H αίθουσα του κρεμασμένου μαθητή (Μέρος Α’)

by Nyctophilia

1

Όταν τον είδα σ’ εκείνο το συνεδριακό κέντρο, περιτριγυρισμένο από ανερχόμενα στελέχη επιχειρήσεων που προσπαθούσαν να μονοπωλήσουν το ενδιαφέρον του, ένιωσα τις τύψεις να ξυπνάνε μέσα μου σαν άγρια θηρία. Κοντοστάθηκα αμήχανα πίσω απ’ τον βαρυφορτωμένο μπουφέ της αίθουσας δεξιώσεων και έπαιξα με τη σκέψη να εγκαταλείψω το πόστο μου, να τον πλησιάσω και να του συστηθώ σαν ένας φίλος από τα παλιά. Με συγκράτησε ωστόσο ένα φράγμα ασήκωτης ντροπής. Τι θα μπορούσα να του πω στ’ αλήθεια; Εκείνη τη στιγμή, τη γεμάτη από τύψεις και αμηχανία, με παρέσυρε ένα κύμα αναμνήσεων. Μπροστά μου ξετυλίχτηκε ολόκληρη η σειρά των γεγονότων που λίγο έλειψε να με οδηγήσουν στο θάνατο και που νόμιζα ότι είχα καταφέρει να ξεχάσω. Θα ‘λεγε κανείς ότι κάποια μπομπίνα που κρυβόταν στο κεφάλι μου είχε αρχίσει να γυρίζει ξαφνικά, όλο και πιο γρήγορα, και να ξετυλίγει μια κινηματογραφική ταινία που κυλούσε με αστραπιαία ταχύτητα μέχρι το αναπόφευκτο τέλος της.

2

-«Ελάτε να δείτε ρε μαλάκες! Αυτή τη φορά δεν το γλυτώνει το βρομόξυλο ο Κορνήλιος!»
Ο Νίκος κόντευε να σκάσει από τη χαρά του. Είχε ιδρώσει. Το πρόσωπό του ήταν κόκκινο σαν φρεσκοκομμένη φράουλα και τα μάτια του άστραφταν όλο χαρά. Κάθε φορά που ξεσπούσαν καυγάδες στο προαύλιο του σχολείου ένιωθε τρισευτυχισμένος. Του άρεσε πολύ να παρακολουθεί το όλο θέαμα και να βάζει στοιχήματα για το ποιος θα έβγαινε νικητής.
Σβήσαμε τα τσιγάρα που καπνίζαμε κρυφά και ξετρυπώσαμε ένας-ένας μέσα απ’ τη κρυψώνα μας. Ήταν μια μακρόστενη εσοχή που σχημάτιζε ο βρώμικος τοίχος της καντίνας (απ’ όπου αγοράζαμε μπαγιάτικες τυρόπιτες και αναψυκτικά) και η περίφραξη του σχολείου (που ήταν καλυμμένη με πολύχρωμα γκράφιτι και βρισιές ζωγραφισμένες με μαύρο σπρέι.) Τα παπούτσια μας πατούσαν πάνω σε λιωμένα αποτσίγαρα και σπασμένες σύριγγες ενώ δεν έλειπαν και κάποια χρησιμοποιημένα προφυλακτικά. Πρώτος βγήκε ο Παύλος, δεύτερος εγώ και τελευταίος ο Νίκος. Όπως πάντα, προσέχαμε πολύ να μην μας πάρει χαμπάρι κανένας καθηγητής αν και κάτι τέτοιο ήταν μάλλον απίθανο: Την ώρα του διαλείμματος, οι δάσκαλοί μας προτιμούσαν να μαζεύονται στο γραφείο του Γυμνασιάρχη για να φλυαρήσουν και να καπνίσουν με την ησυχία τους. Και βόμβα να έσκαγε στο προαύλιο, αμφιβάλλω αν θα έμπαιναν στον κόπο να βγουν έξω για να δουν τι τρέχει.
Στρίψαμε γύρω απ’ τις χοντρές κολώνες με τη ξεφλουδισμένη μπογιά που στήριζαν τον πρώτο όροφο του σχολείου και αντικρίσαμε το προαύλιο: Ένα άσχημο και γυμνό παραλληλόγραμμο στρωμένο με γκρίζα άσφαλτο και περικυκλωμένο από τσιμεντένιους τοίχους. Στη μια του πλευρά, δίπλα σε μια χοντρή καγκελόπορτα που έβγαζε σ’ ένα δρόμο διπλής κυκλοφορίας με στενά πεζοδρόμια και διπλό-παρκαρισμένα αυτοκίνητα, στεκότανε μια ραγισμένη μπασκέτα. Απ’ την άλλη ξεκινούσαν οι φαρδιές σκάλες που έβγαζαν στον πρώτο όροφο του σχολείου. Απέναντί μας ακριβώς, δίπλα στις σκάλες, είχε μαζευτεί μια παρέα από μεγαλόσωμους μαθητές της τελευταίας τάξης. Ανάμεσά τους στεκόταν ο Κορνήλιος. Τον είχαν περικυκλώσει και τον έβριζαν κατάμουτρα. Αυτός τους κοιτούσε αμίλητος και ακίνητος και η μόνη ένδειξη της οργής και του φόβου που θα πρέπει να ένιωθε ήταν τα δάχτυλα των χεριών του που σφίγγονταν σε γροθιές, τόσο πολύ που οι αρθρώσεις τους είχαν ασπρίσει.
Ο σχολικός μικρόκοσμος είναι μια ζούγκλα. Μια σκληρή μικρό-κοινωνία με αμείλικτους νόμους και κανόνες που απομονώνει αμέσως όποιον αδυνατεί να ταιριάξει στα γρανάζια της. Ένα σύμπαν όπου συνήθως επιβάλλεται ο νόμος του ισχυρότερου, ιδιαίτερα όταν εκείνοι που θα έπρεπε να διατηρούν έναν στοιχειώδη έλεγχο, οι δάσκαλοι δηλαδή, απαξιούν να δώσουν σημασία. Υπάρχει πάντα ένα παιδί που γίνεται στόχος, που λειτουργεί σαν εξιλαστήριο θύμα. Είναι ο άτυχος εκείνος μικρός που υφίσταται τον ασύδοτο κατατρεγμό και τις λοιδορίες των συμμαθητών του οι οποίοι, σπρωγμένοι από την ορμονική καταιγίδα της εφηβείας, δεν θα διστάσουν να φτάσουν στα άκρα, ιδιαίτερα όταν πάρουν χαμπάρι ότι τα κορίτσια της τάξης παρακολουθούν το θέαμα με νωχελικό ενδιαφέρον. Είναι ένας μηχανισμός που λειτουργεί με τρομακτική αποτελεσματικότητα. Ένας φυσικός νόμος που απαιτεί την ισοπέδωση του ενός προκειμένου να ισχυροποιηθούν οι υπόλοιποι.
Στο δικό μας σχολείο, εκείνος που του έλαχε να σηκώσει αυτό το σταυρό ήταν ο Κορνήλιος. Το όνομά του και μόνο έφτανε για να γίνει στόχος κοροϊδιών με το που πάτησε το πόδι του στην τάξη μας. Καθυστερημένα κιόλας καθώς οι δικοί του είχαν αποφασίσει να έρθουν στην Αθήνα στη μέση της σχολικής χρονιάς. Το ασυνήθιστο όνομά του, σε συνδυασμό με το ότι ήταν ένα μικροκαμωμένο και αδύνατο παιδάκι, σχεδόν ασθενικό, με λεπτά και κάπως ξενικά χαρακτηριστικά και με ξανθά, σχεδόν άσπρα μαλλιά, λειτούργησε σαν κόκκινο πανί για τους πιο επιθετικούς ανάμεσά μας. Ακόμα χειρότερα, είχε την επιπρόσθετη ατυχία να έχει μια ασυνήθιστα ένρινη φωνή. Ήταν ντροπαλός, μαζεμένος και πολύ καλός μαθητής. Ένας κλασσικός σπασίκλας δηλαδή. Όλα αυτά στάθηκαν αρκετά για να μετατραπεί η ζωή του σε μια ατελείωτη δοκιμασία. Οι πιο θρασείς ανάμεσά μας άρχισαν να βγάζουν πάνω του όλη την καταπιεσμένη τους οργή, την ανασφάλεια και τ’ απωθημένα τους. Δεν περνούσε μέρα που να μην τον κορόιδευαν με τσιριχτή και θηλυπρεπή φωνή. Το παράξενο είναι ότι κανείς δεν είχε τολμήσει ακόμα να τον χτυπήσει, γιατί ο Κορνήλιος, κάθε φορά που τα πράγματα κόντευαν να βγουν εντελώς εκτός ελέγχου, είχε ένα τρόπο να κοιτάζει τους βασανιστές του στα μάτια, ακίνητος και αγέλαστος σαν άγαλμα, και τους αποθαρρύνει με το βλέμμα του που είχε μια καθαρότητα που τους έκανε να νιώθουν άβολα. Παρέμενε ωστόσο απαθής, λες και υπάκουε σε κάποιον προσωπικό ηθικό κώδικα που του απαγόρευε την οποιαδήποτε αντίδραση. Και οι προσβολές συνεχίζονταν σε καθημερινή βάση. Εκείνος μάλλον δεν είχε πει τίποτα στους γονείς του για όλα αυτά γιατί κανείς τους δεν είχε έρθει ποτέ στο σχολείο να μιλήσει με τους καθηγητές. Απλά, στο τέλος κάθε τριμήνου, όταν έβγαιναν οι βαθμοί, εμφανιζόταν η μητέρα του, μια καλοβαλμένη και ευγενική κυρία, η οποία άκουγε εγκωμιαστικά σχόλια για τις καλές επιδόσεις του γιου της και έφευγε ευχαριστημένη. Και εντελώς ανυποψίαστη για τη δύσκολη ζωή που περνούσε το παιδί της μέσα στο μικρό εκείνο κολαστήριο.

3

Εκείνη την ημέρα το κακό είχε παραγίνει. Οι ξαναμμένοι συμμαθητές μας είχαν μαζευτεί γύρω του, χοροπηδούσαν πάνω-κάτω σαν δαιμονισμένοι και τον έβριζαν τραγουδώντας σαρκαστικά: «Όλοι μαζί με μια φωνή ο Κορνήλιος είναι αδερφή!» Αυτός στεκόταν ανάμεσά τους αμίλητος, σαν παγωμένος. Οι καθηγητές μας, κλεισμένοι στο γραφείο του Γυμνασιάρχη, ως συνήθως αδιαφορούσαν.
Ξαφνικά κάποιος τον έσπρωξε και εκείνος έπεσε καταγής, στα γόνατα, ανάμεσα στα πόδια των βασανιστών του. Ο Νίκος που στεκόταν στο πλευρό μου με σκούντηξε καταευχαριστημένος ενώ ο Παύλος άρχισε να χειροκροτεί με ενθουσιασμό.
-«Για να δούμε τι θα κάνει τώρα το βλαμμένο!» φώναξε με όλη του τη δύναμη.
Καθώς παρακολουθούσα αυτό το θέαμα άρχισα να νιώθω πολύ άσχημα. Οι δικαιολογίες που λέγαμε μεταξύ μας ότι καλά του έκαναν γιατί ήταν φυτό, δειλός, βουτυρόπαιδο και παλιο-αδελφή μου φάνηκαν πολύ ψεύτικες ξαφνικά. Ένιωσα μια άσχημη γεύση στο στόμα και κάτι σαν παγωνιά στο στήθος. Εκείνη τη στιγμή, μέσα από την απόσταση που μας χώριζε, τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που διάβασε σε μένα αλλά ξαφνικά, το πρόσωπό του, για πρώτη φορά, τσαλακώθηκε ενώ τα χείλη του τρεμούλιασαν σαν φύλλα. Εγώ απέστρεψα γρήγορα τα μάτια μου γιατί το τελευταίο πράγμα που ήθελα ήταν να νομίσει κανείς ότι ήμασταν φίλοι και να τα βάλει μαζί μου. Είχα ήδη μάθει ότι ο καλύτερος τρόπος για να περνάει κανείς καλά σε αυτή τη ζωή είναι παραμένει απαρατήρητος ή να τα έχει καλά με τους δυνατούς. Και εγώ πάσχιζα να πετύχω και τα δύο.
Η αλλαγή στην όψη του Κορνήλιου ξεσήκωσε μια θύελλα ξέφρενων κοροϊδιών. Όλοι άρχισαν να ψευτοκλαίνε και να τον βρίζουν ακόμα χειρότερα και μετά, κάποιος του έδωσε μια κλωτσιά στο κεφάλι. Ο Κορνήλιος έπεσε κατάχαμα και μετά έπαθε κάτι που ήταν πολύ τρομαχτικό. Άρχισε να τρέμει ολόκληρος και να βγάζει αφρούς από το στόμα. Δεν ήμουν όμως ο μόνος που φοβήθηκε. Μια σοκαρισμένη σιωπή απλώθηκε στο πνιγηρό προαύλιο και το μόνο που ακουγόταν ήταν οι παράξενοι συριστικοί ήχοι που έβγαιναν απ’ το στόμα του Κορνήλιου. Κάποιος από τους καθηγητές μας, ο δάσκαλος της γυμναστικής νομίζω, βγήκε απ’ το γραφείο του γυμνασιάρχη για να δει τι στο καλό συμβαίνει. Πλησίασε τρέχοντας τον Κορνήλιο, γονάτισε στο πλευρό του, έβγαλε τη ζώνη του και την έχωσε στο στόμα του. Μετά ήχησε το κουδούνι και εμείς αποχωρήσαμε απρόθυμα και μπήκαμε στις τάξεις μας για να παρακολουθήσουμε μια ακόμα ώρα ανιαρού μαθήματος.
Αυτή ήταν και η τελευταία φορά που είδα τον Κορνήλιο. Εξαφανίστηκε από το σκληρό τοπίο της μαθητικής μου καθημερινότητας το ίδιο ξαφνικά όπως είχε εμφανιστεί. Και ύστερα ήρθε ο τρόμος.

4

Το ίδιο εκείνο βράδυ, έζησα τον πρώτο εφιάλτη. Και λέω έζησα γιατί ήταν το πιο ζωντανό όνειρα που είχα δει μέχρι τότε στη ζωή μου:
Βρέθηκα στο ηλιόλουστο προαύλιο του σχολείου. Ήταν πλημμυρισμένο απ’ τους θορυβώδεις συμμαθητές μου. Όλα έμοιαζαν πολύ συνηθισμένα: Κάποιοι προσπαθούσαν να βάλουν καλάθι στη μπασκέτα της γωνίας, άλλοι έτρεχαν εδώ κι εκεί ή έπαιζαν με τα walk-man τους (εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν κινητά, tablets κτλ) ενώ κάποιοι άλλοι, πιο τολμηροί και ξεπεταγμένοι, έκαναν καμάκι σ’ ένα τσούρμο από συμμαθήτριες που μασούσαν τσίχλα και το παίζανε ακατάδεχτες.
Εντελώς ξαφνικά ένιωσα ότι κάτι δεν πήγαινε καλά. Μια αίσθηση κακόβουλης παραξενιάς άρχισε να πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Μια διάχυτη απειλή που απλώθηκε σαν δίχτυ πάνω απ’ το προαύλιο. Ήταν μια εντύπωση που σταδιακά έγινε τόσο έντονη που ένιωσα το δέρμα μου να ζαρώνει και ν’ ανατριχιάζει, σαν να ‘πεφτε επάνω μου παγωμένο νερό. Το φως του ήλιου άλλαξε. Έγινε κόκκινο. Τα πάντα άρχισαν να κινούνται όλο και πιο αργά, τα γέλια των παιδιών, οι φωνές και οι κινήσεις τους, όλα εξελίσσονταν σε ολοένα και πιο αργή κίνηση. Κι όμως, μέσα σ’ όλη εκείνη παραξενιά ένιωθα μια ανεξήγητη αίσθηση οικειότητας. Και τότε, κατάλαβα τι συνέβαινε: Ξαναζούσα τη στιγμή που ο Κορνήλιος είχε πέσει θύμα των συμμαθητών του. Το βλέμμα μου εστιάστηκε στο απέναντι άκρο του προαυλίου. Όπως το ίδιο εκείνο πρωινό, στεκόταν ανάμεσά τους και μετά έπεσε στα γόνατα, σαν δεντράκι που κάποιος το είχε κόψει από τις ρίζες του. Προσπαθούσε να συγκρατήσει ένα κύμα λυγμών που είχαν αρχίσει να τον συνταράσσουν. Μετά τον είδα να σηκώνει το κεφάλι του και τα βλέμματά μας διασταυρώθηκαν. Αυτή τη φορά δεν κατάφερα να αποστρέψω το βλέμμα μου απ’ το τσακισμένο πρόσωπό του γιατί αντίκρισα κάτι πολύ παράξενο, κάτι πραγματικά απίστευτο. Τα μάτια του είχαν γίνει κατάμαυρα, ίδια με σκοτεινά πηγάδια. Ένιωσα το αίμα να παγώνει στις φλέβες μου και τις τρίχες στο σβέρκο μου να σηκώνονται όρθιες, μια-μια, λες και με διαπερνούσε κάποιο κακόβουλο ρεύμα ηλεκτρισμού.
Τα παιδιά που γέμιζαν το προαύλιο και που είχαν ακινητοποιηθεί τελείως πια, έλιωσαν στον αέρα. Εξατμίστηκαν μπροστά στα μάτια μου σαν πρωινές πάχνες. Το προαύλιο έμεινε άδειο. Παράξενα φωτισμένο από το κόκκινο φως του ήλιου και σιωπηλό σαν νεκροταφείο. Τα μόνα ζωντανά πλάσματα που έβλεπα μπροστά μου ήταν ο Κορνήλιος και το παιδί που τον είχε κλωτσήσει στο κεφάλι. Το όνομά του αναδύθηκε στο μνημονικό μου αβίαστα: Θωμά, έτσι το έλεγαν. Είδα τον Κορνήλιο να σηκώνεται όρθιος, να στέκεται δίπλα του και να τον παίρνει απ’ το χέρι. Αν και η απόσταση που μας χώριζε ήταν αρκετά μεγάλη και το πένθιμο φως του ήλιου άπλωνε γύρω μου ματωμένες σκιές, είδα την ίδια άσχημη μεταμόρφωση που είχε αλλάξει το πρόσωπό του Κορνήλιου να απλώνεται και στο πρόσωπο του Θωμά: Τα μάτια μου έγιναν κατάμαυρα, δυο στρογγυλές τρύπες που έβγαζαν σ’ έναν κόσμο βαθιάς σκοτεινιάς.
Οι δυο τους αλληλοκοιτάχτηκαν και μετά άρχισαν να ανεβαίνουν τη φαρδιά σκάλα από σκυρόδεμα που έβγαζε στο πάνω όροφο του σχολείου. Περπατούσαν αργά, μέσα στην πηχτή σιωπή. Ανέβαιναν ένα-ένα τα σκαλοπάτια και πλησίαζαν την είσοδο του πρώτου ορόφου που είχε μετατραπεί σε μια ορθογώνια λίμνη από κάθετο σκοτάδι. Ένιωσα ότι κάτι το πραγματικά απαίσιο τους περίμενε εκεί πέρα, μέσα στη μαυρίλα, κάτι που αδημονούσε να τους αγγίξει. Ύστερα όλα χάθηκαν και εγώ ξύπνησα κάθιδρος, ξαπλωμένος στο κρεβάτι μου, βαριανασαίνοντας. Κοίταξα τις φωτεινές ενδείξεις του ρολογιού που στόλιζε το κομοδίνο μου και είδα ότι ή ώρα ήταν τρεις και μισή τα ξημερώματα.
Το επόμενο πρωί υπήρχαν δυο άδεια καθίσματα στην τάξη μας. Το ένα ανήκε στον Κορνήλιο και το άλλο στον Θωμά. Την ώρα των Νέων Ελληνικών, λίγο πριν χτυπήσει το κουδούνι για το διάλειμμα, μπήκε στην τάξη ο γυμνασιάρχης. Με ύφος σοκαρισμένο και ανήσυχο, μας είπε ότι δε θα ξαναβλέπαμε τον Κορνήλιο για το υπόλοιπο της εβδομάδας τουλάχιστον. Ήταν άρρωστος και νοσηλευόταν σε κάποιο νοσοκομείο. Μας είπε επίσης ότι την επόμενη μέρα το σχολείο θα έμενε κλειστό γιατί κάτι άλλο, ακόμα πιο τραγικό, είχε συμβεί. Ο Θωμάς δεν θα ξαναρχόταν ποτέ για μάθημα. Το ίδιο εκείνο πρωινό, οι γονείς του τον είχαν βρει στο κρεβάτι του, πεθαμένο.

Συνεχίζεται…

Βιογραφικό του συγγραφέα:
12970722_10153330027236568_1748490096_oΟ Έρικ Σμυρναίος είναι κατά το ήμισυ Έλληνας και κατά το ήμισυ Φιλανδός, και γεννήθηκε στην Αγγλία το 1970, όπου και σπούδασε Νομικά. Από το 1993 ζει και εργάζεται στην Ελλάδα όπου, στον ελεύθερο χρόνο του, αρέσκεται να γράφει διηγήματα και μυθιστορήματα που κινούνται στο χώρο του φανταστικού. Παρά το ότι η μητρική του γλώσσα δεν είναι τα ελληνικά, τα έργα του είναι γραμμένα σε αυτή τη γλώσσα, την οποία ο ίδιος θεωρεί “την τελειοτέρα όλων των γλωσσών”. Κατά τα άλλα, του αρέσει ο κινηματογράφος φαντασίας, με ιδιαίτερη προτίμηση στο είδος του μεταφυσικού θρίλερ και της επιστημονικής φαντασίας, το διάβασμα, οι πεζοπορίες στα συναρπαστικά ελληνικά βουνά και η εξερεύνηση μυστηριακών τόπων, κατά προτίμηση κατά τη διάρκεια της νύχτας. Φιλοδοξεί μια μέρα να πατήσει το πόδι του στον πλανήτη Άρη, αν κι έχει αποδεχτεί πλέον το γεγονός ότι ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι μάλλον απίθανο. Τα τρία βιβλία του Συγγραφέα α) Η Κυρά Της Πόλης β) Δεσμοί Αίματος  γ)Η Εκδίκηση της Κασσάνδρας.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά