“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 2: Η Κατασκήνωση

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε εδώ: Ο Κύκλος – Επεισόδιο 1: Η ρωγμή

Η πιο αγαπημένη ώρα της εβδομάδας για τον Άγγελο, ήταν η ώρα που πήγαινε στο κατηχητικό της Κυριακής, έπειτα από την Εκκλησία. Παρακολουθούσαν οικογενειακώς την λειτουργία, παίρνοντας μαζί την γιαγιά και τον παππού. Καμάρωναν τον μεγάλο του αδερφό που φορούσε τα άμφια και βοηθούσε τους ιερείς. Όλοι τους έκαναν ότι έκαναν μηχανικά, από συνήθεια, για τα μάτια του κόσμου. Έτσι είχαν μάθει. Ο Άγγελος όμως δεν είχε καμία σχέση με τους δικούς του. Εκείνος πήγαινε στην Εκκλησία για να βρει τον Θεό. Στο ναό άκουγε το κήρυγμα του ιερέα με τα αυτιά τεντωμένα σαν του σκύλου. Στο κατηχητικό άνοιγε διάπλατα τα μάτια του σαν το γεράκι πίσω από τους παχείς φακούς των γυαλιών του, εντυπωσιασμένος από τις ιστορίες της Αγίας Γραφής που τους διάβαζε ο καθοδηγητής. Μα περισσότερο από όλες τις ιστορίες κι απ’ όλα τα διδάγματα προτιμούσε να ακούει εκείνα που έκρυβαν στα λόγια τους, τον Διάβολο. Όταν επέστρεφαν στο σπίτι, έλεγε κάθε φορά στην μάνα του δείχνοντας αποφασισμένος «θα τον εξοντώσω εγώ αυτόν να το ξέρετε», αλλά εκείνη δεν του έδινε καμία σημασία.

Ύστερα από το κατηχητικό, ακολούθησαν οι χριστιανικές παιδικές ομάδες, ώσπου το καλοκαίρι που μεσολάβησε μεταξύ της τελευταίας τάξης του δημοτικού και της πρώτης του γυμνασίου, το πέρασε για πρώτη φορά σε χριστιανική κατασκήνωση, με την έγκριση και την πλήρη επιδοκιμασία όλης του της οικογένειας, συμπεριλαμβανομένων και των συγγενών.

Το απόγευμα που τον συνόδευσαν οικογενειακώς στην κατασκήνωση για να τον τακτοποιήσουν και να τον αποχαιρετήσουν πρέπει να ήταν από τα πιο αξέχαστα στην μέχρι τώρα παιδική ζωή του. Τον περίμεναν δυο ολόκληρες εβδομάδες ελευθερίας. Πετούσε στα ουράνια από την χαρά του. Το νερό λαμπύριζε γαλήνιο από το φως του ήλιου. Τα παιδιά έτρεχαν χαρούμενα. Φωνές και γέλια. Οι γονείς γνωρίζονταν με το προσωπικό και μεταξύ τους. Ο Άγγελος τους εγκατέλειψε όλους περπατώντας αργά προς την πινακίδα με το όνομα της κατασκήνωσης. Ότι είχε απομείνει από έναν γέρικο κορμό αγριελιάς, είχε κρεμαστεί ψηλά στην πύλη κι υποδεχόταν με την χαραγμένη ονομασία, όποιον την περνούσε

«Ο Χριστός σώζει», διάβασε ο Άγγελος σπρώχνοντας τα γυαλιά του πίσω στην σωστή θέση της μύτης του. Του φάνηκε πως οι χαραγματιές των γραμμάτων ήταν γεμισμένες με χρυσάφι. Πόσο όμορφα γυάλιζε η χρυσή φράση στα μάτια του. Μια μελωδία που είχε ξανακούσει στα όνειρα του ήρθε από μακριά να του χαϊδέψει τα αυτιά. Χάθηκε στο άκουσμα της για ώρα, όρθιος κι απορροφημένος από τον κόσμο του μυαλού του. Την στιγμή που κόντευε να την απομνημονεύσει, το χέρι της μητέρας του βρέθηκε μπερδεμένο στα μαλλιά του. Ο πόνος τον έβγαλε από την νάρκη. Η μελωδία σβήστηκε από την μνήμη του.

«Μας ξέχασες; Ακόμη δεν φύγαμε καλά καλά», τον πείραξε η μαμά του.

«Όχι. Όχι. Αφαιρέθηκα ακούγοντας την μελωδία. Συγγνώμη», απάντησε μουδιασμένα προσπαθώντας να συγκρατήσει τα νεύρα του.

«Ποια μελωδία;» αναρωτήθηκε η μητέρα του κι ο Άγγελος κατάλαβε πως μάλλον ονειρευόταν ξύπνιος οπότε άλλαξε κουβέντα κι απλώς περίμενε να φύγουν για να ξεκινήσει η περιπέτεια του.

Ωραία ήταν η λίμνη και τα παιχνίδια κι όλες οι δραστηριότητες που συμμετείχε υπό την επίβλεψη των ομαδαρχών, αλλά αυτό που τον ενθουσίαζε περισσότερο ήταν οι νύχτες που περνούσε με μερικά από τα παιδιά της ομάδας του μιλώντας για τα Απόκρυφα Ευαγγέλια, για δαίμονες κι αγγέλους και για τα σκοτεινά μυστικά που έκρυβαν τα τραγούδια της heavy metal και της rock μουσικής που μόλις είχε αρχίσει να ανακαλύπτει. Είχαν κουβαλήσει κούτσουρα δίπλα στην όχθη, στο σημείο όπου η βλάστηση του δάσους ήταν αρκετή για να τους κρύβει κι αλήτευαν εκεί.

Ξεκινούσαν να μιλούν για το πώς φτιάχτηκε ο κόσμος από τον Θεό και τους έβρισκε το πρώτο φως της αυγής να αναλύουν τις τελετές των αρχαίων παγανιστικών θρησκειών μέχρι που καταλάβαιναν ότι σε λίγο θα έρχονταν να τους ψάξουν, αν δεν γύριζαν στον κοιτώνα τους, οπότε έτρεχαν να χωθούν στα κρεβάτια τους, ο καθένας όσο πιο σιωπηλά μπορούσε για να μην τους πάρουν μυρωδιά και προδοθεί η υπόλοιπη παρέα. Όλο και κάποιο παιδί τους αντιλαμβανόταν αλλά κανείς δεν μιλούσε επειδή είχαν αρχίσει μάλλον να τους φοβούνται˙κυκλοφορούσαν φήμες για τις περίεργες νυχτερινές τους συναντήσεις παρόλο που παρέμεναν αθώες.

Το προτελευταίο βράδυ όλα τα παιδιά της παράξενης συντροφιάς πήγαν νωρίτερα για ύπνο αφήνοντας τον Άγγελο μόνο με τον μεγαλύτερο της παρέας, τον Θωμά. Ο Θωμάς ήταν ένας δεκατετράχρονος που κανείς δεν ήξερε πραγματικά που έμενε ή που πήγαινε σχολείο. Ποτέ δεν είχαν δει τους δικούς του στα επισκεπτήρια του σαββατοκύριακου παρά μόνο κάποιους φίλους του πάνω από είκοσι ετών που έρχονταν ανά δύο και τον προμήθευαν τσιγάρα και σακουλάκια με χάπια, τα οποία έλεγε πως χρησιμοποιούσε λόγω της επιληψίας του αλλά δεν του τα έγραφαν οι γιατροί χωρίς να εξηγεί την αιτία. Δεν τον είδαν ποτέ να παθαίνει κρίση. Πολύ σπάνια τον φώναζε κάποιος ομαδάρχης να μιλήσει στο τηλέφωνο λέγοντας του πως τον έχει καλέσει ο πατέρας του ή ο αδερφός του ενώ εκείνος δεν είχε αναφέρει ποτέ ότι είχε αδερφό, κι όταν το τηλέφωνο έκλεινε έτρεχε στο δάσος και χανόταν εκεί για ώρες.

«Αν επιμένεις να ψάξεις περισσότερο όσα συζητάμε, έχω να σου προτείνω να διαβάσεις ένα βιβλί,ο αλλά να μην πεις ποτέ σε κανέναν ότι σου μίλησα εγώ γι αυτό και να το κρύψεις καλά να μην μπορεί να το βρει κανείς… αν χρειαστεί… σκάψε να το θάψεις κιόλας για να μην το βρουν», του είπε ο Θωμάς με συνωμοτικό ύφος μύστη. Ο Άγγελος είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ που ακόμη κι αν του πρότεινε να διαβάσει τον Τσελεμεντέ θα είχε πειστεί πως μέσα στις σελίδες του θα έβρισκε την διεύθυνση για το λημέρι του Διαβόλου ώστε να πάει να τον τσακώσει και να τον εξολοθρεύσει.

«Ναι, έχεις τον λόγο μου δεν θα το πω σε κανέναν ούτε θα το βρει κανείς», υποσχέθηκε ο Άγγελος. Όσο αστεία κι αν ακουγόταν μια τέτοια δέσμευση από ένα δωδεκάχρονο παιδί, άλλο τόσο ήταν σοβαρή αφού στο μυαλό του διαδραματιζόταν μια τρομερή ιστορία με εκείνον σε ρόλο σούπερ ήρωα να σώζει τον κόσμο από το κακό. Αυτό ήταν το σχέδιό του.

«Θα διαβάσεις πρώτα τη Σολομωνική», του είπε ο Θωμάς.

«Τι είναι η Σολομωνική;» τον ρώτησε ο Άγγελος γεμάτος περιέργεια.

«Ένα βιβλίο για τη μαγεία. Αλλά πρέπει να το διαβάσεις πρώτα κανονικά κι μετά ανάποδα, επειδή μπορεί να πάθεις μεγάλη ζημιά».

«Τι ζημιά;»

«Ζημιά. Δεν ξέρω. Αν φοβάσαι, άστο».

«Δεν φοβάμαι. Θα το διαβάσω, αλλά…»

«Αλλά, τι;»

«Είπες να διαβάσω πρώτα τη Σολομωνική, άρα υπάρχει και δεύτερο βιβλίο».

«Υπάρχει. Αυτό που σου είπα στην αρχή. Δεν ήρθε η ώρα του», είπε επίτηδες ο Θωμάς εξάπτοντας ακόμη περισσότερο την περιέργεια του Άγγελου. Έβγαλε τα γυαλιά του περιμένοντας μάταια να ακούσει τον τίτλο του πολυπόθητου βιβλίου που θα του έδινε στο χέρι το κλειδί της Κόλασης και θα επέτρεπε στον Άγγελο να διαβεί την είσοδό της.

«Όταν τελειώσεις το διάβασμα και με τους δύο τρόπους», τόνισε ο Θωμάς, «θα μου τηλεφωνήσεις σε αυτόν τον αριθμό. Όχι πολλές κουβέντες. Θα με ζητήσεις, θα έρθω, και θα μάθεις τον τίτλο του δεύτερου βιβλίου», είπε αυστηρά. γράφοντας επτά νούμερα στο καπάκι του πακέτου με το τσιγάρο στο στόμα. Ο Άγγελος τον θαύμασε επειδή άντεχε τον καπνό να μπαίνει στα μάτια του χωρίς να δακρύζει. Έπειτα το έσκισε, του το έδωσε κι ο θαυμαστής του το φύλαξε στη μπροστινή τσέπη του τζιν σαν να ήταν θησαυρός.

Ο Θωμάς τον κέρασε το πρώτο του τσιγάρο εκείνο το βράδυ που έμελλε να τον κάνει μανιώδη καπνιστή για όλη του τη ζωή. «Πάρε να καπνίσεις έναν σκληρό πρίγκηπα», τον παρότρυνε δίνοντάς του το τσιγάρο χέρι με χέρι.

Το επόμενο βράδυ στο αποχαιρετιστήριο πάρτι ήπιε την πρώτη του μπύρα και το πρώτο του ουίσκι. Τελικά, ήπιαν τόσο που κατέληξαν να ξερνάνε στην όχθη της θάλασσας. Το πρωί ήταν κατακίτρινος, αλλά δικαιολογήθηκε στους δικούς του πως ήταν άυπνος εξαιτίας της γιορτής κι όλοι το πίστεψαν ικανοποιημένοι, χωρίς να δώσουν πολλή σημασία ως συνήθως. Ταξίδεψαν οδικώς κατευθείαν για το εξοχικό της θείας του όπου θα τον άφηναν μαζί με τα αδέρφια του, για το υπόλοιπο καλοκαίρι. Ο Άγγελος σε όλη τη διαδρομή κοιμόταν βλέποντας το ίδιο όνειρο ξανά και ξανά: Ένα πλάσμα δυο μέτρα ψηλό με κέρατα ταύρου στο κεφάλι, κουτσό και με κόκκινο δέρμα, του έδινε το χέρι για χειραψία κι έπειτα χανόταν πίσω από ένα τοίχο. Μια χειραψία που έλεγε χωρίς λόγια «ευχαριστώ» και «χάρηκα πολύ για την γνωριμία» και ταυτοχρόνως τον προσκαλούσε να γίνει αόρατος για να διαπεράσει τον τοίχο όμως ο Άγγελος δεν το έκανε παρόλο που δεν φοβόταν. Δεν ήθελε ούτε να περάσει τον τοίχο ούτε να δει τι υπάρχει στην άλλη μεριά. Ήθελε να σφίξει τόσο γερά το χέρι του ταύρου ώστε να τον κρατήσει στην δική του πλευρά να τον δέσει στον δικό του κόσμο. Όμως το πλάσμα με τα κέρατα ξεγλιστρούσε. Ξανά και ξανά και ξανά. Παρέμενε εκεί εγκλωβισμένος σε αυτή την επανάληψη, μέχρι που ξύπνησε έξω από το σπίτι που θα τον φιλοξενούσε.

…Συνεχίζεται

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά