Ο Κύκλος – Επεισόδιο 1: Η ρωγμή

by Φράνση Παπουτσάκη

Ό,τι κι αν δοκίμασε να κάνει εκείνο το απόγευμα, τον φόρτιζε με τεράστιες δόσεις αρνητικής ενέργειας, η οποία συσσωρευόταν σε μια εσωτερική μπαταρία που ετοιμαζόταν να σκάσει. Στην ψυχή του γεννήθηκε μια δίνη οργής που είχε σκοπό να καταστρέψει ό,τι συναντούσε ο στρόβιλός της. Όλα του έφταιγαν. Δεν μιλούσε. Συγκρατούσε τον θυμό του σιωπηλά. Οι άλλοι συμμαθητές γύρω του ένιωθαν πως θα μπορούσε να ξεσπάσει πόλεμος με το παραμικρό˙ μια λάθος λέξη, μια στραβή κίνηση, ένα βλέμμα με περίεργο ύφος μπορούσε να πυροδοτήσει το ξέσπασμά του. Τον απέφευγαν όλοι εκείνο το απόγευμα. Τους προκαλούσε με τα ανόητα αστεία του έχοντας στη φωνή του μια υπόγεια τσιρίδα που μαρτυρούσε τον εκνευρισμό του, όμως κανείς δεν ανταποκρίθηκε. Οι έφηβοι έχουν το ένστικτο της αυτοσυντήρησης σε αυτές τις περιπτώσεις˙ διαισθάνονται τη φασαρία όταν έρχεται προς το μέρος τους, ώστε να προλάβουν εγκαίρως να της γυρίσουν την πλάτη. Ψαχνόταν με πείσμα για καβγά, αλλά κανείς δεν ήταν αρκετά ανόητος ώστε να πάει γυρεύοντας. Ίσως κι ο ίδιος να μην το καταλάβαινε. Ίσως αν είχε βρει κάποιον να τσακωθεί τότε, σήμερα να ήταν όλα διαφορετικά και τίποτα να μην είχε συμβεί. Ίσως το κακό να είχε ακολουθήσει άλλη πορεία, ίσως να τον είχε αφήσει ήσυχο, ίσως να είχε περπατήσει ελεύθερος τον δρόμο του χωρίς να σκοτεινιάσει. Τελικά, το κακό ξέσπασε εκεί ακριβώς που ήθελε, όπως κάνει πάντα.

Ο Άγγελος μπήκε στο σπίτι χτυπώντας πίσω του την πόρτα με δύναμη, σχεδόν σαν να το κάνει επίτηδες.

«Πώς μπαίνεις έτσι, ρε;» τον ρώτησε ο πατέρας του με βαρύ ελεγκτικό τόνο στη φωνή, καθισμένος στο τραπέζι, περιμένοντας την γυναίκα του να στρώσει για να φάνε. Το καπάκι της κατσαρόλας χτυπούσε καθώς έβραζε το νερό. Ο Άγγελος δεν του απάντησε. Πήγε κατευθείαν στο ψυγείο. Άνοιξε την πόρτα, αλλά δεν βρήκε αυτό που ήθελε κι άρχισε να βλαστημάει. Η μητέρα του δάγκωσε τα χείλη της καθαρίζοντας όρθια στο νεροχύτη τομάτες για τη σούπα.

«Πού νομίζεις ότι είσαι και βλαστημάς έτσι, ρε;» τον ξαναρώτησε ο πατέρας του, αλλά ο Άγγελος δεν του έδωσε καμία απάντηση, παρά χτύπησε την πόρτα του ψυγείου για να την κλείσει τόσο δυνατά όσο είχε χτυπήσει και την πόρτα του σπιτιού του μπαίνοντας. Το καπάκι της κατσαρόλας συνέχιζε να χτυπάει κρατώντας έναν ρυθμό που θαρρείς πως ήταν στημένος για να δυναμώσει τον εκνευρισμό που επικρατούσε στο σπίτι.

«Μην του πεις απόψε τίποτα, Γιάννη, σε παρακαλώ. Τα λέτε καλύτερα αύριο με ηρεμία», παρακάλεσε τον άντρα της φοβισμένη η μητέρα του Άγγελου, αλλά εκείνος δεν της αποκρίθηκε. Το νερό στην κατσαρόλα κόχλασε, κι εκείνη έριξε τον πολτό της τομάτας ανακατεύοντας μηχανικά, ενώ είχε το μυαλό της στην καταστροφή που ερχόταν.

Η αδερφή του Άγγελου λιμάριζε τα νύχια της χωμένη στη μοναδική πολυθρόνα του μικρού τους σαλονιού. Η φτέρνα του αριστερού της ποδιού εξείχε από την μπαλαρίνα της κι εκείνη την έπαιζε πέρα δώθε καθώς έχασκε, χτυπώντας το τακούνι στο μάρμαρο στον ίδιο ρυθμό με το καπάκι. Ο πατέρας τους άλλαζε τα κανάλια στην τηλεόραση, περιμένοντας τον γιο του να επιστρέψει στο δωμάτιο για να του πει όσα του είχε μαζέψει ν’ ακούσει για αυτά που συνέβησαν σήμερα. Η κατσαρόλα σφύριξε μανιασμένη σαν να τους ζητούσε να της δώσουν σημασία.

«Γιάννη, σε παρακαλώ…» ξεκίνησε να λέει η μητέρα του Άγγελου πιάνοντας μηχανικά τα χερούλια της κατσαρόλας με τα γάντια της κουζίνας, δίχως να προσέχει από πού θα την κρατήσει, έχοντας το βλέμμα στραμμένο στον άντρα της.

«Κοίταξε το φαί σου εσύ και μην ανακατεύεσαι» την διέταξε βάζοντας μια οδοντογλυφίδα στο στόμα του.

«Έτοιμο είναι» ψέλλισε εκείνη και ξεκίνησε να στρώνει το τραπέζι, σκουπίζοντας κάθε τόσο τα χέρια της στην ποδιά, ενώ στο μυαλό της προσπαθούσε να καταστρώσει ένα σχέδιο για βοηθήσει τον γιο της.

«Τι θα γίνει, ρε; Θα έρθεις να καθίσεις στο τραπέζι; Εσένα θα περιμένουμε για να φάμε;»

Μετά από μια μικρή σιωπή ο Άγγελος φάνηκε στο σαλόνι. Η αδερφή του τον ακολούθησε σαν υπνωτισμένη. Κάθισαν απέναντι από τον πατέρα τους.

«Έφη, εσύ θα καθίσεις στην θέση του Μιχάλη σήμερα κι ο Άγγελος δίπλα μου»

«Γιατί να καθίσω εγώ στην θέση του Big Brother;»

Δεν της απάντησε κι εκείνη υπάκουσε αδιάφορα.

«Καίει πάρα πολύ. Να το φυσήξετε το κουτάλι πριν το βάλετε στο στόμα», είπε η μάνα προστατευτικά ενώ έβαζε σούπα στα πιάτα που με την πρώτη κουτάλα άχνιζαν σαν ανάσα στο καταχείμωνο.

Ο Άγγελος πήρε ένα κομμάτι ψωμί, το έκοψε στα δύο κι ήταν έτοιμος να το βουτήξει στην σούπα, όταν ο πατέρας του ξεκίνησε την επίθεση.

«Αύριο να πας να πεις στον προπονητή σου ότι δέχεσαι να αλλάξεις ομάδα. Τ’ άκουσες;»

Ο Άγγελος δεν μίλησε. Είχε μείνει με ένα κομμάτι ψωμί σε κάθε παλάμη, ενώ το πρόσωπο του αχνιζόταν από την καυτή σούπα.

«Αρκετά ρεζίλι μ’ έκανες. Δεν γίνεται εγώ ν’ αποφασίζω κι εσύ να πηγαίνεις να παριστάνεις το νταή, αψηφώντας τον πατέρα σου. Τι προσπαθείς ν’ αποδείξεις; Όσο ζεις κάτω από την δική μου στέγη και τρως το φαγητό που σου πληρώνω, κι αν θέλεις να συνεχίσεις να προπονείσαι, θα προπονείσαι εκεί που λέω εγώ. Ξηγηθήκαμε;»

«Όχι. Δεν γουστάρω να πάω σ’ αυτή την ομάδα και δεν θα πάω. Θα μείνω εκεί που είμαι με τον προπονητή μου και δεν με νοιάζουν τα νταραβέρια που κάνεις στην πλάτη μου για να ικανοποιήσεις τους φίλους σου. Ξηγηθήκαμε;»

Η μάνα του Άγγελου δαγκώθηκε σφίγγοντας την ποδιά με τα δύο της χέρια κι ύστερα τα έφερε στο στόμα σαν να έβλεπε μια συμφορά που δεν είχε ακόμη ξεσπάσει. Η Έφη έσπρωξε την καρέκλα της πιο πίσω.

«Τι είπες, ρε, αλήτη;» ήταν η πρώτη φράση του καβγά και μετά ακολούθησαν άναρθρες βρισιές και τα παρακαλετά της μάνας, ενώ μάταια προσπαθούσε να τους χωρίσει σπρώχνοντας όπως μπορούσε τα χέρια των δύο αντρών, ώσπου τελικά ο πατέρας κατόρθωσε να βουτήξει τον γιο της από το σβέρκο, χώνοντας το πρόσωπο του στην καυτή σούπα. Του έτριβε την μούρη στο πιάτο με δύναμη ενώ ο Άγγελος προσπαθούσε να απελευθερωθεί από το χέρι του έχοντας δάκρυα στα μάτια από την πίεση, το κάψιμο και την οργή που επιτέλους είχε βρει διέξοδο. Το πιάτο ράγισε. Κόπηκε στα δυο κάτω από το μάγουλο του παιδιού. Η λαβή χαλάρωσε. Σηκώθηκε, τους κοίταξε όλους στα μάτια κι ύστερα βγήκε στο μπαλκόνι, πήδηξε στην αυλή κι άρχισε να τρέχει.

«Τηλεφώνησε στην αστυνομία» διέταξε ο πατέρας, όμως μάνα και κόρη δεν είχαν κουράγιο να κουνηθούν. Η πόρτα του σαλονιού άνοιξε και στο σπίτι μπήκε κουτσαίνοντας η γιαγιά με τα κλειδιά στο χέρι, λες και κρατούσε την αρμαθιά μιας φυλακής κι είχε έρθει για να απελευθερώσει κάποιον ισοβίτη.

«Τι κάνατε στο παιδί;» ρώτησε κι αφού δεν πήρε απάντηση, είπε μονάχα ένα πράγμα καταλαβαίνοντας από τη σιωπή κι από τα πρόσωπα τους ότι κάτι πολύ κακό είχε συμβεί:

«Την κατάρα μου να έχετε όλοι αν πάθει τίποτα».

Η μικρή αδερφή του Άγγελου έτρεξε στο τηλέφωνο και κάλεσε την αστυνομία χωρίς να ξεκαθαρίσει τι ακριβώς είχε συμβεί στο σπίτι τους.

Ο Άγγελος έτρεχε σκουπίζοντας διαρκώς τα δάκρυα από τα μάτια του. Ο ήχος που έβγαλε το πιάτο την στιγμή που έσπαγε, έπαιζε σαν ένας από τους παλιούς του δίσκους, ξανά και ξανά, μέσα στο κρανίο του. Είχε δίσκους, κι ας μην είχε πικάπ. Όμως κάποτε θ’ αγόραζε πικάπ. Είχε αρχίσει ήδη να μαζεύει τα χρήματα. Κανείς δεν θα μπορούσε να τον σταματήσει. Τα δάκρυα άφηναν αυλάκια επάνω στην κόκκινη σάλτσα, αποκαλύπτοντας το ροζ δέρμα που είχε υποστεί το έγκαυμα. Όσο στέγνωνε στο πρόσωπο του τόσο περισσότερο μύριζε κρεμμύδι. Τους είχε ικετεύσει να μην βάζουν στο φαγητό κρεμμύδι επειδή το σιχαινόταν, όμως άρεσε στον μεγάλο του αδερφό, τον Μιχάλη˙ συνέχιζαν να μαγειρεύουν με κρεμμύδι παρόλο που ο Μιχάλης έλειπε για σπουδές στη Σουηδία δύο χρόνια τώρα. Έτρεχε, πηδούσε μάντρες, περνούσε μέσα από μισοτελειωμένες οικοδομές, αλλά το κρακ στο μυαλό του δεν έλεγε να σωπάσει. Δεν κατάλαβε πώς ή πότε βρέθηκε μπροστά του το περιπολικό. Πισωπάτησε και συνέχισε να τρέχει προς την αντίθετη κατεύθυνση μέχρι που τον έχασαν. Χώθηκε σε μια πυλωτή. Κάπου έπρεπε να κρυφτεί μέχρι να περάσει το βράδυ. Το πρωί θα έβλεπε τι θα έκανε.

Κοιμήθηκε στην μπανιέρα ενός από τα εγκαταλελειμμένα σπίτια της περιοχής. Όταν άνοιξε τα μάτια του, το μπλε φως του φάρου από το περιπολικό δημιουργούσε αλλεπάλληλες αντανακλάσεις στον μισογκρεμισμένο τοίχο, με τα ξέφτια της ταπετσαρίας να κρέμονται σαν ξεφλουδισμένο δέρμα. Θα μπορούσε να σηκωθεί και να δοκιμάσει να ξεφύγει, αλλά δεν το έκανε. Θα τους άφηνε να τον βρουν. Μια εσωτερική φωνή του έδινε εντολές κι εκείνος χαμογελούσε σαρδόνια˙ του άρεσαν πολύ οι ιδέες που φύτευε στον πολτό του ραγισμένου του εγκέφαλου.

«Άσ’ τους να σε βρουν».

Τους άφησε, κι εκείνοι με τη σειρά τους τον άφησαν να περάσει όλο το βράδυ στο κρατητήριο μαζί με δύο χασικλήδες στην ηλικία του. Ο ένας τους έκλαιγε συνέχεια παρακαλώντας τον αστυνομικό υπηρεσίας να τον αφήσει να φύγει, γιατί θα τον σκότωνε ο πατέρας του. Ο άλλος κοιτούσε όλους τους αστυνομικούς με μίσος συνωμοτώντας με τον εαυτό του για όσα θα τους έκανε όταν θα είχε την ευκαιρία. Είχαν φάει κι οι δύο πολύ ξύλο. Το πρωί, ο φύλακας τον οδήγησε στο γραφείο του διοικητή όπου του ζητήθηκε απλώς να ζητήσει συγγνώμη από τον πατέρα του οπότε θα πήγαινε αμέσως στο σπίτι. Δεν δέχτηκε και τους είπε να τον πάνε στο κελί του. Τον άφησαν εκεί μέχρι το βράδυ κι, αφού πείστηκαν όλοι πως δεν σκόπευε να ζητήσει συγγνώμη, ήρθε ο θείος του και τον πήρε. Σε όλη τη διαδρομή στο αυτοκίνητο κρατούσε την κοιλιά του. Τον πονούσε το στομάχι του. Ποτέ δεν τον είχε πονέσει. Πρώτη φορά.

«Τι έχεις;» τον ρώτησε ο θείος του.

«Τίποτα».

«Σε πονάει το στομάχι σου, ε; Θα είναι από την ταλαιπωρία και την πείνα. Να σε πάω να φας και να τα πούμε λίγο σαν άντρες ή να πάμε σπίτι;»

Στο άκουσμα του σπιτιού, ο Άγγελος τον κοίταξε τρομαγμένος.

«Στο δικό μου σπίτι. Η θεία σου μας περιμένει».

Ο Άγγελος ηρέμησε κι έγνεψε καταφατικά.

«Εγώ της είχα πει της μάνας σου να μην παντρευτεί τόσο νέα. Δεκαπέντε παντρεύτηκε, δεκαέξι είχε τον αδερφό σου. Στην ηλικία σου, δηλαδή. Φαντάζεσαι τον εαυτό σου με παιδί; Να τα τώρα τα αποτελέσματα».

Η θεία του τον υποδέχτηκε με μια αγκαλιά και τον οδήγησε στον καναπέ που του είχε στρώσει για να κοιμηθεί, χωρίς να τον ρωτήσει τίποτα. Του έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και τον άφησε μόνο του. Η φωνή επέστρεψε μόλις επικράτησε ησυχία.

«Εδώ είμαι», του είπε. Τα μάτια του Άγγελου μαύρισαν. Δεν είχε μείνει ίχνος λευκού στους βολβούς τους και βυθισμένα στις κόγχες τους έμοιαζαν με δυο σκοτεινά γυαλιστερά αστέρια.

«Κάνε τον ήχο του ραγίσματος να πάψει», ζήτησε ο Άγγελος ευγενικά σφίγγοντας τα χέρια του γύρω από το στομάχι του. Έφερε στον νου του την ρωγμή του τοίχου στο κελί που τον είχε στείλει ο πατέρας του. Με εντολή της φωνής, προσπάθησε να χώσει εκεί κάθε ανάμνηση από αυτό που πέρασε μαζί με τον πόνο που ένιωθε. Αποκοιμήθηκε αφημένος σ’ ένα δόλιο νέφος από σκιές. Η λήθη που του δώρισε η φωνή ως σύμμαχός του δεν επέτρεψε να τον ενοχλήσει ούτε ένα όνειρο.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά