Σάουρον, η αληθινή ιστορία: “Μου ‘φαγαν όλα τα δαχτυλίδια”

by Νικόλας Παπακώστας

Τα Πρώτα Χρόνια

Ο Σάουρον ξεκινησε με το όνομα Μάιρον σαν ένας Μάια του Άουλε του Σιδηρουργού, που ήταν ένας από τους Άραταρ, από τους 8 δηλαδή πιο δυνατούς Βάλαρ. Άμα όλα αυτά σας φαίνονται δύσκολα, πού να διαβάσετε και το Σιλμαρίλλιον. Αν και ήταν φιλότιμο παλικάρι, ήταν λίγο ζαβός.

Μια μέρα, ο Άουλε πήγε στον Έρου τον Ιλούβαταρ, ο οποίος ως συνήθως τραγούδαγε.

“Ε ψηλέ, δεν αφήνεις το μεράκλωμα λίγο να πούμε δυο κουβέντες;”
“Τι θες;”
Tι να τον εκάνω εγώ αυτονανε; Εγώ ζήτησα μικρο να μου κρατάει τα βιβλία, αυτός δε τα παίρνει τα γράμματα”
“Ε πάρτονα παραγιό, επιστροφές δε δέχομαι” Ο Έρου ο Ιλούβαταρ άρχισε να τραγουδάει το “Δε ταιριάζετε σου λέω” που σήμαινε ότι η κουβέντα είχε τελειώσει. Ο Άουλε δεν κατάλαβε την προφητεία που εκρύβοτανε πίσω από το τραγούδι.
Έτσι ο Μαιρον άρχισε να μαθητεύει κοντά στον Άουλε

Ο Σάουρον έμαθε πολλά από τον σιδηρουργό αφέντη του, και έγινε σπουδαίος τεχνίτης. Επειδή μέρα νύχτα την πέρναγε πάνω από το αμόνι για να εντυπωσιάσει τον Άουλε μπας και του δώσει κάνα πατρικό “πατ πατ” στο κεφάλι έμεινε για περίπου εικοσιτέσσερις χιλιάδες χρονιά μέσα στο κάρβουνο, με αποτέλεσμα να μείνει πάνω του μια μόνιμη στρώση καρβουνόσκονης, δέκα πήχες πάχος και να είναι μαύρος και άραχνος.

Οι άλλοι Μάια τον εκορόιδευαν, ειδικά ο Κουρούμο που ήταν συμμαθητής του. Ο Κουρούμο τον φώναζε Μαρία, Μαράκι η Φλούφλη, γιατί είχε μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του και νόμιζε ότι ήταν πιο σπουδαίος από όλους. Είχε σκοπό δε, όταν μεγαλώσει να γίνει ηθοποιός και να μοιάσει στον Κρίστοφερ Λη.

“Πώς είσαι έτσι ρε χαλβά;”
με λες χαλβά, θα το πω στον μπαμπά”
“Άσε μας ρε χτικιάρη”, του είπε και τον έφτυσε στο μάτι.

Εκείνη την εποχή, ο Σάουρον αν και λίγο βρομιάρης από το κάρβουνο, ήταν όπως έπρεπε Καθωσπρέπης, κάλος και άσπιλος. Παρθένος δηλαδή κανονικός. Και για αυτό τον εκορόιδευαν

“Ωχ, Ολοριν, πάμε να φύγουμε, έρχεται ο μπούλης”

Έλεγε ο Κουρούμο όταν τον έβλεπε

“Μα γιατί δε με παίζετε;”

“Εμείς δε παίζουμε παιχνίδια, κυνηγάμε γκόμενες”

“Ποιες γκόμενες ρε παιδιά, δεν υπάρχουν θηλυκά Μάια.”

“Υπάρχουν, άλλα όταν σε βλέπουν κρύβονται ρε τελεμέ, κόψε λάσπη τώρα”

Έτσι λοιπόν, ο Σάουρον ζούσε μια μοναχική ζωή μακρυά από όλους. Έπαιζε με τα στρατιωτάκια του και ήταν ευτυχισμένος μέσα στο δωμάτιό του που ήταν το πιο τακτικό και το πιο καθαρό από όλα, σε αντίθεση με εκείνον.

Μια μέρα μπήκε στο δωμάτιο του ένας άντρας

“Τίνος είσαι εσύ;” του είπε ο Άγνωστος
“Του Άουλε”
“Α, ο Παραγιός . Εγώ είμαι ο θείος σου, ο Μέλκοε.”
Aκουστά σας έχω.”
“Ετοιμάζω ένα ψιλοπραξικοπηματάκι, ψήνεις;”
“Θα ‘ναι και ο Κουρούμο;”
Oχι, δεν τον εθέλω τον μπίνε, δε μου αρέσουν τα μούσια του.”
“Τότε μέσα είμαι μπάρμπα!”
“Μη με ξαναπείς μπάρμπα. Να με λες Μόργκοθ.”
“Γιατί;”
Eιναι πιο πιασάρικο”.
Έτσι, ο Σάουρον και ο Μόργκοθ γινήκανε φίλοι

ΠΡΩΤΗ ΕΠΟΧΗ

Εκείνη την περίοδο, ο Μόργκοθ είχε κλέψει τα Σιλμαριλ του Φεανορ και τα ξωτικά παρακουσαν τις εντολές των Βαλαρ και κατέβασαν παρέα να τον δειρουνε .Ο Σάουρον ιδέα δεν είχε τι έκαναν τα πετράδια

“Τι είναι αυτές οι λάμπες μπάρμπα;”
“Μη με λες μπάρμπα. Τι σε νοιάζει εσένα; Σάμπως και να σου πω θα καταλάβεις;”
Mε ενοχλούν στον ύπνο, δε τις σβηνεις λίγο;”
“Ρε κουτορνίθι, αυτά τα πετράδια λάμπουν με το φως των δέντρων του Βαλινορ”
“Μπάρμπα, πιωμένος είσαι; Τα δεντρά το τρώνε το φως, δε το βγάζουν”
“Ωχου, άσε με και έχω δουλειά. Πάρε τίποτα ψιλά από το θησαυροφυλάκιο να πας στις πουτάνες μπας και ξελαμπικάρεις”.
Ο Σάουρον όμως στο δρόμο βρήκε έναν τύπο που πούλαγε μαύρο και πήρε δυο κιλά, τα ήπιε όλα και από τότε μιλούσε πάντα αργά και τραβούσε τα φωνήεντα

Σε εκείνον τον πόλεμο, ο Σάουρον, παραδόξως, τα είχε πάει πολύ καλά, και όλοι τον εφοβόσαντο. Είχε τρομερή έφεση στη μαγεία, και άλλαζε και τη μορφή του, και επειδή ο Μόργκοθ έπρεπε να πάει να διαφθείρει κάτι ανθρώπους (έτσι δημιουργήθηκαν οι πολιτικοί) και δεν ήθελε να τον έχει μες στα ποδιά του, ξέροντας ότι του άρεσαν τα στρατιωτιάκια, του χε δώσει να διοικεί το στρατό. Ο Σάουρον τα χε βρει και με έναν λυκάνθρωπο και ένα Βαμπίρουλα και γενικότερα ήταν η πρώτη φορά που έκανε κάτι σωστό,

Μέχρι που μια μέρα, ο Λυκάνθρωπας ήρθε και τον βρήκε έντρομος

Aφεντικό αφεντικό”
Iiiiiii seeeeeeee youuuuu”
“Ναι, το ξέρω ότι με βλέπεις μπροστά σου είμαι. Πάλι μαστουρωμένος είσαι; Είναι στη γέφυρα πάνω μια γκόμενα με ένα λυκόσκυλο και μας έχει ξεκωλώσει. Πάμε να την κάνουμε”.
“Είναι κάλο το γκομενάκι;”
Mπάνικο.”
“Πάω να το δω”.

Πήγε ο Σάουρον και έπαθε κλακάζ. Ήταν πάνω στη γέφυρα μια απίστευτη Ελφογκομενίτσα και μαζί της είχε και έναν σκύλο τεσσεράμισι μέτρα. Ο σκύλος είχε μια ταμπελίτσα με το όνομά του, που ήταν Χουάν.

“Γεια σας!” είπε στην Ελφίνα
“Ποιος είσαι εσύ ρε βρομύλε?”
“Είμαι ο Σάουρον. Να σας κεράσω ένα απεριτίφ;”
“Όχι, δε θα πάρω”
“Μα τι λέτε, πρώτη φορά σπίτι μου”

Πήγε ο Σάουρον να την πιάσει από το χέρι, άλλα αυτή έκανε πίσω και τον έφτυσε στο μάτι.

“Δε θέλω ρε χλιμίτζουρα λέμε”.
“Καλά μην εξάπτεστε! Ωραίο σκυλάκι! Από το Μεξικό είναι;”
“Λοιπόν, για να τελειώνουμε! Παρέδωσε το κάστρο και χάσου”.
“Δε μπορώ, θα θυμώσει ο μπάρμπας μου. Δε θέλετε να τα βρούμε με μια πατρίδα σκάκ锨
“Χουάν, παρ’ τον αγόρι μου”.

Ο σκύλος όρμησε στον Σάουρον και τον έκανε τουλούμι στο ξύλο. Έτσι η Λούθιεν (έτσι το λέγανε το Κανόνι) πήρε το κάστρο, και ο Σάουρον γίνηκε νυχτερίδα και την έκανε, και πήγε να κρυφτεί γιατί φοβότανε ότι αν τον έβρισκε ο μπαρμπαΜόργκοθ θα τον σαπάκιαζε στις μάπες.
Λάγο καιρό μετά, έμαθε ότι τον είχαν πιάσει τον θείο του και τον είχανε δέσει με κάτι αλυσίδες να, και τον επέταξαν σε μια τρούπα με σκατά.
Ο Σάουρον ήταν πολύ στεναχωρημένος, του χε τελειώσει και το χόρτο και βαριότανε, και έτσι πήγε να ζητήσει συγχώρεση από τον Έονγουε, ο οποίος ήταν και πρωτοπαλίκαρο. Κάτι σαν το Νικηταρά της Μέσης Γης.

“Δε ήξερα ρε ξάδερφε”
“Ρε άστα αυτά”.
“Όχι, αλήθεια σου λέω”.
“Καλά, θα πάμε πίσω στη Δύση και θα σε δικάσουμε”
“Άπαπα, δε πάω εγώ εκεί, θα με βάλουν σαν τον Μπάρμπα μες την τρούπα και έχω κλειστοφοβία”
“Είσαι γελοίος ρε χλεχλέ”, του είπε και τον έφτυσε στο μάτι

Κάπου εκεί, από τις πολλές ροχάλες, το ένα μάτι του Σάουρον άρχισε να κοκκινίζει. Έφυγε μακρυά και πέρασε καιρός μέχρι να ξανακούσει κάποιος γι’ αυτόν.

ΔΕΥΤΕΡΗ ΕΠΟΧΗ

Τα δαχτυλίδια της δύναμης

Ο Σάουρον λοιπόν, μετά που έχασε τον Μπάρμπα του και έμεινε ορφανό, έψαξε να βρει άλλους να κάνει Crew. Φοβότανε όμως να βγει επειδή τον είχε ψηφίσει ο Έονγουε προτεινόμενο για αποχώρηση και δεν είχε πάρει την προσωπική ασυλία και αν τον έπιαναν θα τον πετάγανε και αυτόν στην τρούπα.

Έτσι κρύφτηκε σε μια σπηλιά για 500 χρονιά και έπινε χόρτο τεφαρίκι. Όταν σιγουρεύτηκε ότι είχε κοπάσει ο ντόρος, πήγε στη Μόρντορ, όπου είχε ακούσει ότι είχε ωραία μανιτάρια. Όπως έμπαινε όμως, πέτυχε ένα μεγάλο μαύρο πράγμα με 8 ποδιά και κακάσχημο.

Το ερωτεύτηκε αμέσως

“Ω, τι ομορφιά είναι αυτή! Θα μου χαρίσετε το ονοματάκι σας;”
“Τι θες ρε λεχρίτη εδώ πέρα;”
“Ήρθα να κατακτήσω τη Μόρντορ”
“Τι να κατακτήσεις; Δε μένει και κάνας άλλος εδώ”.
“Τελεία, άρα η νίκη μου θα είναι ολοκληρωτική. Εσείς τι είστε; Η καθαρίστρια;”
“Έχω οχτώ ποδιά. Τι λες να είμαι;”
“Χταπόδι”.
“Α, βλαμμένος είναι αυτός. Άντε σπάσε ρε, και μου χαλάς την όρεξη!”
“Εντάξει, αφού τα συμφωνήσαμε, θα φύγω, άλλα εσείς θα φυλάτε το πέρασμα”
“Πιο πέρασμα; Μένω χίλια χρονιά εδώ, δεν έχει περάσει κουνούπι”
“Άρα κάνετε καταπληκτική δουλειά! Προσλαμβάνεστε! Θα σας στείλω τα χαρτία. Το ΑΜΚΑ σας να έχετε. Αύριο, μεθαύριο, θα περάσω να πούμε τις λεπτομέρειες, ίσως να πάμε κάνα ραντεβού. Α του τα λερ!”
“Άιντε ψόφα!”

Άρχισε ο Σάουρον να χτίζει έναν πελώριο πύργο πετραδάκι πετραδάκι, και όταν τον τελείωσε έστειλε φιρμάνι σε όλη την επικράτεια

“Ζητούνται υπάλληλοι για την στελέχωση μεγάλης πολυεθνικής. Μισθός καλός, όπλα πληρωμένα, φαγητό πρωί μεσημέρι βράδυ, σκοπός η κατάκτηση του κόσμου για να κάνουμε περήφανο τον Μπάρμπα”.
Επειδή δεν ζήταγε και πολλά προσόντα την αγγελία απάντησαν χιλιάδες Όρκ και Τρόλ, καθώς και άνθρωποι της ανατολής.

Και επειδή δεν πρόσφερε οδοντιατρική κάλυψη, τα δόντια των Όρκ ήταν πάντα χαλασμένα.

Πού και πού, έστελνε και κάνα δυο στην αράχνη, άλλα εκείνη ούτε να τον ακούσει δεν ήθελε. Θλιμμένος ο Σάουρον θυμήθηκε πόσο ωραία ήταν εκείνη η Ελφίτσα με το σκύλο που τον είχε σαπίσει στο ξύλο.

Αποφάσισε λοιπόν να πάει να βρει τα ξωτικά.

Εκείνα όμως δε τον θελαν, γιατί ήτανε μαύρος και άραχνος και έμοιαζε και σα ξινισμένος ταραμάς, και έτσι είπε να κάνει και σε αυτά δώρα. Μεταμφιέστηκε να μοιάζει όμορφος, και τα έμαθε να φτιάξουν κάτι δαχτυλίδια τσίλικα.

Τα ξωτικά όμως τα πήρανε και φύγανε χωρίς ευχαριστώ γιατί φοβήθηκαν ότι θα τους ζητήσει τον Εθνικό Προϋπολογισμό του Λόριεν και η βασίλισσα τους ήταν τσιγκούνα.

Ο Σάουρον σκέφτηκε λοιπόν ότι τα ξωτικά τον εσνομπάρανε γιατί δεν ήταν Ring Buddy και έφτιαξε και αυτός ένα δαχτυλίδι ακόμα πιο μπάνικο,άλλα μόλις το φόρεσε έμοιαζε σαν το Μαζώνακη σε έξαρση. Περίχαρης μάζεψε όλα τα Όρκ.

“Λοιπόν ακούστε τι θα γράψω στο Δαχτυλίδι μου:

Τρία Δαχτυλίδια έχουνε οι Ξωτικοί οι Βασιλιάδες στο θόλο τ’ ουρανού από κάτου,
Εφτά οι Νάνοι Άρχοντες στα πέτρινα τους τα παλάτια,
Εννιά οι Άνθρωποι οι Θνητοί που’ χουν τη μοίρα του θανάτου
Ένα ο Μαύρος Άρχοντας, που βασιλεύει στα σκοτάδια,
στης Μόντορ τη γη, που ζουν οι Σκιές.
Ένα Δαχτυλίδι να τους κυβερνά , Ένα να τους βρίσκει.
Ένα όλους να τους φέρνει, και στο Σκοτάδι να τους δένει.

“Και πού θα χωρέσει ρε μάστορα όλο αυτό σε ένα δαχτυλιδάκι;”
“Δίκιο έχεις πιστέ μου κρετίνε. Θα βάλω μόνο τους δυο τελευταίους στίχους”.
“Αφεντικό άστο. Εγώ ένα “Αγγελική” πήγα να χαράξω και μου έπιασαν τον κώλο”.
“Θα το κάνω μόνος μου”.
“Σκατά θα το κάνεις. Αφού όλη μέρα μανιτάρια τρως. Με το ζόρι στέκεσαι”.
“Θα ναι ωραίο ρε, τα γράμματα θα φαίνονται μόνο άμα το βάλεις στη φωτιά”.
“Θα χει και φωτοκύτταρο δηλαδή;”
Nαι”
Τα Όρκ, που ήταν απο το Περιστέρι, ενθουσιάστηκαν και άρχισαν το τσάμικο.

Μόλις όμως ο Σάουρον έβαλε το δαχτυλίδι, οι μούλικοι αυτιάδες τα βγάλανε τα δικά τους και του είπανε “νια νια νια νια δε σε θέλουμε παλιό τυροόβλαχε”- ή κάτι τέτοιο, μπροστά δεν ήμανε.

Αυτός λοιπόν πληγωμένος πήρε πίσω κάποια από τα δαχτυλίδια και τα μοίρασε στις άλλες φυλές. Έδωκε 7 στους νάνους γιατί είχε διαβάσει τη Χιονάτη και νόμιζε ότι τόσοι είναι μόνο, άλλα παπάρια, αντί να τον κάνουνε παρέα πήγανε να σκάψουνε γιατί οι νάνοι διασκεδάζουν μόνο μέσα στη μπίχλα και την μπίρα

Μέτα έδωσε 9 στους ανθρώπους άλλα αυτοί ήταν χειρότεροι. Επειδή ήταν αδύναμοι γινήκανε κάτι σαν στοιχεία που ντυνόσαντο σαν μεγάλοι μάγιστροι της κου κλουξ κλαν άλλα σε μαύρο, και ολημερίς και ολάνοιχτης γυρνούσαν γύρω από το κεφάλι του και του κάναν “ΟοοοοΟΟο” και ‘Μποοουυυ”, γιατί πια δε μπορούσαν να μιλήσουν. Έτσι, αντί να βρει παρέα ο Σάουρον έμεινε με κάτι τύπους που αν φύσαγε δυνατά τους έπαιρνε τα ρούχα ο αέρας και ούτε που τους έβλεπες

Με τους εννιά υπό την δούλεψη του, ο Σάουρον άρχισε να έχει πολύ κόσμο που ερχόταν στη Μόρντορ να δει πως ένας τιποτένιος βρομύλος μάζεψε τόσο στρατό.

Επειδή ήταν ακόμα μαύρος από την καρβουνόσκονη και είχε μαζέψει και άλλη τόση βρόμα από τους καπνούς του βουνού του χαμού, τον ονόμασαν ο σκοτεινός άρχοντας και τον έφτυναν στο μάτι.

Η ΖΩΗ ΣΤΟ ΝΟΥΜΕΝΟΡ

Πόλη μακρυά από την Μόρντορ, κοντά στα σύνορα με το στρουμφοχωριό, ζούσαν οι Νουμενόριανς που καταγόσαντο από κάτι μηχανόβιους που τις είχαν παίξει με τον Μόργκοθ. Ο βασιλιάς τους ο Αλφαράζον δεν τον εγούσταρε καθόλου τον Σάουρον γιατί ο Πύργος του του έκρυβε τη θέα ή κάτι τέτοιο, και έτσι πήγε ως την Μόρντορ και απαίτησε να πάει ο Σάουρον μαζί του στο Νούμενορ. Ο Σάουρον που όπως έχουμε πει ήταν πανηλίθιος και δε καταλάβαινε ότι τον ‘πιάναν αιχμάλωτο μάζεψε τα κουβαδάκια του και πήγε μαζί τους. Στο δρόμο όμως όλο ρωτούσε τον Αλφαραζον “είναι μακρυά ακόμα; είναι μακρυά ακόμα;” και του έσπαγε τα νευρά. Αποφάσισε λοιπόν ο Αλφαραζον να κάνει ντου στο Βάλινορ γιατί άμα και οι άλλοι Μάια ήταν τόσο μαλάκες σ κούνια που τον κούναγε τον κόσμο.

Τα νέα όμως τα άκουσε ο Μάνγουε που ήταν ματάκιας και είχε παντού πουλιά να του καρφώνουν τα πάντα και πήγε στον Έρου τον Ιλλούβαταρ

“Μπαμπά, μπαμπά, αυτοί εκεί στο Νούμενορ θέλουν να μας κάνουν ντου”.
“Χτύπα, δε σε φοβάμαι, αυτα που κάνεις ολα είς βάρος σου γυρνάνε!”
“Και είναι και ο Σάουρον εκεί”
Εγώ σε έχω πια ξεχάσει το αίμα μου όμως ακόμα σε θυμάται χειμώνιασε, κι όμως βαθιά μέσα στη γη κι όμως βαθιά μέσα στη γη ο ήλιος του καλοκαιριού κοιμάται,
“Και είπαν ότι είσαι και φάλτσος κάλε μου πάτερα”.
Ο Έρου σταμάτησε αμέσως το τραγούδι.
“Α, έτσι οι σαρδανάπαλοι; Φάλτσο έμενα; Θα τους δείξω εγώ”.

Και έστειλε ένα μεγάλο κύμα και τους έπνιξε όλους

Ο ΧΑΜΟΣ ΤΟΥ ΔΑΧΤΥΛΙΔΙΟΥ

Από τους Νουμενόριανς έζησε ο Ελεντιλ και μια χούφτα άλλοι τραμπούκοι άλλα δεν έχει σημασία γιατί οι Νουμενόριανς είναι σαν τους Παοκτζηδες και όσο λίγοι και να μείνουν πάντα φασαρίες κάνουν.
Επειδή τα μέρη εκεί δυτικά της Μόρντορ ήταν πολύ ωραία και ιδανικά για τουριστικές εγκαταστάσεις, πήγε να μείνει εκεί, και άρχισε και αυτός να χτίζει έναν πύργο άλλα άσπρο.

“Τι κάνουν αυτοί ρε;” ρώτησε ο Σάουρον ένα Όρκ
“Μας κλέβουν την ιδέα αφεντικό”.
“Α, όχι και να μου φάνε τη πατέντα, θα τους σπάσω”.

Και έκανε ντου.

Ο Ελεντιλ όμως τα χε τακιμιάσει με τον Γκιλγκαλαντ έναν άλλο σκατόφλωρο και όταν ο Σάουρον έκανε ντου, του τη βγήκαν μπαμπέσικα από δυο πλευρές και τον σπρώξανε πίσω στη Μόρντορ για εφτά χρονιά, Όταν τελείωσαν όλα τα μανιτάρια, τσατίστηκε ο Σάουρον, πήρε ένα μπαστούνι που είχε για να παίζει γκολφ και βγήκε έξω να κάνει φασαρία.

Τα χε πάρει στο κρανίο ο Σάουρον, και έσκασε μια στο κεφάλι του Ελεντιλ, και μια στου Γκιλγκαλαντ και άπαρτους κάτω.

“Το μπαμπά μου σκότωσες ρε γυμνοσάλιαγκα;” Φώναξε ο Ισιλντουρ ο γιος του Ελεντιλ.
“Δε το θελα, συγνώμη” Απάντησε ο Σάουρον. “Στα νευρά μου πάνω έγινε το κακό”

“Δε σε πιστεύω, θα σε ραπίσω!”
Όρμησε ο Ισιλντουρ, αλλα αστοχήσε και εσπάσε το σπάθι του σε μια πέτρα.
“Και μου σπάσες και το σπάθι! Δε γλιτώνεις ρε Φλώρε!”
“Ηρεμισε ρε φιλαράκι θα πάθεις τίποτα!”
“Σκάσε ρε Μόγγολε!”
“Μα γίατί μιλάτε έτσι;”
“Τα χω πάρει στη κράνα με σένανε παλιορεμάλι! Θα σου κόψω το δάχτυλο!”
“Γιατί καλέ;”
“Γιατί έτσι”.

Και του το κόψε. Και έτσι ο Σάουρον νικήθηκε και τελείωσε η δεύτερη εποχή.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά