμάσαι που σου υποσχέθηκα ότι θα δεις τις νεράιδες; Γιαλούδες τις λέμε εδώ. Εντάξει, δεν ξέρω αν έχουν… όρεξη να φανερωθούν σήμερα, η ώρα της εμφάνισής τους είναι συνήθως το μεσημέρι. Μα το μεσημέρι έχει πολλούς τουρίστες και κρύβονται οι καημένες και τώρα είναι πολύ πρωί. Να δες!» Έδειξε προς τα πάνω. «Εδώ περνούσε η ρεματιά τους, η Ρουσουνάρα, εδώ τις είχαν δει οι παλιές γυναίκες να πλένουν, φορώντας μακριά λευκά ρούχα. Μα ήταν πολύ ντροπαλές και όταν κάποια γυναίκα που ερχόταν να πλύνει τις έβλεπε, αυτές αμέσως χάνονταν σαν να ’τανε σαπουνόφουσκες! Μία γιαγιά μια φορά μου είχε πει ότι τις είχε δει και απάνω σε ένα πηγάδι». 

Hylas and the Nymphs

«Ωωωω!» έκανα εγώ. «Αλήθεια; Θέλω και εγώ να τις δω και να τις ακούσω να πλένουν». Ο παππούς μου όμως κούνησε απογοητευμένα το κεφάλι. « Ξέρεις τι; Δε νομίζω να τις δεις πια, ντρέπονται τον πολύ κόσμο. Άσε που το καλοκαίρι λένε ότι οι Γιαλούδες είναι πιο θυμωμένες! Και όταν θυμώνουν, σηκώνεται ένας ανεμοστρόβιλος μεγάλος και αν σε αγγίζει, φουσκαλιάζει το δέρμα σου. Είναι γιατί σε άγγιξαν οι Γιαλούδες! Οι γιαγιάδες και οι παππούδες μας, όταν γίνονταν αυτό, φωνάζανε τους παπάδες να δώσουν αγιασμό ή να κάνουν και κανένα ευχέλαιο να φύγει το κακό! Όμως έλα, πάμε προς την αμμουδιά να σου πω μια άλλη ιστορία για κάτι που σίγουρα δεν θα ζητήσεις να δεις». Απογοητευμένος που δεν κατάφερα να δω καμιά Γιαλούδα να ’χω να το λέω στους φίλους μου στην Αθήνα τον χειμώνα, άφησα ένα ξεφύσημα και άρχισα να τρέχω προς την παραλία. Βγάζω τα παπούτσια μου και τρέχω πάνω στην άμμο, ο παππούς ήδη με περίμενε στην ακροθαλασσιά.

«Είναι όμορφες οι Γιαλούδες, παππού;»

«Πολύ», μου απαντάει. «Είχα δει μία κάποτε, αλλά άστα τώρα αυτά και άκου! Βλέπεις απέναντι, μετά τον Άγιο Χαραλάμπη, τη Βίδα;» Έγνεψα καταφατικά. Η Βίδα ήταν μια πολύ μικρή παραλία που δεν μ’ άρεσε ποτέ να κάνω μπάνιο. «Εκεί μέσα στη θάλασσα, στα ρηχά, υπάρχει μια πλάκα που έχει στοιχειώσει από την ψυχή ενός νέου, όμορφου καπετάνιου, που πέθανε μέσα στο πλοίο. Το καπετανάκι της Μεγάλης Άμμου το έχουν πει. Κυνηγά τους περαστικούς αν τύχει και τον ενοχλήσουν καθώς αγναντεύει πάνω στην πλάκα του. Όμως κανέναν δεν μπόρεσε να προφθάσει». Ε, εκείνη την ώρα επιβεβαιώθηκα, η Βίδα δεν μ’ άρεσε καθόλου, ούτε φυσικά, ούτε… μεταφυσικά! 

Πειρατών και Βουρβουλάκων γωνία

Καθώς φεύγαμε, περάσαμε από τον Άη-Χαραλάμπη και όπως καθίσαμε να ξαποστάσουμε πάνω στο λευκό πεζούλι του αυλόγυρου, να σου πάλι η θειά! Ξέρετε, εκείνη που σας είπα στην αρχή. «Αααα, κοιτάτε το νησί του Μπάου του πειρατή που θάβανε τους βουρβουλάκους;»

«Εμμμ, πειρατής; Βουρβουλάκους;» αναρωτήθηκα φωναχτά. Ο πάππος μου την αγριοκοίταξε. Έκρινε μάλλον πως αρκετά είχα… τρομάξει. Αλλά τις ξέρετε τις θειάδες, όταν αρχίσουν, δεν τελειώνουν μέχρι να εκστομίσουν και την τελευταία λέξη από αυτό που έχουν να πουν.

«Ναι βρε! Ο Μπάος ήταν ήρωας πειρατής, ενοχλούσε τα καράβια των Τούρκων» (Η ιστορία αναφέρεται στα “Ορλωφικά”, όπου ο Γιώργος ο Μπάος κούρσευε τα πλοία των Οθωμανών). «Εκεί, σε αυτό το νησάκι έστελναν τους πεθαμένους που βρικολάκιαζαν και φόβιζαν το νησί. Σαν αυτόν τον αχώνευτο αιώνες πριν». Αχώνευτος όνομα και πράγμα, γιατί αν πιστέψει κανείς την ιστορία της θειάς, ούτε η γη δεν τον χώνεψε! Ήταν ένας χωρικός, αγροίκος και καβγατζής, που τον Δεκέμβρη του 1700, ενώ πέθανε, δεν είχε, καθώς λένε, την αξιοπρέπεια να παραμείνει πεθαμένος. Εξακολουθούσε να ταλαιπωρεί τους κακόμοιρους συμπατριώτες του μέσα στη νύχτα κάνοντας διάφορες ζαβολιές. 

Joseph Pitton de Tournefort

Όταν ο τρόμος έφτασε στο ζενίθ, με ορισμένους μάλιστα κατοίκους να σκέφτονται να μεταναστεύσουν σε διπλανά νησιά, οι άρχοντες του τόπου μαζί με τους ιερείς αποφάσισαν να κάνουν κάτι αηδιαστικό μεν, αλλά, κατά τη γνώμη τους, σωτήριο δε.  Άναψαν λαμπάδες, κεριά, λιβάνια, ξέθαψαν τον νεκρό και τον έφεραν στην εκκλησία, ενώ ανέθεσαν στον πιο έμπειρο και γέρο χασάπη να αφαιρέσει την καρδιά του από το σαπισμένο του στέρνο για τι άλλο; Μα για να την κάψουν φυσικά! Έτσι και έγινε, ή τουλάχιστον έτσι διηγείται ο περιηγητής, Γάλλος ιατρός και βοτανολόγος, Τουρνεφόρ (Joseph Pitton de Tournefort):

Σε αυτό το σημείο να αναφέρουμε ότι οι περιηγητές που έρχονταν στην Ελλάδα την περίοδο της Τουρκοκρατίας ή και μετά, λόγω της διαφοράς πολιτισμού που δημιούργησε ο ζυγός της κυριαρχίας των Οθωμανών,  έβλεπαν τους κατοίκους αυτής της γης σαν κάτι το… εξωτικό και οι υπερβολές έδιναν και έπαιρναν. Για την ιστορία, λοιπόν, της υπόθεσης, πολλοί ερευνητές υποστηρίζουν ότι η παραπάνω διήγηση δεν σώζεται σε άλλο γραπτό υλικό σχετικό με την ιστορία του νησιού. Παρόλα αυτά, ο μύθος των Βουρκολάκων ήταν υπαρκτός και μεταδιδόταν από γενιά σε γενιά, μέσω της πολύ ισχυρής και αγνοημένης από τον ορθολογισμό προφορικής παράδοσης).

Έπειτα, μετά από απόφαση των προυχόντων και με λαϊκή απαίτηση, εξόρισαν και έκαψαν το πτώμα του άτυχου, πλην μισητού, χωρικού στο νησάκι του Μπάου ή αλλιώς στο νησί του Αγίου Γεωργίου. Ο Άη-Γιώργης είναι αυτός που σκοτώνει τον Δράκο. Η ιστορία λέει πως η εκκλησία χτίστηκε και αφιερώθηκε στον Άη-Γιώργη λόγω του Γιώργη του Μπάου. Όμως αν χτίστηκε για να φυλάει ο ήρωας-Άγιος με το δόρυ του τους καταραμένους εκείνους που οι στάχτες τους σκορπίστηκαν στο χώμα της βραχονησίδας; Υπερβολή ε; Ποιος ξέρει; Σε έναν κόσμο που το σίδερο διαδέχθηκε η νοημοσύνη των μηχανών, σε έναν κόσμο που έκανε λάβαρο την απομάγευση της πραγματικότητας τέτοιες σκέψεις είναι αιρετικές, πιο αιρετικές και από όσα ακούστηκαν στα ιεροδικαστήρια της Ιεράς Εξέτασης…

Επίλογος

Ύστερα, πήραμε τον δρόμο της επιστροφής, με εκείνον τον άνθρωπο που ήξερε πολλά, που στο πρόσωπό του ζούσε μια άλλη εποχή, παλιά και παραμυθένια, μαζί με τις ρυτίδες των βασάνων της πολύμοχθης ζωής και του πανδαμάτορα χρόνου. Η βόλτα με τον παππού τελείωσε, έσβησε σαν τις εποχές που πέρασαν. Το πρωινό προχώρησε, η παρέα και το μπάνιο με τα ξαδέλφια μου, μαζί με το μεσημεριανό, έδιωξαν κάθε σκέψη για νεράιδες και ξωτικά, για φαντάσματα και βρικόλακες. Κι έπειτα μεγαλώσαμε, οι μνήμες των παραμυθιών έσβησαν και οι σκιές της νύχτας έχασαν τη μυστηριακή αίγλη που δίνει όπλα στη φαντασία των παιδιών…

Προς το παρόν, λοιπόν, εις το επανιδείν…

Επιμέλεια κειμένου: Νέστορα Σοφία, Γλωσσολόγος & Επιμελήτρια κειμένων

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά