Το μυστικό της Μάρθας

by Nyctophilia

Την είδα για πρώτη φορά πριν λίγες μέρες. Έμοιαζε αποφασισμένη να μείνει. Δεν την ένοιαξε καθόλου η κατάσταση του σπιτιού. Ζήτησε αμέσως το κλειδί. Έφυγε για λίγο και γύρισε μόνο με ένα τραπέζι και μια πολυθρόνα, την οποία μετέτρεψε σε κρεβάτι το βράδυ για να κοιμηθεί, σκεπασμένη μόνο με το παλτό της. Το επόμενο πρωί έφερε καμιά δεκαριά κούτες. Περίμενα τίποτα κατσαρολικά, ή έστω πιάτα και ποτήρια, αλλά τελικά έφερε μόνο βιβλία τα οποία τακτοποίησε σε στοίβες στο πάτωμα.

Το σπίτι ήταν άδειο για χρόνια. Κανείς δεν καταδεχόταν να το κατοικήσει, όχι μόνο γιατί έμοιαζε εγκαταλελειμμένο για χρόνια, αλλά πιθανότατα εξαιτίας της κατάρας που κουβαλά εδώ και πολύ καιρό, από τότε που κάποιοι επίδοξοι ενοικιαστές έφυγαν τρέχοντας υποστηρίζοντας πως ήταν στοιχειωμένο. Από τότε το έχουν επισκεφτεί πολλοί. Για να το νοικιάσουν ή και να το αγοράσουν ακόμα, όταν ο ιδιοκτήτης αποφάσισε πως του ήταν βάρος και θέλησε να το ξεφορτωθεί. Οι φήμες όμως που κυκλοφορούν δεν άφησαν κανέναν ανεπηρέαστο. Μέχρι χθες. Μέχρι να έρθει η Μάρθα και να αγνοήσει τις φήμες.

Την ερωτεύτηκα με την πρώτη ματιά. Ήθελα να μείνει. Ήθελα παρέα, μετά από τόσα χρόνια μοναξιάς σε τούτη την ξεχασμένη και παρατημένη γειτονιά ωστόσο αυτό το κορίτσι είναι κάτι παραπάνω από απλή παρέα. Είναι όλα όσα περίμενα όλο αυτόν τον καιρό. Όλα όσα ήλπιζα να μου συμβούν. Δεν είναι η εμφάνισή της που με έκανε να την ερωτευτώ. Δεν την λες όμορφη την Μάρθα με τα συνηθισμένα πρότυπα.  Αυτό που με τράβηξε στην Μάρθα είναι τα μάτια της.  Το βλέμμα της που κρύβει μια θλίψη ανείπωτη, σαν να κουβαλά μέσα του ένα μυστικό που δεν χωράει πια εκεί μέσα. Που ανυπομονεί να βγει.

Την παρακολουθώ συνέχεια αυτές τις μέρες. Παρακολουθώ τον τρόπο που κινείται μέσα στο σπίτι, σαν να της άνηκε από πάντα. Σαν να γνώριζε από πάντα κάθε του σπιθαμή, σαν να γύρισε σπίτι μετά από καιρό. Την περισσότερη ώρα την περνάει διαβάζοντας, σηκώνοντας πότε πότε την ματιά της από το βιβλίο, χαζεύοντας γύρω γύρω, σαν να περιμένει κάτι. Αν υπήρχε τηλέφωνο, θα έλεγα ότι περιμένει το τηλέφωνο να χτυπήσει. Αλλά δεν υπάρχει. Κάτι φαίνεται να περιμένει η Μάρθα, αλλά δεν μπορώ να διαβάσω το μυαλό της. Όχι ακόμα.

Οι μέρες περνούν κι εγώ ακόμα περιμένω την σωστή στιγμή για να της φανερωθώ. Δεν θέλω να την τρομάξω. Θέλω να με δει, να αναγνωρίσει τον έρωτά μου και να με αγαπήσει. Ποτέ μου δεν το ήθελα αυτό, όσο τώρα.  Να με αγαπήσει κάποιος, εννοώ. Όχι κάποιος γενικά, αλλά η Μάρθα. Το κορίτσι με το μυστικό που ανυπομονεί να ξεπηδήσει από το βλέμμα της και να απελευθερωθεί.

Σήμερα γύρισε σπίτι με μια πληγή στο μέτωπο. Την βλέπω να κάνει βόλτες στο σπίτι, λίγο πιο ανήσυχη από τις προηγούμενες μέρες. Το αίμα δεν σταματά να κυλάει στο μέτωπό της, αλλά αυτό δεν φαίνεται να την νοιάζει. Αφήνει κόκκινες κηλίδες παντού, στην κουζίνα, στην πολυθρόνα, στο τραπέζι, στα βιβλία. Όταν το βιβλίο βάφεται με αίμα, το αφήνει και πιάνει το επόμενο. Περιμένει η Μάρθα, πιο ανυπόμονη από κάθε άλλη μέρα. Και το βλέμμα της, κρυμμένο κάτω από το αίμα, μοιάζει πιο θλιμμένο από ποτέ. Και το μυστικό, όλο και πιο ανυπόμονο.

Ανυπομονώ να της φανερωθώ κι εγώ, αλλά δεν βρίσκω την κατάλληλη στιγμή. Ίσως η κατάλληλη στιγμή να μην έρθει ποτέ τελικά. Ίσως αυτό που θα ήθελα να γίνει, να μην πρέπει να γίνει ποτέ. Μπορεί να είναι καλύτερο και για τους δυο μας να κάτσω ήσυχα στην γωνιά μου και να την κοιτάω, για όσο κρατήσει αυτή η υπέροχη συγκατοίκηση. Δύσκολα θα αγαπήσει ένα φάντασμα η Μάρθα. Δεν φαίνεται από τα κορίτσια που αγαπούν φαντάσματα. Ο περισσότερος κόσμος ερωτεύεται φαντάσματα, αληθινά ή φανταστικά. Ο περισσότερος κόσμος θα βολευόταν με έναν ανεκπλήρωτο έρωτα. Με έναν έρωτα που θα μπορούσε να συμβεί, αλλά δεν συνέβη ποτέ. Είναι πιο εύκολο να ζεις με φαντάσματα απ’ότι στην πραγματική ζωή.

Σηκώνεται ξαφνικά από την πολυθρόνα και βγαίνει έξω. Από την αυλή, φέρνει μέσα ένα μεγάλο αντικείμενο και κατευθύνεται προς το μέρος μου. Αρχίζει να χτυπάει με δύναμη τον τοίχο, σαν να θέλει να τον γκρεμίσει. Δεν ξέρει, δεν μπορεί να ξέρει, ότι μέσα του κρύβομαι εγώ. Το αίμα από το μέτωπό της βάφει το πάτωμα, βάφει τα απομεινάρια του τοίχου που χτυπάει με όση δύναμη διαθέτει, αλλά δεν ενδιαφέρεται για το αίμα η Μάρθα. Το βλέμμα της δεν κρύβει πια θλίψη, αλλά θυμό κι είναι σαν το μυστικό να ρέει τώρα στο πρόσωπό της, μαζί με το αίμα, να έχει βγει από τα μάτια της και να ανακατεύεται με το κόκκινο αίμα και να απλώνεται παντού, να χύνεται σαν ποτάμι  πάνω μου και να με καίει, όπως μόνο τα μυστικά μπορούν να καίνε.

Τα φαντάσματα δεν παίρνουν ανάσες, αλλά καθώς πέφτει ο τοίχος γύρω μου, ο τοίχος μέσα στον οποίο ήμουν εγκλωβισμένος τόσα χρόνια, νιώθω σαν να ανασάνω ξανά, σαν να μην χορταίνω τον αέρα που στερήθηκα όλο αυτόν τον καιρό. Η Μάρθα κάθεται με την πλάτη της ακουμπισμένη στον τοίχο, ή σε ό, τι απέμεινε από αυτόν τέλος πάντων. Έχουμε αλλάξει πλευρές τώρα. Εκείνη στον τοίχο, με εμένα απέναντί της και με κοιτάζει με το βλέμμα της θλίψης ξανά, σαν να εξαφανίστηκε με μιας όλος ο θυμός και να ξαναβρήκε χώρο η θλίψη να χωρέσει στα μάτια της. Με κοιτάζει, σαν να ξέρει πως είμαι εκεί, σαν να ήξερε από πάντα πως ήμουν εκεί, σαν να περίμενε να της μιλήσω όλο αυτόν τον καιρό, αλλά όταν κατάλαβε πως δεν θα το τολμούσα, αποφάσισε εκείνη να έρθει να με βρει.

«Δεν είχα επιλογή τότε. Με ανάγκασες να το κάνω,» μου λέει, χωρίς να κινήσει τα χείλη της, αλλά εγώ την ακούω.

Μέσα από το αίμα, μέσα από την θλίψη, αναγνωρίζω την παλιά μου φίλη. Την παλιά μου αγαπημένη. Τα θυμάμαι όλα τώρα. Όλα όσα κανονικά τα φαντάσματα ξεχνούν. Είχαμε έρθει σε τούτο το σπίτι, όταν είμαστε ακόμα παιδιά σχεδόν. Την αγαπούσα, ή έτσι νόμιζα. Μπορεί και όχι. Την ήθελα με όλη την ορμή της νεότητας. Με ήθελε κι εκείνη. Ή έτσι νόμιζα. Μέχρι που ένιωσα ένα χτύπημα στο κεφάλι. Και μετά τίποτα. Μετά βρέθηκα εγκλωβισμένος στον τοίχο. Κι ήταν σαν να είμαι εκεί από πάντα.

«Ήθελα να σε ξεχάσω. Να τα ξεχάσω όλα. Να κάνω πως δεν υπήρξες ποτέ,» μου λέει.

«Συγνώμη,» της λέω και θέλω να την αγκαλιάσω με όλη μου την δύναμη, αλλά τα φαντάσματα δεν αγκαλιάζονται. Δεν γίνεται να αγκαλιαστούν. Προσπαθώ να πιάσω το χέρι της, αλλά γλιστράει σαν αέρας μέσα από το δικό μου. Κι όμως το νιώθω, όσο νιώθουν τα φαντάσματα, νιώθω την ενέργεια ανάμεσα σε δυο ψυχές που ξανασυναντιούνται μετά από καιρό, την δική της να ενώνεται με την δική μου, δίχως τα σώματα να μπορούν να συναντηθούν ποτέ.

«Είναι σειρά μου να μείνω εδώ στον τοίχο. Έχει έρθει η στιγμή να πληρώσω,» μου ψιθυρίζει και την κοιτάζω με όλη την αγάπη που δεν ήξερα πως έκρυβα μέσα μου τόσο καιρό, αλλά την ανακαλύπτω τώρα και το αίμα σταματά να τρέχει στο μέτωπό της και μου χαμογελά.

Από τότε, μένουμε μαζί σε τούτο το σπίτι το εγκαταλελειμμένο. Εκείνη στον τοίχο, εγώ στην πολυθρόνα της. Ακόμα κι αν τα σώματά μας δεν συναντήθηκαν ποτέ, οι ψυχές μας μένουν μαζί και ο έρωτάς μας δεν μοιάζει πια ανεκπλήρωτος

Συγγραφέας: Μηλέβα Αναστασιάδου

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά