“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 5: Η πνοή

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε εδώ:
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 1: Η ρωγμή
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 2: Η κατασκήνωση
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 3: Ο λαβύρινθος
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 4: Ο τρόμος

«Εδώ τελειώνει το Κλειδί μας που, αν το εντυπώσεις και το φυλάξεις στη μνήμη σου, θα ‘σαι ικανός, αν σου αρέσει, ακόμη και να πετάξεις με τα φτερά του ανέμου. Αλλά, αν δεν του δώσεις μεγάλη σημασία και το περιφρονήσεις, ποτέ δεν θα φτάσεις στον επιθυμητό στόχο σου σε κανένα μαγικό πείραμα. Γιατί σ’ αυτό το βιβλίο περιέχεται όλη η επιστήμη της Μαγικής Τέχνης, και θα πρέπει να το προσέχεις πολύ. Κι εδώ φτάσαμε στο τέλος του Κλειδιού μας, στο Όνομα του Θεού του δίκαιου, του ελεήμονα και του αιώνιου, που ζει και βασιλεύει στους αιώνες των αιώνων. Αμήν».

Ο Άγγελος έκλεισε το βιβλίο. Το χοντρό δερματόδετο εξώφυλλο έκανε ένα κούφιο θόρυβο καθώς έπεφτε στην τελευταία σελίδα. Δεν μπορούσε να καταλάβει τίποτα. Είχε ζητήσει από τον Θωμά να του προτείνει ένα βιβλίο που θα τον βάλει στον κόσμο του Σατανά, κι αυτό εδώ μιλούσε από την αρχή μέχρι το τέλος για πνεύματα, αρχαγγέλους, σφραγίδες, πλανήτες, αστερισμούς και για τον Θεό. Ούτε και τα τελετουργικά πολυκαταλάβαινε. Του φάνηκαν περίπλοκα και δύσκολα. Πολλές λέξεις ούτε τις είχε διαβάσει ούτε τις είχε ξανακούσει ποτέ στη ζωή του. Άφησε το βιβλίο αναποδογυρισμένο δίπλα του στο κρεβάτι, σταύρωσε τα χέρια στο στήθος κι έσπαζε το κεφάλι του να βρει τι έπρεπε να κάνει από ‘δω και πέρα. Η μία λύση ήταν να τηλεφωνήσει στον Θωμά και να τον ρωτήσει ποιο ήταν το επόμενο βήμα, αλλά δεν αισθανόταν έτοιμος να το κάνει. Η άλλη λύση ήταν να μιλήσει με τον Αντώνη. Πότε δεν τον είχε ρωτήσει αν το είχε διαβάσει κι ο ίδιος. Δεν τον είχε ρωτήσει πολλά. Τον είχε απλώς εμπιστευτεί. Έπρεπε να μάθει περισσότερα. Από εκεί έπρεπε να ξεκινήσει. Ανακάθισε στο κρεβάτι. Θα έπιανε το βιβλίο από την αρχή.

Το σανίδι από την κρεβατοκάμαρα έτριξε. Ο θείος Τάσος είχε ξυπνήσει. Ήταν η ώρα που πήγαινε για ψάρεμα κι η ώρα που ο ανηψιός του σταματούσε το κρυφό του ανάγνωσμα κι έπεφτε για ύπνο. Το φως είχε μπει από το παράθυρο του δωματίου του κι ο Άγγελος δεν το είχε καν αντιληφθεί. Είχε ξημερώσει. Έκρυψε το βιβλίο βιαστικά κάτω από το στρώμα και βολεύτηκε στο μαξιλάρι για να κοιμηθεί. Ήξερε πως ο θείος του πριν φύγει περνούσε από τα κρεβάτια των παιδιών για να δει αν είναι καλά, κι έπειτα έφευγε. Το φως του χαράματος βάρυνε γλυκά τα βλέφαρα του κι ο ύπνος δεν άργησε να έρθει. Κοιμήθηκε αποκαμωμένος όπως κάθε βράδυ μετά την μυστική μελέτη. Στην οικογένεια τους δεν ξυπνούσαν τα παιδιά, τα άφηναν να χορτάσουν ύπνο. Ευτυχώς. Γιατί το μυαλό του ήταν πολύ κουρασμένο από όλη την προσπάθεια που κατέβαλε για να ανταπεξέλθει στην γνώση που περιείχε το βιβλίο, η οποία δεν είχε καμία σχέση με την ηλικία του.

Ξύπνησε το μεσημέρι μούσκεμα στον ιδρώτα. Τα τζιτζίκια της αυλής είχαν στήσει χορωδία στα δέντρα έξω από το παράθυρο του.

Σηκώθηκε, τα χάζεψε για λίγο. Τόσα χρόνια μεγάλωνε σε αυτό το σπίτι και δεν είχε ιδέα τι δέντρα υπήρχαν ολόγυρα. Σήκωσε τους ώμους του αδιάφορα και πήγε στην κουζίνα όπου τους βρήκε όλους μαζεμένους να τρώνε κάπως τεμπέλικα και δίχως να πολυμιλάνε. Τους έκανε ένα νεύμα με το αγουροξυπνημένο του κεφάλι αντί να τους χαιρετήσει.«Νομίζαμε ότι πέθανες» τον πείραξε η αδερφή του κι εκείνος δεν της απάντησε αλλά βούτηξε ένα κομμάτι ψωμί από το τραπέζι κι ένα κομμάτι τυρί από το πιάτο της για να την εκνευρίσει.
Τους παράτησε και βγήκε στην βεράντα. Κάθισε. Το βλέμμα του πλανήθηκε στις τριανταφυλλιές. Μασουλούσε μηχανικά. Τα μάτια του ήταν πρησμένα από το διάβασμα και τον ύπνο. Μπήκε ξανά στο σπίτι.

«Θεία, μπορείς να μου κάνεις μια χάρη;»

«Ναι, αγόρι μου», είπε εκείνη πρόθυμα.

«Μπορείς να τηλεφωνήσεις στην μητέρα του Αντώνη και να της ζητήσεις να τον στείλει από εδώ να μου κάνει παρέα;»

«Ναι, παιδί μου. Σιγά την χάρη. Δεν θα πάτε για μπάνιο;»

«Πιο αργά, ίσως».

«Μικρέ, δεν νομίζεις ότι παραείσαι πιτσιρικάς για να κάνεις ότι γουστάρεις;» του επιτέθηκε ο ξάδελφός του μεταξύ αστείου και σοβαρού.

«Εσύ στην ηλικία του είχες ήδη δυο γκόμενες που τις στρίμωχνες με κάθε ευκαιρία, κι αν θυμάσαι έπαιρνες κρυφά το μηχανάκι μου. Τίποτα δεν κάνει το παιδί. Είναι πολύ ήσυχο σε σχέση με σένα και μην το παίζεις μεγάλος αδερφός», είπε ο θείος Τάσος σώζοντας τον Άγγελο. Εκείνος έκλεισε το μάτι στον Μιχάλη σαν να του έλεγε “βούλωσε το” και κάθισε στο τραπέζι να φάει απλώνοντας τον εαυτό του στην καρέκλα με όλη του την αλαζονεία και την έπαρση.

Πήρε τον Αντώνη και κάθισαν στο πεζούλι με τις τριανταφυλλιές για να τα πούνε. Η Αρετή κεντούσε δήθεν αδιάφορη, αλλά η άκρη του ματιού της, τους παρακολουθούσε. Μάλλον δεν σκάρωναν τίποτα. Μάλλον παιδιάστικες κουβέντες έκαναν. Αλλά εκείνη που είχε γίνει μάρτυρας της περίεργης συμπεριφοράς του ανιψιού της όφειλε να είναι σε επαγρύπνηση. Προσπαθούσε να διαβάσει τα χείλη τους, αλλά της ήταν αδύνατον. Πρέπει να ψιθύριζαν. Θυμήθηκε πόσο δύσκολο ήταν να την τσακώσουν οι δικοί της γονείς, όταν ήταν στην ηλικία του Άγγελου. Αλλά δεν το έβαλε κάτω.

«Θέλω να μου πεις πού βρήκες το βιβλίο».

«Σου είπα. Είναι πολύ εύκολο να βρεις ό,τι θέλεις γι’ αυτά τα κόλπα σε αυτή την περιοχή».

«Δηλαδή, σου το έδωσε κάποιος γνωστός σου;»

«Τι σημασία έχει;»

«Έχει», είπε με έντονο ύφος ο Άγγελος, παρόλο που συνέχισε να ψιθυρίζει.

«Γιατί;»

«Έχω απορίες. Δεν καταλαβαίνω τίποτα. Πρέπει να μου πεις από ποιον πήρες το βιβλίο».

«Όχι. Η συμφωνία μας δεν είναι αυτή. Η συμφωνία μας είναι να σου φέρω το βιβλίο κι εσύ να μου πεις τον τίτλο του άλλου, του μυστικού, που θα σου αποκαλύψει ο τύπος από την κατασκήνωση. Εκεί λήγει».

«Αντώνη, πρέπει να καταλάβω για ποιον λόγο διαβάζω αυτό το βιβλίο. Οπωσδήποτε».

«Δεν πρέπει να καταλάβεις τίποτα. Έκανες αυτό που σου είπε. Το διάβασες. Όταν επιστρέψεις στην Αθήνα το χειμώνα θα του τηλεφωνήσεις και θα μάθουμε τα υπόλοιπα. Μην το ψάχνεις προς το παρόν».

«Μα το βιβλίο αυτό μιλάει…»

«Σήμερα είναι Σάββατο, ε; Ωραία. Θα πάμε κάπου να σου δείξω για τι μιλάει αυτό το βιβλίο. Εντάξει; Αλλά μετά δεν θα ζητήσεις τίποτα άλλο».

«Εντάξει», συμφώνησε ο Άγγελος περισσότερο για να λήξει τη συζήτηση, αφού ένιωθε πως η θεία του τους παρακολουθεί. «Πάμε τώρα να παίξουμε κανένα παιχνίδι στο ΑΤARI να μην μας καταλάβουν».

«Θα περάσω στις εννιά να σε πάρω».

Σηκώθηκαν και καθώς περνούσαν μπροστά από την Αρετή, εκείνη τους ρώτησε για ποιο πράγμα κατασκόπευαν σκυμμένοι πονηρά κάτω από τις τριανταφυλλιές.

«Γυναίκες, κυρία Αρετή, θέλει σχέδιο», της είπε ο Αντώνης που είχε έναν τρόπο να μετατρέπει τα πάντα σε αυτό που ήθελε και να γίνεται πολύ πιστευτός. Η Αρετή γέλασε και πήγε να τους καθαρίσει φρούτα για να συνοδεύσουν το παιχνίδι τους.

Καθώς κατέβαινε το πλακόστρωτο δρομάκι της αυλής για να συναντήσει τον Αντώνη, που είχε κρεμαστεί από τα κάγκελα σαν μαϊμού, περιμένοντας θαρρείς να του ξεκλειδώσει ο Άγγελος για να βγει, τον βρήκε κατευθείαν στα ρουθούνια το άρωμα από τις τριανταφυλλιές και τον μέθυσε. Έκλεισε τα μάτια για να το απολαύσει. Όταν τα άνοιξε πάλι είχε φτάσει στα μισά κι αντίκρισε τον θείο του να κάθεται σε μια ξύλινη καρέκλα με ψάθα στο κάθισμα της, από εκείνες που έχουν στα καφενεία. Καθάριζε ψάρια. Ανάμεσα στα πόδια του είχε μια γαλάζια λεκάνη κι εκεί έπεφταν τα εντόσθια από τα ψάρια που ξεκοίλιαζε με μαεστρία, αφήνοντας ένα γλιστερό ήχο καθώς έπεφταν το ένα επάνω στο άλλο, ανακατωμένα με τα λέπια και δημιουργώντας λεπτά ρυάκια από το ψόφιο αίμα στο πλαστικό της λεκάνης αλλά και στο τσιμέντο. Η λευκή φανέλα που φορούσε ήταν γεμάτη λεκέδες από πηχτό αίμα. Σήκωσε το χέρι που κρατούσε το μαχαίρι και τον χαιρέτησε. Τότε, η μυρωδιά των ψαριών τον πλησίασε μπερδεμένη απαίσια με το άρωμα από τα τριαντάφυλλα. Το στομάχι του σφίχτηκε. Ήθελε να κάνει εμετό, αλλά συγκράτησε την αηδία του μονάχα για να μην τον δει ο Αντώνης και χαλάσει αυτό που ετοιμάζονταν να κάνουν.

«Τι έπαθες και κιτρίνισες σαν το λεμόνι;»

«Τίποτα. Μόλις με χτυπήσει ο αέρας θα μου περάσει. Πάμε», του είπε ανοίγοντας την πόρτα όμως ούτε η μυρωδιά ούτε η αηδία ούτε η εικόνα των χυμένων σπλάχνων τον εγκατέλειψαν όσο κι αν απομακρύνθηκαν.

«Πού πάμε;»

«Πάμε να κάνουμε ένα “κόλπακι”, ώστε να σταματήσεις να έχεις απορίες», του είπε ο Αντώνης λες και ήταν κάποιος μεγάλος μέντορας που κρατούσε όλες τις απαντήσεις του κόσμου στο χέρι.

«Τι κουβαλάς στο σάκο;»

«Τα όργανα του εγκλήματος».

Πέρασαν από τη μικρή αγορά της Ψυχώρης με τα παντοπωλεία που προσπαθούσαν να γίνουν μοντέρνα για να προσαρμοστούν στον τουρισμό, τις ομπρέλες, τις ψάθες και τα κρεμασμένα βατραχοπέδιλα, τα γραφικά ουζερί που ανέδυαν την μυρωδιά του καλαμαριού και του χταποδιού και τα καλοκαιρινά μπαράκια που προσπαθούσαν να μαζέψουν κόσμο βάζοντας την μουσική όσο πιο δυνατά μπορούσαν. Καθώς περνούσαν από τον ένα και μοναδικό μαγαζί του χωριού με το μπιλιάρδο και τα arcade παιχνίδια, ο Άγγελος σκέφτηκε πόσο όμορφα θα ήταν να παρατήσουν την περιπέτεια, να χωθούν εκεί αδειάζοντας όλα τους τα κέρματα και χαζογελώντας σαν δυο αγόρια της ηλικίας τους. Ήταν έτοιμος να το κάνει αλλά εκείνη η αθώα, μα συνάμα δόλια, απόφαση που είχε πάρει δεν του το επέτρεψε, κι έτσι συνέχισαν ώσπου βγήκαν από το κέντρο του χωριού. Συνέχισαν να περπατούν ώσπου έφτασαν στον αυλόγυρο μιας εκκλησίας την οποία ο Άγγελος δεν είχε ξαναδεί ποτέ. Ολόλευκη δέσποζε στο σκοτάδι της νύχτας κι ας μην ήταν μεγάλη. Ο ξύλινος σταυρός της στεκόταν στον τρούλο επιβλητικός, σκορπώντας την αίσθηση του ελέγχου της αγιότητας.

«Ο Άγιος Νικόλας είναι. Δεν λειτουργεί πια παρά μόνο ανήμερα της γιορτής του Αγίου. Είναι πολύ παλιά εκκλησία. Από τότε που το χωρίο είχε μόνο ψαράδες. Μπορεί να είναι και εκατό ετών», του εξήγησε ο Αντώνης κάνοντάς του νόημα να συνεχίσουν. Λίγο παραπέρα συνάντησαν ένα νεκροταφείο με ίσα ίσα τριάντα τάφους – δεν πρέπει να ήταν παραπάνω. Οι σταυροί έγερναν ξεχαρβαλωμένοι στα πλάγια, οι ταφόπλακες ήταν ραγισμένες οι περισσότερες, τα καντήλια σβηστά δίπλα στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες των βλοσυρών προσώπων των νεκρών που τους παρακολουθούσαν κι οι σκιές πήγαιναν κι ερχόντουσαν ανάμεσα στα μνήματα που ήταν καλυμμένα από τα ξερά χορτάρια και τα κλαδιά.

«Να το. Φτάσαμε», φώναξε ο Αντώνης ανοίγοντας το βήμα του.

Ένα ετοιμόρροπο πέτρινο σπιτάκι τούς περίμενε. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη. Ο Αντώνης έπιασε το σιδερένιο μάνταλο και την τράβηξε να ανοίξει για να περάσουν.

«Είναι το σπίτι του παπά. Παλιά, οι παπάδες δεν είχαν μισθό. Ζούσαν από την ελεημοσύνη των χωρικών. Ήταν ζητιάνοι…

«Διάκονοι», τον διέκοψε αυστηρά ο Άγγελος.

«Εντάξει, παπαδοπαίδι του κατηχητικού. Διάκονοι. Οπότε, το χωριό τους παραχωρούσε ένα σπίτι για να μένουν. Λένε πως είναι στοιχειωμένο. Μια ιστορία με ένα αγόρι που κρεμάστηκε για ένα κορίτσι πριν μερικά χρόνια. Δεν την ξέρω καλά. Ούτε την πολυπιστεύω. Για όλα τα ερειπωμένα σπίτια τα ίδια λένε. Φαντάσου γι αυτό που είναι και δίπλα στο νεκροταφείο τι θα έλεγαν»

«Τι ήρθαμε να κάνουμε εδώ;»

«Θα δεις. Με τους… άλλους… όταν κάνουμε τέτοια κόλπα πηγαίνουμε αλλού αλλά εσένα σε έφερα εδώ και φρόντισε να μην μάθει κανείς τίποτα. Ποτέ.» τον αγριοκοίταξε ο Αντώνης κι ο Άγγελος έγνεψε καταφατικά. Τον έσφιξε το στομάχι του. Τα μυστικά άρχισαν να γίνονται πολλά και τα αισθανόταν σαν κόμπους που τον έδεναν με κάτι απαίσιο που είχε ήδη μετανιώσει αλλά δεν είχε την δύναμη να εγκαταλείψει.

Έκανε μερικά βήματα για να ψάξει και το υπόλοιπο σπίτι αλλά ο Αντώνης του έκοψε τη φόρα.

«Μην πας πιο μέσα. Δεν έχει τίποτα παρά καδρόνια, σάπια ξύλα και κάτι σκοροφαγωμένα έπιπλα. Έχω έρθει μέρα κι είναι όπως σου τα λέω. Άλλωστε δεν έχουμε πολλή ώρα ακόμη για να χαζολογάμε˙ αν μέχρι τις 11 δεν έχουμε δώσει το παρόν στα αδέρφια μας, θα αρχίσουν να μας ψάχνουν».

«Εντάξει», υπάκουσε ο Άγγελος ξέροντας πως η περιέργειά του θα τον ξαναφέρει σύντομα πίσω να ψάξει με την ησυχία του. Κάθισαν στο πάτωμα. Σηκώθηκε σκόνη. Ο Αντώνης έβγαλε από το σακίδιο του έναν αναπτήρα, τρία λευκά κεριά, μια λευκή και μια μαύρη κιμωλία, μια κόκκινη κορδέλα, ένα μεγάλο παλιό κλειδί κι ένα βιβλίο που έμοιαζε με την δική του, την Σολομωνική.

«Το έχεις διαβάσει κι εσύ;»

«Όχι. Απλώς το χρησιμοποιώ όταν κάνω… αυτό που θα κάνουμε».

«Το έχεις ξανακάνει εσύ;»

«Μόνος μου, όχι ποτέ. Αλλά με τους άλλους αρκετές φορές».

«Ξέρεις τι να κάνεις;»

«Ναι. Λοιπόν; Ξεκινάμε;»

«Ναι».

Ο Αντώνης πήρε τη μαύρη κιμωλία κι έφτιαξε μια πεντάλφα στο πάτωμα. Ύστερα πήρε τη λευκή και χάραξε ένα κύκλο γύρω της. Κοίταξε τον Αντώνη στα μάτια για να ελέγξει αν θέλει ακόμη να συνεχίσει. Έβαλε από ένα κερί σε τρεις γωνίες του αστεριού και τα άναψε από αριστερά προς τα δεξιά. Ένα αδέσποτο σκυλί μπήκε από την πόρτα και, χωρίς να βγάλει άχνα ξάπλωσε, χώνοντας τη μουσούδα του στα μαλλιαρά του πόδια. Τα δυο παιδιά πετάχτηκαν από τον φόβο, αλλά μόλις είδαν ότι είναι ένα άκακο σκυλί το άφησαν να μείνει˙ ένας σκύλος προσφέρει πάντα την αίσθηση της προστασίας.

«Είσαι σίγουρος, Άγγελε;»

«Σίγουρος», απάντησε και στα ρουθούνια του χώθηκε η μυρωδιά από το βρώμικο σκυλί, τη σαπίλα του σπιτιού, τα ψοφίμια του νεκροταφείου, τις τριανταφυλλιές και τα ξεκοιλιασμένα ψάρια.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά