Ο Διαχειριστής της Πόλης (The town manager) – Μέρος Β’

by Αγγελική Ράδου

Το διήγημα του Thomas Ligotti «The Town Manager» δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Weird Tales, στο τεύχος 333 την περίοδο Σεπτεμβρίου – Οκτωβρίου του 2003, ενώ το 2007 συμπεριλήφθηκε και στην ανθολογία τρόμου «Teatro Grottesco». Μεταφράζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά από την Αγγελική Ράδου με την άδεια του Thomas Liggotti και με μεγάλη μας τιμή και χαρά το δημοσιεύουμε στη Nyctophilia. 

Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Ά.

Η παρακμή στις συνθήκες της πόλης, αλλά και στην κατάσταση των κατοίκων της, θα μπορούσε ίσως να αποδοθεί στην ελλειπή διαχείριση από μέρους των διαχειριστών, αφού έμοιαζαν να είναι όλο και λιγότερο συνεπείς στα καθήκοντά τους, καθώς ο ένας διαδεχόταν τον άλλο μέσα στα χρόνια. Όσες ανησυχίες κι αν είχαμε για τον καινούργιο, δεν θα μπορούσαμε να πούμε πως ο παλιός ήταν πρότυπο διαχειριστή. Για αρκετό καιρό πριν το τέλος της θητείας του, κοιμόταν πίσω από το γραφείο του ακόμα και τις εργάσιμες ημέρες. 

Από την άλλη, κάθε διαχειριστής έφερνε ένα στοιχείο αλλαγής, κάποιου είδους επίσημο σχέδιο που ήταν δύσκολο να καταδικαστεί ως ολότελα επιζήμιο. Παρόλο που και η καινούργια όπερα δεν ήταν ποτέ τίποτα περισσότερο από μια κακοφτιαγμένη πύρινη παγίδα, αποτελούσε μια κίνηση κοινωνικής αποκατάστασης ή τουλάχιστον έδινε αυτή την εντύπωση. Από την δική του πλευρά, ο παλιός διαχειριστής ήταν υπεύθυνος για το βαγονέτο που διέτρεχε την οδό Μέιν. Όταν ανέλαβε, έφερε εργάτες έξω από την πόλη για να κατασκευάσουν αυτό το μνημείο ως απόδειξη του καινοτόμου πνεύματός του. Όχι πως υπήρξε ποτέ μεγάλη επιθυμία για ένα τέτοιο όχημα στην πόλη μας. Όσοι είχαν σχετικά καλή υγεία μπορούσαν να τη διασχίσουν από άκρη σ’ άκρη με τα πόδια ή με ποδήλατο χωρίς να κουραστούν.Όταν όμως φτιάχτηκε το βαγονέτο, πολλοί από μας το χρησιμοποιούσαν κάθε τόσο, μόνο και μόνο για τον νεωτερισμό του. Κάποιοι άλλοι, για δικούς τους λόγους, έκαναν τακτική χρήση αυτού του καινούργιου μέσου μεταφοράς και φαίνονταν να εξαρτώνται από αυτό ακόμα κι αν έπρεπε να μετακινηθούν λίγα μόλις τετράγωνα.  Σε κάθε περίπτωση το βαγονέτο παρείχε τακτική εργασία στον Καρνς, κάτι που προηγουμένως δεν συνέβαινε.

Κοντολογίς, καταφέρναμε πάντα να προσαρμοστούμε στους τρόπους του κάθε διαχειριστή που μας έστελναν. Το δύσκολο ήταν να περιμένουμε την αποκάλυψη των σχεδίων των νέων διαχειριστών για την πόλη, κι ύστερα ακολουθούσε ο εγκλιματισμός μας, όποια μορφή κι αν αυτά έπαιρναν. Με αυτό το σύστημα λειτουργούσαμε, γενιές τώρα. Μέσα σε αυτή την τάξη πραγμάτων είχαμε γεννηθεί και σ’αυτήν ήμασταν δεσμευμένοι με ευπείθεια. Το ρίσκο να εναντιωθούμε σε αυτήν την τάξη, να βυθιστούμε στο άγνωστο, ήταν απλώς αδύνατο να το αναλογιστούμε για πολύ καιρό. Αλλά δεν προβλέψαμε-παρόλο που ήμασταν μάρτυρες του συμβάντος με την αποθήκη, πίσω από το κατεστραμμένο αγροτόσπιτο- πως η πόλη επρόκειτο να εισέλθει σε μια ριζικά καινούργια εποχή της ιστορίας της.

Η πρώτη επίσημη οδηγία από τον νέο διαχειριστή της πόλης, έφτασε σε εμάς πάνω σε ένα σκισμένο κομμάτι χαρτί που χοροπηδούσε μια μέρα στο πεζοδρόμιο της Οδού Μέιν. Το μάζεψε μια ηλικιωμένη γυναίκα και το έδειξε στους υπόλοιπους. Το χαρτί ήταν φτιαγμένο από ένα πολτώδες υλικό με καφετί χρώμα. Το γράψιμο φαινόταν να έχει γίνει με καρβουνιασμένο ξύλο και έμοιαζε να έχει χαραχτεί από το ίδιο χέρι που έγραψε εκείνες τις λέξεις στις παλιές επιγραφές της αποθήκης του διαχειριστή. Το μήνυμα έλεγε: ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΤΕ ΒΑΓΟΝΕΤΟ.

Ενώ η κυριολεκτική σημασία αυτών των λέξεων ήταν αρκετά προφανής, ήμασταν απρόθυμοι να εκτελέσουμε μια διαταγή που ήταν τόσο αόριστη ως προς το νόημα και το σκοπό της. Δεν ήταν πρωτοφανές για ένα νέο διαχειριστή να καταργήσει μια κατασκευή ή ένα σύμβολο που χαρακτήριζε τον προηγούμενο διαχειριστή. Έτσι, μπορούσε πια να δημιουργήσει τα δικά του ή απλώς να εξαφανίσει κάθε εμφανές σημάδι της προηγούμενης κατάστασης, εγκαθιδρύοντας μια καινούργια. Συνήθως όμως δινόταν η αιτία, προβαλλόταν μια δικαιολογία πριν την εκτέλεση αυτής της πράξης. Αυτό δεν συνέβη όταν πήραμε την εντολή να καταστρέψουμε το βαγονέτο. Γι’αυτό αποφασίσαμε να μην κάνουμε τίποτα μέχρι να λάβουμε κάποιες πληροφορίες για το θέμα. Ο Ρίτερ πρότεινε να συντάξουμε ένα σημείωμα, ζητώντας περισσότερες οδηγίες. Θα μπορούσαμε να το αφήσουμε έξω από την αποθήκη του διαχειριστή. Φυσικά, δεν υπήρχαν εθελοντές γι’ αυτή την αποστολή. Και μέχρι να λάβουμε μια πιο λεπτομερή ειδοποίηση, το βαγονέτο θα έμενε άθικτο.

Το επόμενο πρωί το βαγονέτο διέσχισε σφυρίζοντας την Οδό Μέιν, κάνοντας τον πρώτο γύρο της ημέρας. Ωστόσο, δεν έκανε στάσεις για όσους περίμεναν στο πεζοδρόμιο. «Κοίτα», μου είπε ο Λήμαν καρφώνοντας το βλέμμα στο μπροστινό παράθυρο του κουρείου του. Ύστερα βγήκε έξω. Ακούμπησα τη σκούπα μου στον τοίχο και τον ακολούθησα. Κάποιοι στέκονταν ήδη στο δρόμο ατενίζοντας το βαγονέτο, μέχρι τη στιγμή που σταμάτησε στην άλλη άκρη της πόλης. «Δεν υπήρχε κανείς στο τιμόνι», παρατήρησε ο Λήμαν, όπως και πολλοί άλλοι.  Όταν πια φαινόταν ότι το βαγονέτο δεν επρόκειτο να επιστρέψει, αρκετοί από μας κατηφόρισαν το δρόμο προκειμένου να διερευνήσουν το συμβάν. Μόλις μπήκαμε στο όχημα, αντικρίσαμε το γυμνό σώμα του Καρνς, του οδηγού του, στο πάτωμα. Ήταν  φρικτά ακρωτηριασμένος,  νεκρός. Το έγκαυμα στο στήθος του έλεγε: ΚΑΤΕΣΤΡΕΨΤΕ ΒΑΓΟΝΕΤΟ.

Περάσαμε τις υπόλοιπες μέρες κάνοντας ακριβώς αυτό. Επιπλέον, ξεριζώσαμε τις γραμμές που διέτρεχαν την πόλη και ξηλώσαμε το ηλεκτρικό σύστημα που τροφοδοτούσε το βαγονέτο. Καθώς ολοκληρώναμε αυτές τις εργασίες, κάποιος εντόπισε ακόμα ένα κομμάτι από εκείνο το σκισμένο, καφετί χαρτί. Το έσπρωχνε ο άνεμος από πάνω μας, σαν χαρταετό. Τελικά, έπεσε ανάμεσα μας. Κάναμε έναν κύκλο γύρω από το χαρτί και διαβάσαμε τις ακατάληπτες λέξεις του μηνύματος. «ΚΛΟ», έλεγε. «ΜΤΑ ΟΙ ΔΥΛΕΣ ΣΑΣ ΘΑ ΑΛΞΟΝ».

Δεν άλλαξαν μόνο οι δουλειές μας, αλλά και ολόκληρη η όψη της πόλης. Ήρθαν πάλι εργάτες με εντολή να πραγματοποιήσουν διάφορα είδη κατασκευής, κατεδάφισης και διακόσμησης, ξεκινώντας από την Οδό Μέιν για να επεκταθούν τελικά στις γύρω γειτονιές. Μας διέταξαν-με τα συνήθη μέσα- να μην τους παρεμποδίζουμε. Κατά τη διάρκεια του γκρίζου χειμώνα, δούλευαν στους εσωτερικούς χώρους των κτιρίων της πόλης. Την άνοιξη αποτελείωσαν τους εξωτερικούς και εξαφανίστηκαν. Αυτό που άφησαν πίσω τους δεν έμοιαζε με πόλη αλλά με τσίρκο. Και όσοι ζούσαμε εκεί, λειτουργούσαμε πια ως φρικιά προς έκθεση. Είχαμε ειδοποιηθεί με τη συνήθη μέθοδο για το πώς ακριβώς είχαν αλλάξει οι δουλειές μας.

Το μαγαζί με τα σιδηρικά του Ρίτερ για παράδειγμα, άδειο τώρα από το παραδοσιακό του εμπόρευμα, είχε μετατραπεί σε έναν περίτεχνο λαβύρινθο αποχωρητηρίων. Με το  που πέρναγες την πόρτα της εισόδου, βρισκόσουν ανάμεσα σε μια λεκάνη και ένα νιπτήρα. Χτισμένη στο τοίχο αυτού του μικρού δωματίου ήταν ακόμα μια πόρτα που άνοιγε σε μια άλλη τουαλέτα, κάπως μεγαλύτερη σε διαστάσεις. Αυτό το δωμάτιο είχε δύο πόρτες που οδηγούσαν σε άλλα αποχωρητήρια στα οποία μπορούσες να φτάσεις είτε ανεβαίνοντας μια ελικοειδή σκάλα είτε διασχίζοντας έναν στενόμακρο διάδρομο. Κάθε τουαλέτα διέφερε κατά κάποιο τρόπο σε μέγεθος και διακόσμηση. Καμία όμως δεν ήταν λειτουργική. Στο εξωτερικό του μαγαζιού είχε δοθεί νέα πρόσοψη κατασκευασμένη από μεγάλα πέτρινα τούβλα και ένα ζευγάρι ψεύτικων πύργων που στέκονταν δεξιά και αριστερά του κτιρίου, ξεπερνώντας το σε ύψος. Μια επιγραφή πάνω από την εξώπορτα, χαρακτήριζε το πρώην σιδεράδικο ως ΚΑΣΤΡΟ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ. Ο Ρίτερ έπρεπε τώρα να κάθεται σε μια καρέκλα στο πεζοδρόμιο έξω από την παλιά του επιχείριση, φορώντας μια απλή στολή που έφερε ραμμένη τη λέξη ΦΡΟΝΤΙΣΤΗΣ κάτω από τον αριστερό ώμο.

Ο Λήμαν, ο κουρέας, δεν ήταν τόσο τυχερός με την νέα καριέρα που του είχε ανατεθεί. Το μαγαζί του είχε μετατραπεί σε ένα γιγαντιαίο παιδικό πάρκο που τώρα είχε το όνομα «Πόλη Βρέφος». Ανάμεσα σε λούτρινα ζωάκια και παραταγμένα παιχνίδια, ο Λήμαν μαράζωνε, ντυμένος με βρεφικά ρούχα σε μέγεθος ενηλίκου.

Όλες οι επιχειρήσεις κατά μήκος της Οδού Μέιν είχαν μεταμορφωθεί με κάποιο τρόπο αν και ο χαρακτήρας τους δεν ήταν πάντα τόσο παιχνιδιάρικος όσο το ΚΑΣΤΡΟ ΑΝΑΚΟΥΦΙΣΗΣ του Ρίτερ ή η ΠΟΛΗ ΒΡΕΦΟΣ του Λήμαν. Αρκετές από αυτές έμοιαζαν να έχουν εγκαταλελειμμένη πρόσοψη, μέχρι την στιγμή που κάποιος θα εξερευνούσε το εσωτερικό τους. Τότε ανακάλυπτε έναν κινηματογράφο μινιατούρα όπου προβάλλονταν ξένα καρτούν πάνω σε γυμνό τοίχο ή μια υπόγεια γκαλερί γεμάτη με πίνακες και σχέδια αμφιβόλου γούστου. Μερικές φορές αυτές οι εγκαταλελειμμένες προσόψεις ήταν αυτό ακριβώς που φαίνονταν, μόνο που βρισκόσουν κλειδωμένος με το που έκλεινε η πόρτα. Έτσι αναγκαζόσουν να βγεις από την πίσω πλευρά.

Πίσω από τα καταστήματα της Οδού Μέην υπήρχε ένα σύμπαν από διαδρόμους όπου επικρατούσε αέναη νύχτα, αποτέλεσμα που οφειλόταν στις στοές που έμοιαζαν με τούνελ και περιέβαλαν αυτή την τεράστια περιοχή. Θαμπές λάμπες ήταν στρατηγικά τοποθετημένες και έτσι κανένας διάδρομος δεν ήταν ολοκληρωτικά παραδομένος στο σκοτάδι, καθώς περιπλανιόσουν ανάμεσα σε ψηλούς ξύλινους φράχτες ή πλίνθινους τοίχους. Πολλοί διάδρομοι κατέληγαν στο σαλόνι ή την κουζίνα κάποιου, επιτρέποντας τη διαφυγή πίσω στην πόλη. Κάποιοι γίνονταν όλο και πιο στενοί μέχρι που ήταν αδύνατο να προχωρήσει κανείς. Σε αυτή την περίπτωση έπρεπε να επαναληφθούν όλα τα βήματα που οδήγησαν σε εκείνο το σημείο. Άλλοι διάδρομοι μεταβάλλονταν διαδοχικά την ώρα που κάποιος περπατούσε, καταλήγοντας σε μια ολοκληρωτική αλλαγή σκηνικού, όπου η πολίχνη μετατρεπόταν σε μια μεγάλη πόλη.  Στο βάθος ακούγονταν σειρήνες και ουρλιαχτά αν και αυτοί οι ήχοι ήταν μόνο ηχογραφήσεις που έπαιζαν από κρυμμένα ηχεία. Εκεί κοντά, σε ένα βαμμένο θεατρικό σκηνικό από ψηλά κτήρια με εξόδους κινδύνου που σκαρφάλωναν σε ζιγκ-ζαγκ, ανέλαβα τη δική μου καινούργια εργασία.

Με είχαν τοποθετήσει στην εσχατιά ενός μυστηριώδους διαδρόμου όπου έβγαινε ατμός από την σχάρα ενός ψεύτικου υπονόμου. Μέσα από ένα ειδικό κιόσκι, πούλαγα σούπα σε χάρτινα κύπελλα. Πιο συγκεκριμένα, αυτό που μου έδιναν να πουλήσω δεν ήταν ακριβώς σούπα αλλά ζωμός. Πίσω από τον πάγκο μου υπήρχε ένα λεπτό στρώμα στο πάτωμα για να κοιμάμαι τη νύχτα ή όποτε ήθελα να κοιμηθώ, αφού φαινόταν απίθανο να εμφανιστούν πελάτες που θα διακινδύνευαν την είσοδο σε έναν λαβύρινθο από διαδρόμους, προκειμένου να τους εξυπηρετήσω. Επιβίωνα πίνοντας τον δικό μου ζωμό και το νερό που χρησιμοποιούσα για να παρασκευάσω αυτό το μοναχικό γεύμα. Νόμιζα ότι ο καινούργιος διαχειριστής θα ολοκλήρωνε το έργο που οι προκάτοχοι του είχαν αναλάβει βαριεστημένα όλα αυτά τα χρόνια: την πλήρη αφαίμαξη των ελάχιστων πόρων που είχαν απομείνει στην πόλη. Δεν θα μπορούσα να κάνω πιο λανθασμένη εκτίμηση.

Μέσα σε λίγες εβδομάδες, είχα μια σταθερή ροή πελατών που έκαναν ουρά έξω από το κιόσκι μου, έτοιμοι να πληρώσουν ένα εξωφρενικό ποσό για το νερουλό, κιτρινωπό μου ρόφημα. Δεν ήταν συμπολίτες μου αλλά άνθρωποι απ’έξω. Πρόσεξα πως σχεδόν όλοι τους είχαν τσακισμένα φυλλάδια που στριμώχνονταν στις τσέπες ή συνθλίβονταν στα χέρια τους. Κάποιος παράτησε ένα στον πάγκο μου και το διάβασα αμέσως μόλις χαλάρωσε η δουλειά. Στο εξώφυλλο έγραφε ΔΙΑΣΚΕΔΑΣΕ ΣΤΗΝ ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΠΟΛΗ. Μέσα υπήρχαν φωτογραφίες των διάφορων «θεαμάτων» που προσέφερε η πόλη μας στον περίεργο τουρίστα. Ένιωσα δέος για το σχέδιο του διαχειριστή. Αυτό το απρόσωπο άτομο δεν είχε αρπάξει απλώς όλες μας τις οικονομίες για να χρηματοδοτήσει το πιο εκτεταμένο κατασκευαστικό έργο που είχε δει ως τώρα η πόλη -και χωρίς να υπάρχει μια σημαντική αμοιβή- αλλά το εφευρετικό αυτό σχέδιο είχε φέρει μια πρωτοφανή οικονομική ενίσχυση στην πόλη μας.

Ο μόνος όμως που πραγματικά ευημερούσε, ήταν ο διαχειριστής. Καθημερινά και κάποιες φορές ανά ώρα, συλλέγονταν οι εισπράξεις από τα θεάματα και τα καταστήματα. Η συγκεκριμένη εργασία εκτελούνταν από αγνώστους με σοβαρό ύφος, που ήταν φορτωμένοι με όπλα. Επιπλέον παρατήρησα πως υπήρχαν κατάσκοποι ανάμεσα στους τουρίστες. Φρόντιζαν να μην παρακρατήσει κάποιος από μας περισσότερα από ένα μικρό μερίδιο των κερδών που προέρχονταν από την καινούργια επιχείρηση του διαχειριστή. Παρόλα αυτά, ενώ είχαμε λόγους να περιμένουμε την απόλυτη φτώχεια κάτω από την εκάστοτε διαχείριση, τώρα φαινόταν πως θα μπορούσαμε τουλάχιστον να επιβιώσουμε.

Μια μέρα όμως το πλήθος των τουριστών άρχισε να αραιώνει. Η καινούργια επιχείρηση της πόλης έφθινε προς το τίποτα. Οι άνδρες με το σοβαρό πρόσωπο δεν έκαναν πια εισπράξεις και αρχίσαμε να φοβόμαστε το χειρότερο. Αρχίσαμε να βγαίνουμε διστακτικά από τα καταστήματα και συγκεντρωθήκαμε στην οδό Μέιν, κάτω από ένα ξεχειλωμένο πανό που έγραφε ΚΑΛΩΣΗΡΘΑΤΕ ΣΤΗΝ ΑΛΛΟΚΟΤΗ ΠΟΛΗ.

«Νομίζω πως αυτό ήταν», είπε ο Ρίτερ που φόραγε ακόμα τη στολή του βοηθού αποχωρητηρίων.

«Μόνο ένας τρόπος υπάρχει για σιγουρευτούμε», είπε ο Λήμαν, ντυμένος τώρα με κανονικά ρούχα.

Για ακόμα μια φορά βγήκαμε στην ύπαιθρο, κάτω από έναν γκρίζο ουρανό λίγες βδομάδες πριν το ξέσπασμα του χειμώνα. Πλησίαζε το σούρουπο και βλέπαμε από μακριά πως δεν υπήρχε κανένα κοκκινωπό φως στο παράπηγμα του διαχειριστή. Ωστόσο φτάσαμε στην αποθήκη. Ύστερα ψάξαμε το σπίτι. Δεν υπήρχε διαχειριστής. Δεν υπήρχαν χρήματα. Δεν υπήρχε τίποτα.

Έμεινα πίσω ενώ οι υπόλοιποι άρχισαν να επιστρέφουν στην πόλη. Θα έφτανε σύντομα καινούργιος διαχειριστής και δεν επιθυμούσα να δω τη δομή της νέας διαχείρισης. Έτσι γινόταν πάντα, ο ένας διαχειριστής διαδεχόταν τον άλλο, αφήνοντας ο καθένας δείγματα μεγαλύτερου εκφυλισμού, λες και κακοφόρμιζαν προς κάτι άγνωστο. Και κανείς δεν ήξερε που θα τελείωνε όλο αυτό. Πόσοι ακόμα θα έρχονταν και θα έφευγαν, παίρνοντας μαζί τους όλο και περισσότερα από τον τόπο που γεννήθηκα και μεγάλωσα; Σκεφτόμουν πόσο διαφορετικό ήταν αυτό το μέρος όταν ήμουν παιδί. Σκεφτόμουν το νεανικό μου όνειρο, την απόκτηση ενός σπιτιού στην περιοχή του Λόφου. Σκεφτόμουν την παλιά μου επιχείρηση διανομών.

Ύστερα περπάτησα προς την αντίθετη κατεύθυνση απ’την πόλη. Περπάτησα μέχρι που έφτασα σε ένα δρόμο. Πέρασα μέσα από πολλές πόλεις και μεγάλες πολιτείες, κάνοντας αλλόκοτες δουλειές, προκειμένου να συνεχίσω να κινούμαι. Η διαχείριση γινόταν σε όλες σύμφωνα με τις αρχές που επικρατούσαν και στην παλιά μου πόλη αν και καμία δεν βρισκόταν σε τόσο προχωρημένο στάδιο εκφυλισμού. Άφησα εκείνο το μέρος με την ελπίδα να βρω κάποιο άλλο που θα είχε θεμελιωθεί πάνω σε διαφορετικές αρχές και θα λειτουργούσε κάτω από διαφορετικές συνθήκες. Όμως δεν υπήρχε αυτό το μέρος ούτε μπορούσα να το βρω κάπου. Το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να δώσω ένα τέλος σ’αυτό.

Λίγο μετά τη συνειδητοποίηση των προαναφερθέντων γεγονότων της ύπαρξης μου, βρέθηκα καθισμένος στον άθλιο πάγκο μιας μικρής καφετέριας. Ήταν αργά τη νύχτα και έτρωγα σούπα. Σκεφτόμουν πώς θα μπορούσα να δώσω ένα τέλος. Η καφετέρια βρισκόταν ίσως σε μια πολίχνη ή σε μια μεγάλη πόλη. Τώρα που το σκέφτομαι ήταν κάτω από τη διάβαση μιας λεωφόρου άρα ίσχυε μάλλον το δεύτερο. Στο μαγαζί βρισκόταν ακόμα ένας πελάτης, ένας καλοντυμένος άντρας που καθόταν στην άλλη άκρη του πάγκου. Έπινε καφέ και -όπως παρατήρησα- μου έριχνε λοξές ματιές κάθε τόσο. Γύρισα το κεφάλι μου προς αυτόν και τον κοίταξα επίμονα. Χαμογέλασε και ρώτησε αν μπορεί να έρθει να κάτσει μαζί μου, στη δική μου άκρη του πάγκου.

«Μπορείς να κάνεις ό,τι θες. Φεύγω».

«Όχι ακόμα», είπε ενώ καθόταν δίπλα μου. «Πού δουλεύεις;»

«Πουθενά συγκεκριμένα. Γιατί;»

«Δεν ξέρω. Φαίνεσαι να ξέρεις τα μέρη. Έχεις γυρίσει αρκετά, έχω δίκιο;»

«Έτσι νομίζω,» είπα.

«Το φαντάστηκα. Κοίτα, δεν ήρθα για να πιάσουμε κουβέντα. Δουλεύω με προμήθεια, ψάχνω ανθρώπους σαν και σένα. Νομίζω ότι έχεις ό,τι χρειάζεται».

«Για ποιο πράγμα;», ρώτησα.

«Διαχείριση πόλης», απάντησε.

Τελείωσα τη σούπα μου. Σκούπισα το στόμα μου με μια χαρτοπετσέτα. «Πες μου περισσότερα», είπα.

Ή  θα έκανα αυτό ή θα έδινα ένα τέλος.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά