H αίθουσα του κρεμασμένου μαθητή (Το τέλος)

by Nyctophilia

Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Β’.

9

Άνοιξα τα μάτια μου και βρέθηκα αντιμέτωπος μ’ ένα κύκλο τρομαγμένων προσώπων. Βρισκόμουν ξανά πίσω στο νεκροταφείο. Ένιωσα στιβαρά μπράτσα να με σηκώνουν στον αέρα και να με μεταφέρουν μέσα από ένα πλήθος μαυροντυμένων ανθρώπων. Ανάμεσά τους αναγνώρισα συμμαθητές και δασκάλους μου που με κοιτούσαν ξαφνιασμένοι. Έτρεμα τόσο πολύ που δεν μπορούσα να μιλήσω, αλλά όταν είδα με την άκρη του ματιού μου την Χριστίνα, άπλωσα τα χέρια μου και άδραξα το παλτό της. Εκείνη έσκυψε προς το μέρος μου. Πλησίασα τα χείλη μου στ’ αυτί της και ψιθύρισα:
-«Ο Κορνήλιος τα κάνει όλα αυτά! Μας σκοτώνει έναν-έναν μαζί με τον κρεμασμένο μαθητή που βρίσκεται στην αίθουσα στο τέλος του διαδρόμου!» Η Χριστίνα με κοίταξε κατάπληκτη αλλά εγώ κατάλαβα ότι το παράξενο ένστικτο που με είχε ωθήσει να της μιλήσω, δεν είχε λαθέψει. Ξανάκλεισα τα μάτια μου και άφησα τον ύπνο να με κυριέψει, για δεύτερη φορά.
Πέρασαν τρεις μέρες κατά τη διάρκεια των οποίων έμεινα σπίτι. Κοιμόμουν σχεδόν συνέχεια, βυθισμένος σε μια νάρκη δίχως όνειρα. Ένιωθα μια πολύ παράξενη εξάντληση, σωματική και ψυχική.
Ένα απόγευμα που μόλις είχα ξυπνήσει, αντίκρισα τη μητέρα μου. Είχε μπει στο δωμάτιο και με κοιτούσε με ύφος αναποφάσιστο.
-«Έχεις έναν επισκέπτη,» μου είπε.
-«Τι επισκέπτη;»
-«Είναι η δασκάλα σου των αρχαίων ελληνικών. Πέρασε για να μάθει πως είσαι. Θέλεις να της μιλήσεις ή να της πω ότι δεν νιώθεις καλά;»
Την κοίταξα αμίλητος για λίγο ενώ χίλιες σκέψεις στριφογυρνούσαν στο μυαλό μου και τελικά της είπα:
-«Θα ήθελα να δω την κυρία Χριστίνα, αν γίνεται.»
Η μητέρα μου βγήκε από το δωμάτιο και ύστερα από λίγο η πόρτα άνοιξε και πάλι. Εγώ είχα στο μεταξύ τακτοποιήσει τα μαξιλάρια μου έτσι ώστε να έχω μια όσο το δυνατόν πιο αξιοπρεπή εμφάνιση.
Η μητέρα μου μας άφησε μόνους. Η Χριστίνα έκατσε δίπλα στο κρεβάτι και χωρίς προλόγους και εισαγωγές με ρώτησε:
-«Τι ήταν αυτό που μου είπες στην κηδεία;»
Έμεινα σιωπηλός για λίγο, διστακτικός. Τελικά, διάλεξα τον εύκολο δρόμο. Έκλεισα τα μάτια μου, πήρα μια βαθιά αναπνοή και άφησα τις λέξεις να ξεχυθούν από μέσα μου ελεύθερα. Της τα είπα όλα, για τους εφιάλτες, τη σχέση που πίστευα ότι είχαν με τους θανάτους των συμμαθητών μου, το συναίσθημα της κακίας και της παγωνιάς που καραδοκούσε μέσα σ’ εκείνο το σκοτεινό δωμάτιο που κρυβόταν πίσω απ’ την ανύπαρκτη πόρτα στο τέλος του διαδρόμου. Η Χριστίνα με άκουσε χωρίς να με διακόψει καθόλου, με μεγάλη προσοχή. Κούνησε το κεφάλι της κανα-δυο φορές, λες και κάτι απ’ αυτά που της έλεγα επιβεβαίωναν ορισμένα πράγματα που γνώριζε από πριν. Όταν σταμάτησα να μιλώ, μου είπε τα εξής:
-«Λοιπόν, αυτές τις μέρες που κοιμόσουν, είχαμε εξελίξεις. Δυο ακόμα μαθητές πέθαναν. Ο ένας από ανακοπή, την ώρα που κοιμόταν και ο άλλος όταν πήδηξε απ’ το μπαλκόνι του σπιτιού του σε κατάσταση υπνοβασίας. Απ’ τον έκτο όροφο. Είναι ολοφάνερο ότι κάτι πολύ παράξενο συμβαίνει στο σχολείο μας αλλά κάθε φορά που προσπαθώ να το συζητήσω με τον Γυμνασιάρχη αυτός με αποφεύγει. Νομίζει ότι με το να κρύβει τα προβλήματα κάτω από το χαλί, όλα θα πάνε καλά. Το όνειρο της ζωής του βλέπεις είναι να πάρει προαγωγή και να γίνει σχολικός σύμβουλος. Για να το πετύχει αυτό πιστεύει ότι πρέπει να έχει άψογο επαγγελματικό μητρώο!» Στη συνέχεια σταμάτησε να μιλάει, σκούπισε το μέτωπό της και με κοίταξε αφηρημένα, σαν να είχε χαθεί για λίγο σ’ ένα λαβύρινθο σκοτεινών συλλογισμών.
-«Από αυτά που μόλις μου είπες,» πρόσθεσε εντέλει, «μου φαίνεται ότι είσαι μπλεγμένος σ’ αυτή την ιστορία με τρόπο διαφορετικό απ’ τους άλλους. Αυτό και μόνο σου δίνει το δικαίωμα να μάθεις μερικά πράγματα που όμως πρέπει να μου υποσχεθείς στο λόγω της τιμής σου ότι δεν θα τα πεις ποτέ σε κανέναν! Είμαστε σύμφωνοι;»
Το βλέμμα και η φωνή της ήταν τόσο σοβαρά που κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά. Ένιωθα πολύ έντονα ότι κάτι από τη φρίκη των κακών ονείρων που με βασάνιζαν, είχε αρχίσει να χύνεται στον κόσμο της αντικειμενικής πραγματικότητας.
-«Καταρχήν, η πόρτα που είδες στον ύπνο σου, στο τέλος του διαδρόμου, υπάρχει στ’ αλήθεια!»
Αναπήδησα σαν να με είχε χτυπήσει ηλεκτρικό ρεύμα/
-«Τι εννοείτε;»
-«Πριν από πολλά χρόνια, στη δεκαετία του 60, όταν η μητέρα μου δούλευε ως καθαρίστρια στο ίδιο εκείνο σχολείο, ο τότε διευθυντής της είχε πει ότι πίσω απ’ τον τοίχο υπάρχει μια χτισμένη πόρτα και μια σχολική αίθουσα που έχει σφραγιστεί για πάντα.»
-«Γιατί έχτισαν την πόρτα;» τη ρώτησα αδύναμα. Ο σφυγμός μου είχε επιταχυνθεί ξαφνικά και ένιωθα πολύ παράξενα, σαν να παράπαια στις άκρες κάποιου πελώριου χάσματος.
-«Γιατί κάποτε, ένας μαθητής αυτοκτόνησε εκεί μέσα. Στις αρχές του περασμένου αιώνα, λίγο μετά τη μικρασιατική καταστροφή. Τον έλεγαν Περικλή. Ήταν πολύ φτωχός και μιλούσε παράξενα τα ελληνικά γιατί οι γονείς του ήταν πρόσφυγες. Έτσι λοιπόν, όλοι τον κορόιδευαν. Μια Παρασκευή, αργά τη νύχτα, μπήκε κρυφά στο σχολείο κρατώντας στα χέρια του ένα σκοινί. Το έδεσε στο καλώδιο της λάμπας που κρεμόταν απ’ το ταβάνι της αίθουσας και έκανε μια θηλιά. Ανέβηκε σε ένα θρανίο, πέρασε τη θηλιά στο λαιμό του και πήδηξε στο κενό. Τη Δευτέρα το πρωί τον βρήκαν κρεμασμένο. Όπως σου είπα ήδη, η νύχτα που πέθανε ήταν Παρασκευή. Τρεις και μισή τα ξημερώματα υποψιάζομαι. Είχε μείνει εκεί μέσα για ένα ολόκληρο σαββατοκύριακό, να κρέμεται ανάμεσα στα θρανία των συμμαθητών του που του έκαναν τη ζωή αφόρητη.»
Η σιωπή που κρεμάστηκε ανάμεσά μας ήταν τόσο βαριά που ένιωθα να με πνίγει.
-«Ο Κορνήλιος είναι ακόμα στο νοσοκομείο, έτσι;» ρώτησα την Χριστίνα με σβησμένη φωνή.
-«Ναι,» μου απάντησε εκείνη. «Έχει πέσει σε κώμα. Ρώτησα τους γονείς του και μου είπαν ότι υποφέρει από βαριά διάσειση. Κανείς δεν ξέρει πότε θα την ξεπεράσει.»
-«Υπάρχει κάτι που θέλω να σας ρωτήσω» της είπα διστακτικά.
-«Σε ακούω,» με παρότρυνε εκείνη.
-«Γιατί οι γονείς του Κορνήλιου δεν ήρθαν ποτέ στο σχολείο να μιλήσουν με τους καθηγητές για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε; Καθόλου δεν τους ένοιαζε που κακοπερνούσε το παιδί τους;
Ένα λυπημένο χαμόγελο χαράχτηκε στα χείλη της Χριστίνας. Ένα μείγμα αποθάρρυνσης και ενοχής.
-«Ο ίδιος ο Κορνήλιος με είχε παρακαλέσει να μην τους μιλήσω ποτέ γι’ αυτό το θέμα. Ο πατέρας του πάσχει από την καρδιά του και εκείνος δεν θέλει να τον στεναχωρεί για τίποτα. Φυσικά, έκανα μεγάλο λάθος που τον άκουσα. Το μεγαλύτερο λάθος που έχω κάνει ποτέ στη ζωή μου. Αλλά φαινόταν τόσο ώριμος και σίγουρος για τον εαυτό του! Πίστευε ότι με λίγη υπομονή, όλα θα πήγαιναν καλά!»
Για μια στιγμή μου φάνηκε ότι ήταν έτοιμη να κλάψει. Άπλωσα τα χέρια μου και τα έσφιξα γύρω από τα δικά της.
-«Και τώρα τι θα κάνουμε;» τη ρώτησα κοιτάζοντας την κατάματα.
-«Θα πρέπει να βρούμε κάποιο τρόπο να σταματήσουμε αυτό το κακό. Είμαστε μόνοι μας, εσύ και εγώ γιατί κανείς δεν μας πιστεύει. Ότι και να γίνει, θα πρέπει να δουλέψουμε μαζί. Συφωνείς;;»
Κούνησα το κεφάλι μου καταφατικά, χωρίς να μιλήσω.

10

Όταν έφυγε η Χριστίνα ένιωσα πολύ κουρασμένος. Νύχτωσε. Χίλιες-μύριες σκέψεις άρχισαν να στριφογυρνάνε στο μυαλό μου. Πρωτόγνωροι συλλογισμοί που μ’ έκαναν να βλέπω τα πράγματα κάτω από ένα καινούργιο φως. Προσπάθησα να φανταστώ τον εαυτό μου στη θέση του Κορνήλιου. Να πηγαίνω καθημερινά σ’ ένα σχολείο όπου όλοι με κορόιδευαν και με θεωρούσαν άχρηστο, δειλό και γελοίο. Να γυρίζω στο σπίτι μου και να υποκρίνομαι ότι όλα πάνε καλά γιατί είχα έναν άρρωστο πατέρα που δεν έπρεπε να ταράζεται. Αλήθεια, γιατί του το κάναμε αυτό; Σε τι μας είχε φταίξει; Ποτέ δεν είχε πειράξει κανέναν, ούτε και είχε πει κακή κουβέντα. Το μόνο του λάθος ήταν ότι τα πήγαινε πολύ καλά στα μαθήματα και ότι έμοιαζε-και ακουγόταν-κάπως διαφορετικός.
Στριφογύριζα στο κρεβάτι μου όλο και πιο ανήσυχος καθώς αυτές οι σκέψεις, μ’ έκαναν να νιώθω στενάχωρα. Τα φώτα του δρόμου ζωγράφιζαν ένα πορτοκαλί τετράγωνο στον τοίχο. Μια βαθιά σιωπή απλωνόταν γύρω μου, μια σιγαλιά που έμοιαζε να κυματίζει απαλά καθώς το περιστασιακό βουητό κάποιου αυτοκινήτου που έτρεχε στους δρόμους ηχούσε πνιγμένο και απόμακρο. Κάποια στιγμή έκλεισα τα μάτια μου και ένιωσα τον εαυτό μου να βυθίζεται σ’ έναν ύπνο βαρύ, το σώμα μου να παραλύει, την αναπνοή να βγαίνει όλο και πιο αργά μέσα απ’ το στόμα μου. Μέχρι που έφτασε η στιγμή όπου ένας καινούργιος ήχος μ’ έκανε να αναπηδήσω: Το ρυθμικό τρίξιμο κάποιου τεντωμένου σκοινιού απ’ που κρεμόταν ένα βαρύ αντικείμενο.

11

Άνοιξα τα μάτια μου και έβγαλα μια πνιχτή κραυγή. Οι τοίχοι της κάμαράς μου είχαν εξαφανιστεί. Το ίδιο και η βιβλιοθήκη μου, το μικρό γραφείο και το κάθισμά του με την περιστρεφόμενη βάση. Τώρα το κρεβάτι μου βρισκόταν μέσα σε μια μακρόστενη αίθουσα με βρώμικους τοίχους. Ένα μουντό πράσινο φως γέμιζε τον άδειο εκείνο χώρο. Η μια του πλευρά καταλαμβανόταν από ένα σωρό διαλυμένων θρανίων που έφτανε μέχρι το ταβάνι.
Ακριβώς από πάνω μου ταλαντευόταν το άτονο και λιπόσαρκο σώμα ενός απαγχονισμένου παιδιού. Φορούσε παλιομοδίτικα ρούχα, κοντό παντελόνι, κάλτσες με χοντρά παπούτσια και ένα τριμμένο πουκάμισο. Το βλέμμα μου κόλλησε στο πρόσωπό του. Ήταν κατάλευκο και πρησμένο, γερμένο στο πλάι απ’ το σκοινί που έσφιγγε το λαιμό του. Μέσα απ’ το μισάνοιχτο στόμα του με τα μαύρα χείλη ξεπρόβαλλε μια γλώσσα που είχε ένα άσχημο βυσσινί χρώμα. Σκούροι κύκλοι περίβαλλαν τα κλειστά του μάτια. Τα μάγουλά του ήταν τόσο ρουφηγμένα που τα ζυγωματικά του έμοιαζαν έτοιμα να διαπεράσουν το λεπτό του δέρμα. Ένιωσα τα μαλλιά της κεφαλής μου να σηκώνονται όρθια. Αλλά το σώμα μου είχε γίνει ασήκωτο σαν μολυβένιο και μου ήταν αδύνατον να κάνω την παραμικρή κίνηση.
Ένα κρύο χέρι άγγιξε τον ώμο μου και αν δεν με είχε κυριεύσει εκείνο το ξόρκι της ακινησίας, θα είχε πεταχτεί όρθιος ουρλιάζοντας με όλη μου τη δύναμη. Έστρεψα το βλέμμα μου προς το μέρος του χεριού και αντίκρισα τον Κορνήλιο ο οποίος έσκυβε από πάνω μου και με κοιτούσε χαμογελώντας. Ήταν ένα απαίσιο χαμόγελο, ένας αλλόκοτος μορφασμός που δεν τον ζέσταινε κανένα φιλικό συναίσθημα. Τα μάτια του με κοιτούσαν ακίνητα, ίδια με πλαστικές χάντρες, κατάμαυρα, δυο πανομοιότυπες λιμνούλες από απύθμενο σκοτάδι.
-«Ήρθες και εσύ,» μου είπε. Η φωνή του ήχησε ένρινη και ψιλή. Αστεία, όπως πάντα. «Δεν ξέρω πως τα κατάφερες και μπήκες ακάλεστος εδώ μέσα, αλλά ήρθες!»
Προσπάθησα να κουνήσω τα χείλη μου και ανακάλυψα ότι αν και τα ένιωθα κρύα και άψυχα σαν δυο κομμάτια από λάστιχο, μπορούσα ακόμα να μιλήσω ψιθυριστά.
-«Γιατί το κάνεις αυτό;» τον ρώτησα.
Μια μικρή ρυτίδα χαράχτηκε ανάμεσα στα λεπτά του φρύδια.
-«Γιατί με σκοτώνετε, κάθε μέρα, γι’ αυτό.» Η φωνή του ακούστηκε απαλή μέσα στην άδεια αίθουσα. Έκατσε στα πόδια του κρεβατιού μου, κάτω ακριβώς απ’ το απαγχονισμένο παιδί που κρεμόταν σαν το κουφάρι μιας πελώριας αράχνης.
-«Εγώ δεν σε πείραξα ποτέ» του απάντησα.
-«Γελάς μαζί μου, όπως όλοι. Ακόμα και όταν με πέταξαν κατάχαμα, δεν καταδέχτηκες καν να με κοιτάξεις.»
-«Σε κοίταξα.»
-«Ναι, αλλά μετά γύρισες αλλού τα μάτια σου. Αντί να με βοηθήσεις, προτίμησες να κρυφτείς. Και έτσι με χτύπησαν στο κεφάλι γιατί οι κοροϊδίες και οι βρισιές δεν τους ήταν αρκετές. Με ρίξανε μέσα στο σκοτάδι αλλά μετά έγινε κάτι που κανείς σας δεν περίμενε.»
Διάβασε ολοκάθαρα το βουβό ερώτημα που σχηματίστηκε στο πρόσωπό μου και πρόσθεσε:
-«Με βρήκε ο Περικλής. Τον τράβηξε κοντά μου ο θυμός και η πίκρα που με γέμιζε. Μια απόγνωση που εσύ δεν έζησες ποτέ. Βλέπεις, ο πόνος και η οργή που ένιωθε, το άδικο που τον έπνιγε, πότισε αυτούς τους τοίχους για πάντα. Το ίδιο και η λαχτάρα του για εκδίκηση. Έτσι λοιπόν, ο δικός του πόνος άγγιξε τον δικό μου και ενώθηκαν. Μου έκανε το καλύτερο δώρο. Μου έδωσε την ευκαιρία να πάρω το αίμα μου πίσω! Και μαζί και το δικό του! Αλήθεια, σκέφτηκες ποτέ ότι οι βασανιστές του μπορεί να ήταν οι δικοί σου πρόγονοι, ο παππούς σου για παράδειγμα που ίσως πήγαινε και αυτός σε αυτό το σχολείο; Που ξέρεις, μπορεί να είναι κάτι κληρονομικό, να υπάρχουν δυο ειδών άνθρωποι σ’ αυτόν τον κόσμο. Αυτοί που βασανίζουν και αυτοί που βασανίζονται. Ίσως να είναι κάτι που περνάει από γενιά σε γενιά. Έτσι, για πλάκα!» Ένας μορφασμός οργής απλώθηκε στο πρόσωπό του. Μια τρομερή έκφραση περικύκλωσε την απύθμενη μαυρίλα των ματιών του.
-«Αλλά τι σημασία έχουν όλα αυτά;» πρόσθεσε. «Βρίσκεσαι εδώ!»
Με αυτά τα τελευταία λόγια, σηκώθηκε όρθιος και στάθηκε δίπλα στο κρεμασμένο σώμα του Περικλή που το πρόσωπό του ήταν στραμμένο προς το μέρος μου. Εκείνο συσπάστηκε και τα μάτια του άνοιξαν.

12

Ήταν τεράστια και κατάμαυρα. Χωμένα σε βουλιαγμένες κόγχες, χωρίς ασπράδι. Δεν υπήρχε τίποτα ανθρώπινο μέσα τους. Μονάχα δαιμονική χαρά. Και προσμονή.
Τα κοκαλιασμένα χέρια του απλώθηκαν προς το μέρος μου, αδέξια, σαν να κρεμόταν από τις κλωστές κάποιου αρχάριου μαριονετίστα. Η πρησμένη γλώσσα σάλεψε και έγλειψε τα μαυρισμένα χείλη με μια αποκρουστική βραδύτητα. Και τότε ξεκίνησε μια φριχτή αλλαγή: Η γλώσσα του άρχισε να μακραίνει, να κρέμεται και να γλιστράει μέσα απ’ το στόμα του σαν ευλύγιστο φίδι που βγαίνει απ’ τη φωλιά του. Προσπάθησα να κινηθώ, να πεταχτώ έξω απ’ το κρεβάτι, μακριά απ’ το φριχτό εκείνο πράγμα, αλλά ένιωθα το σώμα μου παγιδευμένο, βαρύ και ασήκωτο, ξένο. Κοίταξα με φρίκη την τρομερή γλώσσα που έμοιαζε τώρα με το μακρύτατο πλοκάμι κάποιου χταποδιού και την είδα να ακουμπάει τα σεντόνια του κρεβατιού και να έρπει φιδογυρίζοντας προς τα πόδια μου. Άφηνε πίσω της ένα ίχνος από παχύρρευστα σάλια που λέκιαζαν τα σεντόνια και απλώνονταν αργά σαν μολυσματική κηλίδα. Προσπάθησα να κλάψω, να ικετεύσω τον Κορνήλιο να με λυπηθεί έστω και εκείνη την ύστατη στιγμή, όταν ξαφνικά, η πόρτα της αίθουσας άνοιξε και ένα δυνατό ρεύμα αέρα έκανε τις λάμπες της οροφής να κλυδωνιστούν βίαια και το σώμα του Περικλή να ταλαντευτεί σαν εκκρεμές. Η γλώσσα του σταμάτησε να κινείται και τα δαιμονικά του μάτια στράφηκαν προς το κατώφλι της ανοιγμένης πόρτας.
-«Σταμάτα!» ακούστηκε μια διαπεραστική φωνή. Αντιλάλησε μέσα στην άδεια αίθουσα σαν σήμαντρο. Αναγνώρισα τη φωνή της Χριστίνας. Προσπάθησα να στρέψω το βλέμμα μου προς το μέρος της αλλά δεν τα κατάφερα. Την άκουσα ωστόσο να πλησιάζει με αργά αλλά σίγουρα βήματα. Μπήκε στο οπτικό μου πεδίο σαν παρήγορη οπτασία, μια φιγούρα ψιλόλιγνη και ατρόμητη, ντυμένη με μια σκούρα μπλε φόρμα γυμναστικής. Έμεινε ακίνητη μπροστά στον Κορνήλιο ο οποίος στεκόταν ακόμα δίπλα στο κρεμασμένο φάντασμά σαν ανίερος προστάτης.
-«Πως μπήκες εδώ μέσα;» τη ρώτησε.
-«Πρέπει να σταματήσεις,» του απάντησε εκείνη. Το κρεμασμένο πτώμα είχε σταματήσει να κινείται. Η εξωφρενικά μακριά γλώσσα του κρεμόταν άτονα απ’ το μελανιασμένο στόμα σαν κομμένο σκοινί ενώ τα μάτια του ήταν κλειστά.
-«Γιατί να κάνω κάτι τέτοιο;» τη ρώτησε ο Κορνήλιος με ψυχρή φωνή. Το πρόσωπό του έμοιαζε ατάραχο αλλά κάτι από την παγερή σιγουριά και την στυγνή αυτοκυριαρχία του είχε χαθεί.
-«Γιατί είναι μια πράξη ανώφελη και κακή» του απάντησε η Χριστίνα εξίσου σκληρά και αποφασιστικά. «Και δεν θα καταλήξει πουθενά! Απλά θα συνεχίσεις να σκοτώνεις τους συμμαθητές σου και όσο το κάνεις αυτό, το μίσος και το σκοτάδι που έχει φωλιάσει μέσα σου θα μεγαλώνει μέχρι που θα σε καταπιεί ολόκληρο!»
Μια οργισμένη λάμψη άστραψε στα μάτια του Κορνήλιου:
-«Δεν είμαι εγώ αυτός που γέννησε αυτό το μίσος!» φώναξε σφίγγοντας τις γροθιές του, «εκείνοι φύτεψαν αυτό το πράγμα μέσα μου! Και έχω καταλάβει πολύ καλά ότι αν υποχωρήσω και αυτή τη φορά, θα με σκοτώσουν, όπως σκότωσαν τον Περικλή που τώρα ζητάει εκδίκηση!»
-«Μα δεν καταλαβαίνουν τι κάνουν!» του είπε η Χριστίνα, «και δεν τους αξίζει κάτι τέτοιο!»
-«Ούτε του Περικλή του άξιζε, αλλά κοίτα τι του έκανε η κακία τους!»
-«Αυτό το πράγμα που κρέμεται εκεί πέρα, δεν είναι ο πραγματικός Περικλής.» προσπάθησε να τον μεταπείσει εκείνη, «είναι ένα ψυχικό αποτύπωμα. Είναι η οργή και το παράπονο του που πότισαν αυτή την τάξη και θα τη βρωμίζουν για πάντα, όπως αυτές οι κηλίδες της μούχλας που βλέπεις στους τοίχους. Ο πραγματικός Περικλής εγκατέλειψε εδώ και πολλά-πολλά χρόνια αυτό τον κόσμο. Θέλεις πραγματικά να αφήσεις και εσύ κάτι τέτοιο πίσω σου;»
Ο Κορνήλιος την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Ένας φευγαλέος μορφασμός αγωνίας γέμισε το πρόσωπό του με μικρές ρυτίδες που ήταν εντελώς αταίριαστες με την ηλικία του.
-«Δεν έχω άλλη επιλογή» της απάντησε τελικά. «Μπορεί να έχεις δίκιο σε όλα αυτά που λες αλλά αν γυρίσω πίσω, αργά ή γρήγορα θα ξαναπέσω στα χέρια παρόμοιων ανθρώπων. Ποτέ δεν θα γλιτώσω απ’ αυτή την κατάρα. Ακόμα και αν αλλάξω σχολείο. Έχω κάτι που κάνει τους άλλους ανθρώπους να με μισούν. Είμαι φαίνεται πολύ γελοίος για να με δεχτούν οι άλλοι.» Τον είδα να σκύβει το κεφάλι και να κοιτάζει τα πόδια του.
Η Χριστίνα άπλωσε τα χέρια της και τον αγκάλιασε σφιχτά. Εκείνος αφέθηκε στο αγκάλιασμά της.
-«Αυτό είναι ένα μεγάλο ψέμα,» του ψιθύρισε καθώς το πρόσωπό της έσκυβε πάνω απ’ τα ξανθά μαλλιά του. Η φωνή της είχε μια ζεστασιά που μου έφερε δάκρυα στα μάτια. «Δεν έχεις κάνει τίποτα κακό για να σου αξίζει κάτι τέτοιο. Αν είναι κάποιος που φταίει για όλα αυτά είμαι εγώ και οι συνάδελφοί μου που δείξαμε αδιαφορία για τόσο πολύ καιρό. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι, έστω και τώρα!»
Ο Κορνήλιος σήκωσε το κεφάλι του και την κοίταξε. Μου φάνηκε ότι το σκοτάδι που γέμιζε τα μάτια του σάλευε παράξενα, σαν υγρό που χάνει τη συνοχή του.
-«Είναι πολύ αργά,» της είπε. «Το μίσος του Περικλή έχει ενωθεί με το δικό μου. Δεν μπορώ να φύγω από δω μέσα. Θα είμαστε για πάντα μαζί μέσα σ’ αυτή τη ρημαγμένη τάξη. Θα μπαίνω στα όνειρα των συμμαθητών μου και θα τους φέρνω εδώ μέσα για να πεθάνουν!»
-«Ποτέ δεν είναι αργά για να αλλάξει κάτι,» του απάντησε η Χριστίνα. «Μπορείς να σπάσεις το ξόρκι. Μπορείς να βγεις από εδώ μέσα όπως μπήκα εγώ στα όνειρά σου.»
-«Πως θα γίνει αυτό;» τη ρώτησε εκείνος.
-«Πρέπει να μάθεις να συγχωρείς. Και να αγαπάς. Όπως σε αγαπώ εγώ. Και να ελπίζεις. Οι τύψεις και η συμπόνια που ένιωσε για σένα ο Ανδρέας,» πρόσθεσε ρίχνοντας μου μια πλάγια ματιά, «τον έδεσε μαζί σου και άρχισε να σε επισκέπτεται στα όνειρά σου χωρίς να τον έχεις καλέσει. Έτσι μπορείς και εσύ να ξαναγυρίσεις στον πραγματικό κόσμο αν ξεφύγεις για λίγο από το μίσος που σε κρατάει κλειδωμένο εδώ μέσα.»
Ο Κορνήλιος την κοίταξε για πολύ ώρα χωρίς να μιλήσει. Στη συνέχεια μου έριξε μια παρατεταμένη ματιά και μετά έκλεισε σφιχτά τα μάτια του. Ξαφνικά, το σκοινί που κρατούσε το πτώμα του Περικλή έσπασε και το σώμα του έπεσε πάνω μου σαν παραγεμισμένο σακί.
Ξύπνησα ουρλιάζοντας, στην κάμαρά μου.
Ήμουν ακόμα ζωντανός.

13

Ύστερα από την εφιαλτική εκείνη βραδιά, δεν ξανάδα τον Κορνήλιο. Ούτε στα όνειρα μου ούτε στον κόσμο της καθημερινής πραγματικότητας. Έμαθα πάντως ότι συνήλθε και βγήκε από το νοσοκομείο. Οι γονείς του τον μετέφεραν σε κάποιο άλλο σχολείο, σ’ ένα ακριβό εκπαιδευτικό ίδρυμα όπου θα μπορούσε να συνεχίσει τις σπουδές του ασφαλής και μακριά από μας. Με τη Χριστίνα δεν ξαναμιλήσαμε ποτέ για εκείνο το βράδυ αλλά όποτε διασταυρώνονταν τα βλέμματά μας, ένα συνομωτικό ρεύμα περνούσε ανάμεσά μας σαν αόρατο υγρό.
Ξαναγύρισα απότομα στο παρόν. Στην όμορφη αίθουσα με τα καλοντυμένη στελέχη και τον Κορνήλιο που ήταν το επίκεντρο της προσοχής τους. Συνέχισα να τον παρατηρώ μισοκρυμμένος πίσω από τον μπουφέ μου, αγνώριστος μέσα στη στολή του σερβιτόρου που φορούσα. Τα χρόνια που είχαν περάσει τον είχαν αλλάξει εντελώς. Είχε γίνει ένας εμφανίσιμος, καλόγουστα ντυμένος και πολύ επιτυχημένος άνδρας. Η ζωή έμοιαζε να του χαμογελάει επιτέλους.
Κάποια στιγμή τον είδα να πλησιάζει τον μπουφέ και να γεμίζει ένα κρυστάλλινο ποτήρι με νερό από μια καράφα. Τσακίστηκα να τον εξυπηρετήσω και οι ματιές μας διασταυρώθηκαν.
Δεν φάνηκε να με αναγνωρίζει αλλά κάπου μέσα στα γαλανά βάθη των ματιών του αντίκρισα μια παγωνιά. Μια σκοτεινιά, ένα αχνό αποτύπωμα της μαυρίλας που τα είχε πλημμυρίσει εκείνη τη νύχτα στην αίθουσα του κρεμασμένου μαθητή. Ένιωσα άσχημα ξαφνικά, ένα παγερό κόμπο στο στομάχι που μεγάλωσε και απείλησε να με πνίξει. Χαμήλωσα το βλέμμα μου και δεν του συστήθηκα. Έπαιξα το ρόλο του επαγγελματία σερβιτόρου. Γιατί κατάλαβα ότι ποτέ δεν θα ξέφευγε εντελώς απ’ το σκοτάδι με το οποίο όλοι εμείς, οι ηλίθιοι συμμαθητές του, είχαμε γεμίσει την ψυχή του. Μπορεί να μας είχε συγχωρέσει αλλά θα κουβαλούσε εκείνες τις αναμνήσεις και τα σημάδια από εκείνες τις πληγές για πάντα. Εμείς του το είχαμε κάνει αυτό, όλοι μας, και αυτή ήταν μια αμαρτία που θα μας βάραινε για όλη μας τη ζωή.
Έσφιξα λοιπόν τα δόντια μου και άρχισα να σκουπίζω με πείσμα τα ποτήρια του μπουφέ.

Βιογραφικό του συγγραφέα:
12970722_10153330027236568_1748490096_oΟ Έρικ Σμυρναίος είναι κατά το ήμισυ Έλληνας και κατά το ήμισυ Φιλανδός, και γεννήθηκε στην Αγγλία το 1970, όπου και σπούδασε Νομικά. Από το 1993 ζει και εργάζεται στην Ελλάδα όπου, στον ελεύθερο χρόνο του, αρέσκεται να γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα που κινούνται στο χώρο του φανταστικού. Παρά το ότι η μητρική του γλώσσα δεν είναι τα ελληνικά, τα έργα του είναι γραμμένα σε αυτή τη γλώσσα, την οποία ο ίδιος θεωρεί “την τελειοτέρα όλων των γλωσσών”. Κατά τα άλλα, του αρέσει ο κινηματογράφος φαντασίας, με ιδιαίτερη προτίμηση στο είδος του μεταφυσικού θρίλερ και της επιστημονικής φαντασίας, το διάβασμα, οι πεζοπορίες στα συναρπαστικά ελληνικά βουνά και η εξερεύνηση μυστηριακών τόπων, κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια της νύχτας. Φιλοδοξεί μια μέρα να πατήσει το πόδι του στον πλανήτη Άρη, αν κι έχει αποδεχτεί πλέον το γεγονός ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι μάλλον απίθανο. Τα τρία βιβλία του Συγγραφέα α) Η Κυρά Της Πόλης β) Δεσμοί Αίματος  γ)Η Εκδίκηση της Κασσάνδρας.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά