Το Δώρο

by Nyctophilia

Σε περιμένω να γυρίσεις, αγαπημένε μου. Θέλω να σε δω και κυρίως θέλω να δεις εσύ το δώρο σου. Οι ώρες κυλάνε βασανιστικά, είμαι τόσο μόνος μέχρι να έρθεις. Γυρνάω άσκοπα στο σπίτι και σε αναζητώ στα πράγματά σου. Η κούπα με τον κρύο καφέ, το ξέστρωτο κρεβάτι όπου ξαπλώνουμε μαζί, η δερμάτινη καρέκλα στο γραφείο που έχει κρατήσει κάτι από τη ζεστασιά σου.

Απλώνομαι στο βολικό κάθισμα και σε φαντάζομαι να με αγκαλιάζεις, τα δυνατά σου χέρια να με τυλίγουν. Πόσο καιρό έχω να το νιώσω αυτό; Σχεδόν αισθάνομαι την ανάσα σου στο λαιμό μου. Η φωτογραφία μας στον τοίχο απέναντι μου κάνει παρέα μέχρι να ξαναρθείς. Εγώ κι εσύ στην πρώτη μας εξόρμηση, αναρρίχηση στα εξακόσια μέτρα. Δυο μελαχρινοί, χαμογελαστοί τύποι, μοστράρουν τα σκοινιά και τον εξοπλισμό τους. Ταιριαστό ζευγάρι. Μου είχες υποσχεθεί ότι θα κάναμε πολλά ταξίδια στο μέλλον. Εύκολα σχέδια, στα μέλια της σχέσης, που έμειναν στα λόγια.

Δεν πειράζει όμως αγάπη μου. Ας μην προλάβαμε να κάνουμε εκδρομές. Ο μόνος προορισμός που ενδιαφέρει είσαι εσύ. Θέλω να βρίσκομαι στο πλάι σου. Αυτό θέλω να σου αποδείξω με το δώρο μου.

Όταν τελικά ακούω τα κλειδιά στην πόρτα, κάθε μου ένστικτο φωνάζει να τρέξω να σε υποδεχτώ. Κρατιέμαι με το ζόρι στην καρέκλα. Πρώτα το δώρο. Καταλαβαίνω από τα χαμηλόφωνα μουγκρητά καθώς βγάζεις τα παπούτσια σου ότι δεν είχες καλή μέρα στη δουλειά. «Παράτα τους!» σκέφτομαι αμέσως. Δεν τους έχουμε ανάγκη. Σε βλέπω άλλωστε ότι δεν θα αντέξεις για πολύ ακόμη. Οι παράλογες απαιτήσεις, η χαρτούρα, τα καθημερινά δρομολόγια, όλα σε φθείρουν. Επιστρέφεις στο σπίτι κάθε φορά πιο κουρασμένος, πιο έτοιμος να αφήσεις εκείνον τον κόσμο πίσω σου. Έτσι, τα όνειρα μου για μόνιμη συντροφιά γίνονται πιο αληθινά κάθε μέρα.

Σε ακούω να πηγαίνεις στην κουζίνα να τακτοποιήσεις τα ψώνια. Ακόμη δεν με έψαξες, δεν είπες ένα γεια. Παλιά μου μιλούσες από το κατώφλι ακόμα. Θυμάσαι άραγε; Μου έλεγες τα πάντα για τη δουλειά, για τον κόσμο στο λεωφορείο, για τον καιρό. Ζούσα μέσα από σένα. Τώρα πια μέρες ολόκληρες περνούν χωρίς κουβέντα. Μόνο το σπίτι ακούγεται, τα ντουλάπια, τα συρτάρια που ανοιγοκλείνουν, οι πλαστικές σακούλες με τα ψώνια. Λιγόστεψαν τα λόγια σου, λες και δεν είμαι πια εδώ.

«Εδώ είμαι», ψιθυρίζω. Ξαφνικά, οι ήχοι στην κουζίνα κόβονται μαχαίρι. Σιωπή. Σε φαντάζομαι να αφουγκράζεσαι, η ανάσα σου κομμένη, η φλέβα στο λαιμό σου να χτυπάει ρυθμικά.

Και μετά από λίγο ξεροβήχεις και συνεχίζεις τη δουλειά σου σαν να μην συνέβη τίποτα. Με άκουσες όμως. Το ξέρω ότι με άκουσες.

Τα βήματά σου αφήνουν την κουζίνα για το μπάνιο. Το νερό στο ντους ανοίγει. Αθόρυβα σηκώνομαι από την καρέκλα για να ακολουθήσω. Βρίσκεσαι πίσω από το τζάμι, πλένεσαι και προσπαθείς να τραγουδήσεις κάτι. Η φωνή σου όμως βγαίνει πνιχτή, νευρική. Οι υδρατμοί θολώνουν την εικόνα σου, μα είσαι κι έτσι τόσο όμορφος που ξεχνάω ότι σου έχω θυμώσει. Και τότε με κοιτάζεις. Το τηλέφωνο του ντους πέφτει από τα χέρια σου και σκάει στα πλακάκια, το σώμα σου τραντάζεται προς τα πίσω σαν να σε χτύπησε ρεύμα.

Πριν να προλάβω να πω κάτι, κλείνεις τα μάτια σου σφιχτά και σε ακούω να μου λες: «Φύγε, φύγε».

Η πίκρα σκαλώνει στον λαιμό μου σαν χαλίκι. Βγαίνω από το μπάνιο και βροντάω την πόρτα πίσω μου. Αγνοώ τον τρομαγμένο ήχο που βγάζεις. Πάω στο σαλόνι και περπατάω νευρικά, θέλω να βροντήξω τα πόδια μου, αλλά τίποτα δεν ακούγεται πάνω από το παχύ χαλί. Κι άλλες φωτογραφίες μας στους τοίχους, κι άλλα χαμόγελα και αγκαλιές, θαρρείς με κοροϊδεύουν. Τι άλλαξε ρε αγάπη μου; Γιατί δεν είμαστε όπως παλιά; Το μόνο που χρειάζεται είναι να προσπαθήσεις κι εσύ λίγο.

Το νερό σταματάει. Σε φαντάζομαι να βγαίνεις, να παίρνεις την πετσέτα μου, πάντα έπαιρνες την λάθος. Και έχω δίκιο γιατί έρχεσαι στο σαλόνι με την δική μου πετσέτα τυλιγμένη γύρω από τη μέση σου. Πριν καλά-καλά με πλησιάσεις, παγώνεις. Το βλέμμα σου καρφώνεται στο δώρο μου.

Κρέμεται από το γάντζο στο ταβάνι. Ένα μπλε σκοινί αναρρίχησης δεμένο σε κόμπο κρεμάλας.

Η ανάσα σου βγαίνει πιο βαριά. Μέχρι που κάνεις κι ένα βήμα πίσω. Κουνάς το κεφάλι σαν να μην το πιστεύεις, σαν να μην το θες. Μα δεν το θες; Δε θες να είμαστε μαζί;

Απλώνω το χέρι μου προς το δικό σου. Δεν νιώθω το άγγιγμά σου, κι όχι επειδή  προλαβαίνεις να τραβηχτείς. Έχω τόσο καιρό να σε νιώσω. Δέξου το δώρο μου.

Πόσο καιρό πρέπει να περιμένω να με ακολουθήσεις; Εδώ είμαι.

Βιογραφικό της συγγραφέως
Η Νατάσα Παυλίτσεβιτς γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1992, είναι πτυχιούχος του ΠΤΔΕ και ζει στη Σουηδία. Της αρέσει να γράφει και κείμενά της υπάρχουν σε πέντε συλλογές διηγημάτων και στο φόρουμ sff.gr. Ασχολείται με την εικονογράφηση ιστοριών και έχει συμμετάσχει σε εκθέσεις comics στη Θεσσαλονίκη και την Αθήνα. Σκίτσα της υπάρχουν στο deviantArt. Επίσης, γράφει άρθρα στο fantasyGate για βιβλία, παιχνίδια και ταινίες που ανήκουν στο είδος του φανταστικού, ενώ μαζί με τον συγγραφέα Κωνσταντίνο Κέλλη διατηρούν στήλη για τη λογοτεχνία τρόμου στο ΣΚΡΑ-punk. Ο νούμερο ένα επιμελητής των κειμένων της είναι ο γάτος της που περπατάει πάνω στο πληκτρολόγιο του υπολογιστή της. Στο ενεργητικό της, έχει αρκετές διακρίσεις σε διαγωνισμούς και συμμετοχές σε ανθολογίες.

προτεινουμε επίσης

2 Σχόλια

Κατερίνα 14 Φεβρουαρίου 2017 - 11:31 ΜΜ

Πολύ όμορφος τρόπος γραφής και πρωτότυπη ιστορία. Μπράβο στην συγγραφέα!

Reply
Νατάσα Παυλίτσεβιτς 19 Φεβρουαρίου 2017 - 9:13 ΠΜ

Σε ευχαριστώ πολύ, Κατερίνα! Μου έφτιαξες τη μέρα 🙂

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά