“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 4: Ο τρόμος

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε εδώ:
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 1: Η ρωγμή
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 2: Η κατασκήνωση
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 3: Ο λαβύρινθος

Έκαιγε ο τόπος από τη ζέστη. Ο μεσημεριανός ήλιος πύρωνε αδυσώπητα ότι άγγιζαν οι αχτίδες του. Όσοι δεν βρίσκονταν στην παραλία για μπάνιο, κοιμόντουσαν βυθισμένοι στην καλοκαιρινή ραστώνη. Επικρατούσε παντού ησυχία. Μόνο τα τζιτζίκια ακούγονταν. Τα αδέρφια του Άγγελου κολυμπούσαν στην παραλία με την παρέα τους, ο θείος Τάσος είχε πέσει σε λήθαργο ζαλισμένος από το φαγητό και τις μπύρες ενώ η θεία Αρετή είχε πάει κι εκείνη για κολύμπι με τις φίλες της.

Ο Άγγελος, καθισμένος στην πολυθρόνα που καθόταν κάποτε ο παππούς του, έβλεπε τηλεόραση αλλάζοντας μηχανικά τα κανάλια. Είχε δροσιά στο σαλόνι. Μπορούσε να μυρίσει τα απομεινάρια της μυρωδιάς του παππού στον αέρα. Δεν το είχε πει ποτέ σε κανέναν. Δεν θα τον πίστευαν. Είχε αρχίσει να καταλαβαίνει τι μπορούσε να πει και σε ποιον. Του άρεσε να είναι μόνος με την ανάμνηση της αύρας του παππού. Μύριζε τσιγάρο αλλά με έναν γλυκό τρόπο που θύμιζε πολυκαιρισμένο μπισκότο. Ωραία θα ήταν να καπνίσει ένα τσιγάρο στην βεράντα παρέα με τον παππού του. Είχε ακόμη καιρό μέχρι να επιστρέψουν όλοι και να ξυπνήσει ο θείος του. Πήγε στο δωμάτιο του για να πάρει το πακέτο με τα τσιγάρα. Ψάχνοντας θυμήθηκε πως δεν είχε φυλάξει το κομμένο πακέτο με το τηλέφωνο του Θωμά. Τον έπιασε πανικός. Άρχισε να ψάχνει σαν μανιακός. Ίδρωνε από την αγωνία καθώς ανακάτευε άτσαλα τα ρούχα του στα συρτάρια της ντουλάπας. Σκέφτηκε πως μπορεί να βρίσκεται στο σακ βουαγιάζ της κατασκήνωσης, αλλά εκείνο τον απογοήτευσε. Μετά θυμήθηκε πως το είχε χώσει στην πίσω τσέπη του μπλου τζιν που φορούσε εκείνο το βράδυ. Ευχήθηκε να μην το είχε βάλει η θεία του για πλύσιμο. Συνήθως, τον ρωτούσε πριν πάρει τα ρούχα του για να τα βάλει στο πλυντήριο. Δεν είχε καμία σχέση με την μάνα του που εισέβαλε στο δωμάτιο σαν σίφουνας χωρίς κανέναν σεβασμό στην ησυχία και στα πράγματα του.

Το βρήκε κρεμασμένο στην πόρτα. Το πήρε στα χέρια του κι άρχισε να ψάχνει τις τσέπες με αγωνία. Ίδρωσε ξανά. Έσταζε νερό από το πρόσωπο του. Κανένα αποτέλεσμα. Οι τσέπες ήταν άδειες. Τις γύρισε μέσα έξω δέκα φορές. Άδειες. Το τηλέφωνο του Θωμά είχε χαθεί. Έπεσε με τα μούτρα στο κρεβάτι σαν να είχε χάσει τον κόσμο ολόκληρο. Από το μυαλό του πέρασαν χίλιες πιθανές εξηγήσεις, αλλά ούτε μία λύση για το πώς θα μπορούσε να τον βρει. Απελπίστηκε. Ο νους του σκοτείνιασε. Ένας υπόκωφος ήχος από το ξύλινο πάτωμα της κάμαρας τον έβγαλε από το σκοτάδι. Γύρισε στο πλάι να δει τι μπορεί να ήταν. Το παντελόνι του είχε πέσει από το κρεμαστάρι της πόρτας. Σηκώθηκε να το μαζέψει. Το σήκωσε. Του φάνηκε βαρύ σαν σίδερο από την ανία της στιγμής, καθώς προσπαθούσε να το κρεμάσει ξανά. Και τότε είδε το χαρτάκι να γλιστράει από την πίσω τσέπη και να πέφτει μπροστά στα πόδια του. Τρελάθηκε από την χαρά του

«Άγγελε», ακούστηκε η θεία του να τον ψάχνει με χαμηλή φωνή για να μην ξυπνήσει τον άντρα της. Έχωσε το χαρτάκι με το τηλέφωνο στο σορτς. Ο αέρας γέμισε από την μυρωδιά της θάλασσας που κουβαλούσε η Αρετή μαζί της. Ήταν μπερδεμένη με το άρωμα του φρεσκοκομμένου καρπουζιού που είχε φέρει να φάνε.

«Έλα», του έκανε νόημα και βγήκαν στη βεράντα να απολαύσουν τις φέτες τους αφήνοντας να στάζει το κόκκινο ζουμί επάνω τους.

«Σιγά… τι μας νοιάζει; Αφού θα κάνουμε μπάνιο μετά», χασκογέλασε η Αρετή σαν παιδούλα κι ο ανηψιός της, την ακολούθησε χαχανίζοντας.

«Μου ζήτησε η μητέρα του Αντώνη να σου θυμίσω πως θα σε περιμένει στις επτά να παίξετε μπάσκετ».

«Ναι, το θυμάμαι. Θα είμαι στην ώρα μου».

«Καλό παιδί, ο Αντώνης. Πολύ καλό. Ακούει τους γονείς του και τα πάει πολύ καλά με τον αδερφό του. Είναι και καλός μαθητής. Ταιριάξατε, ε;»

Ο Άγγελος κατάλαβε αμέσως πως η θεία του τον ψάρευε, κι αποφάσισε να ακούσει τη συμβουλή του καινούριου του φίλου και να παίξει τον ρόλο που του δίδαξε πως καθησυχάζει.

«Ναι, είναι ωραίος τύπος. Χθες μου γνώρισε και μερικά κορίτσια. Ίσως έρθουν σήμερα στο μπάσκετ να μας δουν να παίζουμε κι έπειτα, αν μας αφήσετε, θα πάμε για παγωτό. Νωρίς θα γυρίσουμε».

«Να πάτε. Θα τηλεφωνήσω σε λίγο στη μητέρα του να συνεννοηθούμε. Πολύ χαίρομαι που άρχισες να διασκεδάζεις», του είπε χαμογελώντας ενώ εκείνος σχεδόν απογοητεύτηκε με το πόσο εύκολο ήταν να τη ξεγελάσει. Η διαίσθησή του τού έλεγε πως από εδώ και πέρα θα το έκανε πολύ συχνά αυτό – για πολύ καιρό.

Το μικρό γηπεδάκι έμοιαζε με πυρακτωμένη αρένα την ώρα του δειλινού. Το τσιμέντο έβγαζε τη φλόγα που είχε απορροφήσει από τον καυτό ήλιο και τα ξεχαρβαλωμένα δίχτυα που κρέμονταν από τα στεφάνια έδιναν την αίσθηση πως είχε προηγηθεί μια καταστροφική μάχη μεταξύ γιγάντων. Ο Άγγελος αναζήτησε από μακριά τον καινούριο του φίλο. Δεν τον είδε. Καθώς περπατούσε σκεπτόταν πόσο γρήγορα είχε αλλάξει φίλους αυτό το καλοκαίρι. Αναρωτήθηκε τι είναι η φιλία κι αντιλήφθηκε μέσα στους συλλογισμούς που εναλλάσσονταν σε κάθε του βήμα, πως από την στιγμή που έκανε τη σκέψη και στα λίγα μέτρα που είχε διανύσει, είχε μεγαλώσει απροσδόκητα. Αισθάνθηκε τον εαυτό του βαρύ και το μυαλό του ακόμη περισσότερο.

Διάβηκε την πύλη του γηπέδου˙ μια τρύπα στο συρματόπλεγμα που κάποιος είχε φτιάξει, κόβοντας το. Ο Αντώνης δεν είχε έρθει ακόμη. Κάθισε κάτω ακουμπώντας την πλάτη στο σίδερο της μπασκέτας. Τα τζιτζίκια τραγουδούσαν ακούραστα. Ατένισε την θάλασσα. Ένιωσε την ανάγκη να φύγει και να τρέξει προς αυτήν, να βουτήξει στο νερό, να ξεπλύνει τον ιδρώτα που τον έλουζε κι έπειτα να γυρίσει σπίτι και να μην βγει άλλο, να περάσει το καλοκαίρι του με τις κασσέτες και τις ταινίες του δίχως μπερδέματα. Έβαλε τις παλάμες του στο τσιμέντο που τις ζέστανε για να σπρώξει τον εαυτό του, να σηκωθεί, να φύγει, όμως δεν ήταν γραφτό να τα καταφέρει.

«Φεύγεις, φίλε;» τον ρώτησε ο Αντώνης ερχόμενος πίσω από την πλάτη του. ο Άγγελος θύμωσε αλλά δεν βρήκε το θάρρος να πει τίποτα.

«Όχι, απλώς βαρέθηκα να κάθομαι. Γιατί άργησες;»

«Περίμενα να μου φέρουν το βιβλίο σου», του είπε, πετώντας το στα πόδια του.

«Μα νόμιζα πως το είχες εσύ και θα μου το δάνειζες. Από ποιον το πήρες;»

«Να μην σε νοιάζει. Σημασία έχει ότι βρίσκεται στα χέρια σου. Εδώ γύρω μπορείς να βρεις ότι θέλεις σχετικά με… κατάλαβες, ε; Χρωστάω κάπου μια χάρη, αλλά δεν με πειράζει, φτάνει να μην ξεχάσεις εσύ την υπόσχεσή σου», του υπενθύμισε κλείνοντας το μάτι.

«Όχι, δεν θα τη ξεχάσω. Μην ανησυχείς. Ήδη σήμερα μίλησα μαζί του στο τηλέφωνο. Κάτι του είπα…» απάντησε ψεύτικα ο Άγγελος για να τον καθησυχάσει, συνειδητοποιώντας ότι είχε αρχίσει να λέει ψέματα με μεγάλη ευκολία, μεγαλύτερη ίσως από την υποκρισία των ρόλων που έπρεπε να παίξει. Πήρε στα χέρια του το βιβλίο με λαχτάρα, αλλά την ίδια στιγμή θυμήθηκε πως στην τσέπη του σορτς ήταν χωμένος ο τηλεφωνικός αριθμός του Θωμά που δεν είχε φροντίσει να διασφαλίσει. Αμέσως, του κόπηκε η λαχτάρα και μεταμορφώθηκε σε αγωνία.

«Φίλε, είσαι μούσκεμα στον ιδρώτα. Τι έπαθες; Κάνει ζέστη αλλά όχι τόση».

«Τίποτα. Το παθαίνω καμιά φορά. Μπάλα δεν έφερες;» ρώτησε ο Άγγελος για να αλλάξει κουβέντα.

«Τι να την κάνουμε την μπάλα;» του επέστρεψε την ερώτηση ο Αντώνης ξεσπώντας στα γέλια με την αθωότητα του φίλου του.

«Δεν ήρθαμε εδώ για να παίξουμε μπασκετάκι, φίλε. Ήρθαμε για την ανταλλαγή. Θ’ αράξουμε καμιά ώρα κι ύστερα θα έρθουν τα κορίτσια με τις μπύρες. Αν δεν ενδιαφέρεσαι να μου το πεις τώρα. Θα βρω κάποιον άλλο να πάρει τη θέση σου».

«Ενδιαφέρομαι, απλώς δεν είχα καταλάβει καλά», απάντησε ο Άγγελος νιώθοντας τον εαυτό του να γίνεται ένα με τη φλόγα της αρένας. Αισθανόταν σαν να είχε πιαστεί σε παγίδα. Το ψέμα που αράδιασε στη θεία του είχε πάρει σάρκα και οστά. Ο θυμός, τα νεύρα, τα ψέματα, η αγωνία κι η ανάγκη της φυγής πύρωναν στην ψυχή του όσο έπρεπε να μείνει καθηλωμένος στον ρόλο που προσπαθούσε να παίξει. Ήθελε να ρίξει με φόρα τον Αντώνη στο ασφαλτωμένο χαλίκι, να αρπάξει τον λαιμό του και να μην τον αφήσει μέχρι να βγει η τελευταία του πνοή. Μπορούσε να το κάνει αν ήθελε. Ήταν ψηλότερος και δυνατότερος, κι όσες φορές είχε μπλέξει σε καβγά είχε κερδίσει. Νικούσε ακόμη και τον μεγάλο του αδερφό. Όμως συγκρατήθηκε κι όλα πέρασαν σαν όνειρο.

Τα κορίτσια ήρθαν. Δύο αυτοί, τρεις εκείνες. Είχαν φέρει κι ένα φορητό κασσετόφωνο μαζί με τις μπύρες. Δεν τους έδωσε καμία σημασία. Ήπιε, κάπνισε, χόρεψε σαν χαζός τα ντίσκο τους και τις φλέρταρε όλες, ακολουθώντας στις κινήσεις ένα εσωτερικό ένστικτο που τώρα ανακάλυπτε πως διαθέτει. Χωρίς προειδοποίηση, οι μπαταρίες τελείωσαν, η κεφαλή του κασσετοφώνου μάσησε την κασσέτα και το πάρτυ διαλύθηκε. Έτσι κι αλλιώς είχε νυχτώσει. Συνόδευσαν τα κορίτσια σαν κύριοι, ο Αντώνης άφησε τον Άγγελο στο σπίτι του κι ο Άγγελος τρέχοντας προσπέρασε όλους τους άλλους που έτρωγαν καθισμένοι στο στρογγυλό γυάλινο τραπέζι της βεράντας με τις λευκές σιδερένιες καρέκλες.

Όρμησε στο δωμάτιό του, έκλεισε την πόρτα, ελπίζοντας πως δεν θα την ανοίξει κανείς χωρίς να χτυπήσει, κι άρχισε να ψάχνει μέρος για να κρύψει το κομμένο πακέτο από τα τσιγάρα με το τηλέφωνο του Θωμά, αφού πρώτα έχωσε το βιβλίο κάτω από το στρώμα του κρεβατιού, προσωρινά. Εκείνη την στιγμή αποφάσισε τι θα κάνει. Άρπαξε την πρώτη κασέτα που βρήκε. Έγραφε Iron Maiden και στην επόμενη γραμμή The number of the beast. Η άλλη πλευρά ήταν ελεύθερη. Αντέγραψε εκεί το νούμερο. Για την ώρα ήταν αρκετό αυτό ώστε να μην εξαφανιστεί. Με μια δεύτερη ιδέα σήκωσε το στρώμα κι έχωσε το απόκομμα στις σελίδες του βιβλίου. Αρκούσε αυτό μέχρι να σκεφτεί μια καλύτερη κρυψώνα. Σκούπισε τον ιδρώτα με τη μπλούζα του και βγήκε να συναντήσει τους άλλους στη βεράντα.

«Έλα, Άγγελε. Ετοιμαζόμαστε να παίξουμε χαρτιά κι ο Βαγγέλης θα μας εγκαταλείψει. Θα μείνει λέει “σε έναν φίλο” του απόψε», είπε πειρακτικά, ο θείος Τάσος υπονοώντας πως θα περάσει τη νύχτα με κάποιο κορίτσι. Ο Άγγελος ξαλάφρωσε. Το δωμάτιο θα ήταν στη διάθεσή του όλη τη νύχτα, για να διαβάσει.

«Κι εμείς με κορίτσια ήμασταν στο μπάσκετ», καυχήθηκε ανταγωνιστικά, χωρίς να καταλάβει πώς του ξέφυγε από το στόμα αυτή η φράση. Ο Τάσος φούσκωσε από υπερηφάνεια που και τα δυο του ανίψια ήταν άντρες. Η Αρετή κι η αδερφή του γέλασαν πονηρά μεταξύ τους, κοροϊδεύοντας τη χαζομάρα των αγοριών του σπιτιού. Ο Άγγελος πήρε τη θέση του αδερφού του στο τραπέζι κι έπαιξε χαρτιά με όλη του την όρεξη περιμένοντας να πάνε όλοι για ύπνο, ώστε να επιστρέψει ανενόχλητος στα σχέδιά του.

9 Ιουλίου 1983, έγραψε ο Άγγελος με μολύβι στην πρώτη σελίδα του βιβλίου για να θυμάται την ημερομηνία που ξεκίνησε την ανάγνωση του, κι αυτή την συνήθεια θα την κρατούσε με όλα τα βιβλία πια.

Έκδοση του Σ. Λίντελ Μακ Γκρέγκορ Μάθερς, από τα χειρόγραφα του Βρετανικού Μουσείου του Λονδίνου, 1888, διάβασε ο Άγγελος χωρίς να πολυκαταλαβαίνει κι έπειτα προχώρησε στον πρόλογο, αφού φόρεσε τα γυαλιά του, θυμίζοντας μελετητή που είχε αποφασίσει να χαθεί μέσα στην αρχαιότητα του κόσμου.

Ο Ελιφάς Λεβί χρησιμοποίησε το Κλειδί του Σολομώντα σαν πρότυπο πάνω στο οποίο βασίστηκε το ξακουστό του “Δόγμα και Τυπικό της Υψηλής Μαγείας”, συνέχισε να διαβάζει απορημένος.

Πρέπει, επιπλέον, να προειδοποιήσω τον μαθητευόμενο ενάντια στη χρήση του αίματος. Η προσευχή, το έμβλημα και τα αρώματα, σωστά χρησιμοποιούμενα, αρκούν. Το αίμα προσεγγίζει επικίνδυνα το κακό μονοπάτι. Εκείνος ο οποίος, παρά τις προειδοποιήσεις αυτού του έργου, αποφασίζει να πράξει για κακό, μπορεί να είναι βέβαιος ότι το κακό αυτό θα γυρίσει πίσω στον ίδιο και ότι θα χτυπηθεί από το ανακλώμενο ρεύμα.

Ο Άγγελος ανατρίχιασε. Έσπρωξε το βιβλίο τρομαγμένος. Αγκάλιασε τον εαυτό του σαν να ήθελε να τον προστατεύσει κι έμεινε να κοιτάζει το ανοιχτό βιβλίο. Ο αέρας ψύχρανε στην κάμαρά του. Όλα του φαίνονταν επικίνδυνα στον χώρο, από το μολύβι που μόλις είχε ξύσει για να κρατήσει σημειώσεις, μέχρι το πόμολο της πόρτας που απειλούσε να τον κλειδώσει για πάντα μόνο του με το βιβλίο, κυκλωμένους από το απόκοσμο κρύο που είχε βασιλέψει. Άρχισε να τρέμει. Οι σελίδες του βιβλίου περίμεναν υπομονετικά να τον καταπιούν. Γνώριζε πως αν δεν έβρισκε τη δύναμη να το κλείσει, δεν θα υπήρχε γυρισμός από τον δρόμο που θα διάλεγε. Όμως ήθελε τόσο πολύ να εξολοθρεύσει τον Σατανά, το ήθελε από παιδί, και του ήταν αφάνταστα δύσκολο να αντισταθεί. Ο τρόμος είχε κυριεύσει κάθε του κύτταρο, πηγαίνοντας κόντρα στην ανάγκη του να μυηθεί στον δρόμο που θα τον οδηγούσε στο κέντρο της Κόλασης για να βρει την καρδιά του Κτήνους και να τη ρημάξει. Το βιβλίο τού ασκούσε μιαν ακαταμάχητη γοητεία, μια γοητεία που κατόρθωνε να εξισορροπήσει τον τρόμο με την ανάγκη του να πραγματοποιήσει το μεγάλο του σχέδιο. Η λαβή των χεριών του γύρω από τον εαυτό του χαλάρωσε. Τα ρίγη της ανατριχίλας υποχωρούσαν μαλακά. Ενστικτωδώς, πήρε μερικές ανάσες που τον ηρέμησαν κι όλα στο δωμάτιο έβρισκαν με κάθε αναπνοή την κανονική τους μορφή. Θυμήθηκε την πινακίδα της κατασκήνωσης που τον είχε καλωσορίσει λέγοντάς του πως ο Χριστός σώζει. Θυμήθηκε την συμβουλή που του είχε δώσει ο καθοδηγητής του στο κατηχητικό όταν του είπε πως ξεκίνησε να ακούει heavy metal: «Αν πιστεύεις στον Θεό, τίποτα δεν μπορεί να επηρεάσει». Έκανε τον σταυρό του. Γράπωσε το μυτερό του μολύβι, λες και είχε αρπάγη αντί για χέρι, κι όρμησε στη μάχη νιώθοντας τον τρόμο να τον εγκαταλείπει.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά