Χριστουγεννιάτικο τραπέζι

by Γιάννης Σιδέρης

Δεν είχα πάντα την ίδια εχθρική διάθεση προς τους ανθρώπους. 

Μου άρεσε να τους φιλοξενώ, να τους κρατάω ζεστούς, να φροντίζω για την ασφάλειά τους. Τα πέτρινα σωθικά μου έχουν εγκλωβίσει περισσότερες χαρούμενες, παρά άσχημες στιγμές. Αρκετοί έχουν περάσει, μείνει κι έπειτα φύγει από την αγκαλιά μου. Όλοι έπαιρναν κάτι μαζί τους, κάτι από μένα, κάτι που με πόναγε αλλά ταυτόχρονα με γέμιζε και με ευγνωμοσύνη.

Οι τωρινοί μου φιλοξενούμενοι έμοιαζαν από την πρώτη στιγμή ένα ευτυχισμένο ζευγάρι. Ο άνδρας ξυπνούσε κάθε πρωί κι έφτιαχνε πρωινό στην γυναίκα του. Εκείνη, τον περίμενε στωικά το απόγευμα για να του σερβίρει το βραδινό τους. Με φρόντιζαν αρκετά, πρόσεχαν τις ρημαγμένες γωνίες μου, έβαφαν τις ξηλωμένες, ξύλινες πλευρές μου. Μέχρι κι ένα από τα δωμάτιά μου, όπου οι προηγούμενοι το είχαν παρατήσει κι είχε ερημώσει, το έφτιαξαν και το έβαψαν από την αρχή. Ήταν πολύ χαρούμενοι μ’ αυτήν τους την απόφαση κι εγώ το ίδιο. Έλεγαν με καμάρι ότι είχαν ένα σπίτι κουκλί, κι εγώ καμάρωνα που με αποκαλούσαν έτσι.

Μέχρι που μία ηλιόλουστη μέρα, όπου το κρύο ράπιζε την ατμόσφαιρα, έφυγαν από το σπίτι πολύ πρωί αγχωμένοι και γύρισαν το βράδυ ευτυχισμένοι. Η γυναίκα κρατούσε ένα τοσοδούλικο πλασματάκι στην αγκαλιά της. Μωρό, το αποκαλούσαν. Δεν είχα ξαναδεί κάτι τέτοιο, ποτέ κανένας παλιός φιλοξενούμενος μου δεν είχε φέρει ένα τόσο δα, μικρό ανθρωπάκι. Η μυρωδιά του χάιδεψε απαλά κάθε άκρη μου κι εγώ ένιωθα μία πρωτόγνωρη αγαλλίαση.

Τα βράδια μας πλέον δεν ήταν ήρεμα και αθόρυβα. Κάθε τόσο το μικρό πλασματάκι έκλαιγε κι εκείνοι σηκώνονταν να το ηρεμήσουν, πότε ο ένας, πότε ο άλλος. Το πρωί πλέον ο άνδρας δεν έφτιαχνε τόσο συχνά πρωινό στην γυναίκα του καθώς προτεραιότητα είχε το παιδί τους. Η γυναίκα δεν ετοίμαζε πάντα βραδινό στον άνδρα της, γιατί ήταν πολύ κουρασμένη φροντίζοντας το μικρό. Η μέχρι πρότινος χαρά και ευθυμία τους, αντικαταστάθηκε από εκνευρισμό, κούραση και κατήφεια. Αλλά όταν αγκάλιαζαν το μωρό τους, έβλεπα ένα χαμόγελο να απλώνεται στα χείλη τους που δεν είχα ξαναδεί ποτέ.

Οι μέρες έγιναν μήνες κι οι μήνες, χρόνια. Η καθημερινότητα δεν άλλαζε ιδιαίτερα και το πλασματάκι μεγάλωνε ολοένα και περισσότερο. Δεν είχα ξαναδεί ποτέ ανθρώπους να μένουν τόσο καιρό μέσα μου κι ένιωθα ότι αυτό με τιμούσε. Άλλα σπίτια με τα οποία συνομιλούσα τις ελάχιστες στιγμές που είχα ησυχία, είχαν πάντα το ίδιο παράπονο. Κόσμος ερχόταν κι έφευγε σε λιγότερο από δύο χρόνια. Εμείς, κλείναμε πέντε χρόνια μαζί. Ήταν οι καλύτεροι μου φιλοξενούμενοι κι ας είχαν αυτό το θορυβώδες, ακούραστο ζιζάνιο να τρέχει πάνω κάτω.

Ένα πρωί ξύπνησα με αβάσταχτο πόνο. Η αριστερή μου πλευρά, δίπλα στην κουζίνα, είχε ραγίσει και μία μεγάλη τρύπα έστεκε στο κέντρο της. Σκόνη και κομμάτια ασβέστη είχαν απλωθεί στο πάτωμα ενώ το μικρό πλασματάκι, που είχε δυναμώσει και μεγαλώσει πάρα πολύ, κρατούσε μία βαριά, μεταλλική μπάλα. Οι γονείς του έτρεξαν κάτω και με το που είδαν την ζημιά που έκανε, αμέσως ο μπαμπάς του άρχισε να το μαλώνει. Η γυναίκα όμως αντέδρασε και του είπε ότι παιδί ήταν, λογικό να κάνει ζημιά. Στον μικρό άρεσαν οι μπάλες, όταν ήταν μωρό έπαιζε με κάτι πλαστικές που δεν με πονούσαν καθόλου. Τώρα όμως η πληγή είχε ανοίξει κι εγώ υπέφερα ολοένα και περισσότερο. Άργησαν πολύ να καλύψουν την τρύπα, ο άνδρας δούλευε λιγότερες ώρες και όλο γκρίνιαζε ότι τα λεφτά δεν τους έφταναν. Τελικά ήρθε ένας άλλος άνδρας να κλείσει την πληγή μου αλλά το έκανε πολύ άτσαλα κι ο πόνος δεν σταμάτησε να με ταλαιπωρεί.

Κι ενώ προσπαθούσα να ξεπεράσω αυτό το πρώτο χτύπημα, ένα απόγευμα που ο άνδρας δούλευε κι η γυναίκα κοιμόταν, ο μικρός έπαιζε με έναν φίλο του στις σκάλες. Τους έβλεπα να χοροπηδάνε και κουτρουβαλιάζονται και με έπιασε ένα τρέμουλο, ικανό να ρίξει όλα τους τα κάδρα. Τελικά κάποια στιγμή έγινε το κακό. Με ένα απότομο άλμα που έκαναν κι οι δύο, η μισή σκάλα γκρεμίστηκε κι από την πτώση ράγισε και το πάτωμα. Ο πόνος πλέον ήταν αβάσταχτος. Τα υπόλοιπα σπίτια που με άκουσαν να ουρλιάζω, τινάχτηκαν τρομαγμένα. Οι κάτοικοί τους βγήκαν στους δρόμους φοβούμενοι για σεισμό. Η γυναίκα πετάχτηκε από τον ύπνο της κι έτρεξε να δει τι είχε συμβεί.

Τελικά αποφάνθηκαν ότι έφταιγα εγώ. Τόσα χρόνια σπίτι, τόσα είχε περάσει έλεγαν, η σκάλα είχε σαπίσει και ήταν φυσιολογικό να σπάσει. Ξαφνικά, ένα συναίσθημα πρωτόγνωρο άρχισε να στεριώνει μέσα μου. Δεν ένιωθα χαρά, αγαλλίαση, αγάπη και φροντίδα. Αλλά κάτι που από τους ίδιους τους ανθρώπους έμαθα να το ονομάζω οργή. Θυμό. Μίσος.

Πλησίαζε χειμώνας. Κανονικά, ήταν μία εποχή όπου όλα τα σπίτια περιμέναμε με ιδιαίτερη ανυπομονησία. Οι φιλοξενούμενοι μας στόλιζαν το εξωτερικό μας περίβλημα, φρόντιζαν ιδιαίτερα το εσωτερικό, καλούσαν κόσμο και μας γέμιζαν ζεστασιά. Στο δικό μου όμως χώρο, βασίλευε το κρύο κι ο πόνος. Κανείς δεν είχε την διάθεση να ασχοληθεί μαζί μου. Τα ταβάνια μου φούσκωναν από υγρασία, οι τοίχοι μου ξεφλούδιζαν και το πάτωμα άρχισε να μουχλιάζει. Θα φύγουν έλεγαν με το που αλλάξει ο χρόνος, θα πήγαιναν σε ένα σπίτι πιο γερό, πιο στιβαρό, πιο ανθρώπινο.

Το τελευταίο με σκότωνε. Εγώ, που τους αγκάλιασα όλο θέρμη και γαλήνη από την αρχή μέχρι το τέλος. Θα με εγκατέλειπαν στο έλεός μου, σε κατάσταση όπου κανένας άλλος δε θα ήθελε να μείνει μέσα μου.

Αποφάσισαν να κάνουν μία τελευταία γιορτή στο σπίτι πριν αποχωρήσουν. Ένα Χριστουγεννιάτικο τραπέζι, όπως το έλεγαν. Θα καλούσαν φίλους, συγγενείς, παππούδες και παιδιά. Θα γέμιζαν το σπίτι με μουσική, με χαρά, με κόσμο. Να τσουγκρίσουν ποτήρια με ευτυχία και να ευχηθούν «και του χρόνου», σε ένα νέο σπίτι. Κάτω από μία στέγη.

Την παραμονή του τραπεζιού δεν άφησα κανέναν τους να κοιμηθεί. Αυτό το αναπάντεχο συναίσθημα της οργής δεν με άφηνε σε ησυχία και πλέον η χαρά κι η φροντίδα είχαν εξανεμιστεί. Κάτι άλλο κυριαρχούσε στα κρύα και πέτρινα σπλάχνα μου.

Το βράδυ του τραπεζιού έφτασε. Η κουζίνα μοσχοβολούσε από το μεσημέρι ενώ ο άνδρας με τον μικρό στόλιζαν το εσωτερικό μου. Η μουσική είχε αρχίσει από νωρίς να αποκτάει ρυθμό κι όλοι πηγαινοερχόντουσαν με ένα μόνιμο χαμόγελο στο πρόσωπό τους. Εγώ, ακίνητος. Αμίλητος. Σαν να μην υπήρχα. Περίμενα απλά… την στιγμή που θα καθίσουν στο τραπέζι.

Με το που έδυσε ο ήλιος, ήρθαν κι όλοι οι καλεσμένοι. Γύρω από το οβάλ ξύλινο τραπέζι τους, οι ευχές και τα φαγητά έδιναν κι έπαιρναν. Ποτήρια να τσουγκρίζουν το ένα με το άλλο. Κουβέντες να τυλίγονται από τρανταχτά γέλια. Και τι γέλια…

Για το πώς ο μικρός είχε σπάσει τον τοίχο του σαλονιού με μία μπάλα. Για το πώς είχε γκρεμοτσακιστεί από την σκάλα. Για το πώς είχε τσακίσει την ξύλινη βεράντα. Όλοι γελούσαν με αυτές τις ιστορίες, όλοι γελούσαν με τον αδιάκοπο πόνο που υπέμεινα τόσα χρόνια για να είναι αυτοί καλά. Μία όμορφη, ευτυχισμένη, οικογένεια.

Πρώτα κουνήθηκε το φωτιστικό από πάνω τους. Δεν έδωσαν σημασία, απορροφημένοι από τα αστεία τους και ζαλισμένοι από το κρασί. Μετά κουνήθηκαν λίγο τα ράφια κι έπεσαν μερικά βιβλία. Όταν έσπασε το πρώτο βάζο, τότε πετάχτηκαν από το τραπέζι. Κάποιοι φώναξαν σεισμός κι άρχισαν να σπεύδουν προς την έξοδο. Η πόρτα όμως, όλως τυχαίως, είχε φρακάρει. Το σπίτι ήταν παλιό εξ’ άλλου, έλεγαν, γιατί να μην κολλήσει η πόρτα; Μάτωνα το ταβάνι και μάτωνα τον εαυτό μου. Ξέσκιζα τα θεμέλια και ξέσκιζα τα σωθικά μου. Δεν με ενδιέφερε πλέον. Δεν ήθελα να μείνω ετοιμόρροπο και εγκαταλελειμμένο να περιμένω στο μέλλον κάποιον τυχαίο επισκέπτη. Ήθελα αυτήν την οικογένεια να μείνει εδώ. Μαζί μου. Μέχρι το τέλος. Κι αυτοί, ήθελαν να φύγουν.

Σε μία ανέλπιδη προσπάθεια να βγουν κάποιοι από το παράθυρο, κατέληξαν να κοπούν στα γυαλιά των σπασμένων τζαμιών. Τα κεριά του τραπεζιού έπεσαν και μία φωτιά άρχισε να απλώνεται στην τραπεζαρία. Ο άνδρας με δύναμη έπεσε πάνω στην πόρτα και κατάφερε να την σπάσει, αφού πρώτα θέρισε τα κόκαλά του. Με ένα αδιάκοπο ουρλιαχτό, το μπροστινό μου κομμάτι κατέρρευσε φυλακίζοντας στα ερείπια γυναίκα και παιδί. Η φωνή μου σώπασε, το μουγκρητό μου χάθηκε. Ήχοι από σειρήνες κατέκλυσαν την ατμόσφαιρα όσο ο άνδρας έκλαιγε γοερά πάνω από τα χαμένα κι αγαπημένα του πρόσωπα.

Οι μέρες έγιναν μήνες κι οι μήνες χρόνια. Κανείς δεν αποφάσισε να με ισοπεδώσει τελείως ή να με κατοικήσει ξανά. Ένα σπίτι που τραντάζεται μόνο του χωρίς να προκληθεί γενικευμένος σεισμός δεν είναι ευοίωνο σημάδι. Δεν με ένοιαζε πλέον. Είχα δει τι σήμαινε η ανθρώπινη αδιαφορία και δεν ήθελα να την ξαναζήσω. Μεταξύ ζωής και θανάτου, παρακολουθούσα περαστικούς να περνούν από δίπλα μου αποφεύγοντας να πλησιάσουν. Μόνο ένα πρόσωπο, γερασμένο και κουρασμένο, ερχόταν και στεκόταν για λίγη ώρα, μία φορά τον χρόνο. Καθόταν οκλαδόν στην διαλυμένη βεράντα και μονολογούσε πάνω σε καμένες πέτρες και σοβάδες.

Για την απώλεια. Για τα λάθη που μπορεί να έκανε.

Αν μπορούσα να του μιλήσω, να με ακούσει… ίσως και να ζητούσα συγνώμη. Ίσως.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά