Penthouse of Horror – Επεισόδιο 08

ΓΑΔΑ, λεωφόρος Αλεξάνδρας (ΜΓΔ), πριν την ημέρα 0, ώρα 13:00

«Τα τελευταία χρόνια της καριέρας μου, σέρνω τα πόδια μου για να τα καταφέρω να φτάσω στην δουλειά. Όλα γύρω μου με απογοητεύουν και με γεμίζουν μιζέρια και μια αίσθηση παραίτησης μεγαλώνει μέσα μου μέρα με την μέρα. Τα βράδια καταφεύγω στα μπαρ, μέσα στα οποία κάποτε μεταμφιεζόμουν για να πιάσω τους τρομοκράτες και μπεκροπίνω μέχρι να λιποθυμήσω.

Η Μαριάννα με έχει εγκαταλείψει εδώ και χρόνια και ζει με τον παλιό μου συνεργάτη τον Χάρη τον Βεργίτση και την κόρη τους τη Λίζα.

Ο μόνος που μου στέκεται ακόμα είναι ο Λεβένταγας. Ίσως για αυτό δεν έχω ακόμη τραβήξει την σκανδάλη. Ωωω το άγγιγμα του παγωμένου μετάλλου στον κρόταφό μου, ο προάγγελος της λύτρωσης μου.

Αλλά δεν το κάνω.

Ο Βάσος μου. Από τότε που έγινε gay δεν τον ξανάδα. Τον έδιωξα με την συμπεριφορά μου. Καταλαβαίνεις;»

Ο άντρας απέναντί μου με κοιτάει σαν χάνος.

«Ψυχίατρος δεν είσαι που να πάρει; Μίλα. Ψυχίατρος δεν είσαι μην τα σπάσω όλα γαμώ την καταδίκη μου;»

Ο άντρας σαστίζει με την επιθετικότητά μου και μαζεύεται στο κάθισμά του.

«Κύριε υπερταξίαρχε Θεοχάρη», τραύλισε και ένιωσα ένα εσωτερικό κύμα ευχαρίστησης.

Μπορεί να μην με σέβεται κανένας πια, μπορεί να είμαι ένα σκουλήκι, αλλά ακόμη προκαλώ τον τρόμο και το δέος.

Κάθομαι ικανοποιημένος στην καρέκλα μου και τον κοιτάω εξεταστικά.

«Τι έχεις να πεις για όλα αυτά γιατρουδάκο; Γιατί δεν μιλάς ε; Μίλα που να σε πάρει ο διάολος» του φώναξα.

«Κκκύριε Θεοχάρη», κεκέδιασε εκείνος.

«Είμαι εδώ για να κάνω μήνυση κατά αγνώστου για την κλοπή στο γραφείο μου. Δεν είστε ασθενής μου».

Ώστε πάει να μου βγει από πάνω το σκουλήκι. Αλλά που θα μου πάει. Θα καταλάβω τι ρόλο παίζει. Θα τον παρακολουθήσω απόψε. Δεν είπα τίποτα, έβγαλα μία κόλλα αναφοράς κλοπής και του την έδωσα.

Την συμπλήρωσε, την άφησε και εξαφανίστηκε από το γραφείο μου. Σημείωσα την διεύθυνσή του σπιτιού του και του γραφείου του και πέταξα την αναφορά . Και τότε χτύπησε η πόρτα μου.

Ο Λεβένταγας μπήκε μέσα με ένα τεράστιο χαμόγελο.

«Κάθισε Ταξίαρχε», του είπα.

«Έχω στα χέρια μου μια δυνατή υπόθεση», μου είπε αμέσως εκείνος και μου έδωσε τον κίτρινο φάκελο.

Έβγαλα έξω τα έγγραφα και τα εξέτασα.

«Ώστε πάλι αυτή ε;»

Χάιδεψα τα γένια μου τεσσάρων ημερών και κοίταξα στα μάτια τον Λεβένταγα.  Εκείνος χαμογέλασε και επιβεβαίωσε με ένα νεύμα.

«Είναι η πέμπτη φορά που την βρίσκουμε μπροστά μας. Αλλά τώρα δεν θα ξεγλιστρήσει». Ο Λεβένταγας σκοτείνιασε.

«Είναι βουλευτίνα Στάθη. Πρέπει να δράσουμε διακριτικά αυτή τη φορά. Την τελευταία φορά τα σκάτωσες».

«Ήταν τότε που έφυγε η Μαριάννα από το σπίτι», του είπα και άνοιξα το ντουλαπάκι του γραφείου μου. Έβγαλα ένα μεταλλικό φλασκί με χαραγμένα τα αρχικά του Λευτέρη Πανταζή και ήπια μια γερή γουλιά Τζόνι Κόκα.

«Αν θες μπορώ να την αναλάβω μόνος μου την υπόθεση. Πάρε μερικές ημέρες ρεπό για να χαλαρώσεις», μου είπε.

Άρχισα να τρέμω. Το μπατσιλίκι είναι η ζωή μου.

Σηκώθηκα απότομα από την καρέκλα και πήγα στα ράφια για να τα πετάξω όλα κάτω και να ξεσπάσω. Αλλά δεν είχε έρθει ακόμη ο φροντιστής της σειράς και έτσι όλα τα περιεχόμενα του ραφιού ήταν ακόμα στο πάτωμα. Θα το απολύσω το σκουλήκι, σκέφτηκα.

Ξανακάθισα στην καρέκλα μου.

«Όχι», του είπα. «Απόψε θα πάμε και θα την παρακολουθήσουμε. Στην έπαυλή της στην Εκάλη». Κατάφερα να χαμογελάσω. Ίσως να ήταν από το Τζόνι Κόκα. Ύστερα κοίταξα τα έγγραφα μπροστά μου.

«Ώστε τυρόπιτες. Και τι έχουν αυτές οι τυρόπιτες που είναι παράνομες;»

Ο Λεβένταγας, που ποτέ δεν έμαθα το μικρό του, με κοίταζε καμαρωτός.

«Έχουν εισαχθεί χωρίς να ελεγχθούν υπερταξίαρχε» μου ανακοίνωσε βροντερά

«Έχουν εισαχθεί χωρίς να ελεγχθούν;»

«Έχουν εισαχθεί χωρίς να ελεγχθούν» μου είπε κατηγορηματικά.

«Δηλαδή θες να μου πεις ότι κανείς δεν τις έλεγξε κατά την εισαγωγή τους;», τον ρώτησα σκεπτικός.

«Ακριβώς υπερταξίαρχε. Κανείς δεν τις έχει ελέγξει κατά την εισαγωγή τους»

Αφού πέρασαν τρία ολόκληρα επεισόδια μέχρι να το καταλάβω, σηκώθηκα από την καρέκλα. Έκατσα δίπλα στο παράθυρο και έμεινα να κοιτάζω τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν την λεωφόρο και τα κωλοδάχτυλα που έκαναν ορισμένοι οδηγοί προς το κτίριο της αστυνομικής διεύθυνσης.

Συγκράτησα ορισμένες πινακίδες στο μυαλό μου για τον ελεύθερο μου χρόνο.

«Θα τις ελέγξουμε εμείς λοιπόν. Τις τυρόπιτες». Το τελευταίο το είπα για να θυμηθούν οι τηλεθεατές μας το αντικείμενο που θα ελέγχαμε.

«Ωραία», σηκώθηκε με κόπο (κάνοντας κρακ μετά από τρία ολόκληρα επεισόδια) ο Λεβένταγας (να τον λέγαν Μάκη;) και βάρεσε προσοχή μπροστά μου. Ήμασταν χρόνια φιλαράκια και δεν δίναμε σημασία στις τυπικότητες των θέσεών μας, αλλά γουστάραμε στρατογκαβλιές. Βάρεσα και εγώ προσοχή μπροστά του, σαν τον Πάνο τον Καμμένο όταν ντύνεται φαντάρος (φλας φόργουορντ στο μέλλον).

«Εννοείται ότι δεν λέμε τίποτα στον αρχηγό Χρυσολωρά», του υπενθύμισα και εκείνος συμφώνησε αμέσως.

«Φυσικά».

«Άντε πήγαινε τώρα. Έχουμε συνάντηση στις 7, στον σταθμό της Κηφισιάς. Θα μεταμφιεστούμε για να μην μας καταλάβει» του είπα.

«Και τι θα ντυθούμε Στάθη;»

«Θα δεις» του είπα αινιγματικά.

16:00

Μου βγήκε η Παναγία για να βρω το σπίτι του ψυχίατρου στις Κουκουβάωνες. Μέχρι και σήμερα πιστεύω πως ο δημιουργός του Τζι Πι Ες ήταν κάποιος αγανακτισμένος Κουκουβαωνιώτης. Μα καλά ποιος την έχτισε αυτή την περιοχή; Ποιος έκανε τα σχέδια; Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει δρόμος, τσακ ξεφύτρωνε ένα σπίτι. Έβαλα στην άκρη του μυαλού μου να ανακαλύψω τον πολεοδόμο και να του κάνω μια επίσκεψη.

Η μέρα ήταν ακόμη ζεστή, αλλά η πνιγηρή υγρασία με έκανε να ιδρώνω κάτω από την καμπαρντίνα μου. Την φορούσα πάντα όταν πήγαινα να ξεκαθαρίσω τους λογαριασμούς μου, μου άρεσε το στυλ.

Μου την είχαν αγοράσει η αδερφή μου η Σαββίνα (Σάββα λέγανε τον παππού) και ο αδερφός μου ο Νάκος (από τον Φράνκο Νάκιτς τον μπασκετμπολίστα),που ήξεραν το κόλλημά μου με τον Ντικ Τρέισι (από μικρός ήμουν για τον Ντικ όπως μου έλεγαν όλοι γύρω μου).

Πέρασα ένα παρκάκι και έφτασα στην περιοχή με τα καλά σπίτια και τις μεγάλες αυλές. Έψαξα και βρήκα το 32.

Ήταν ένα αρχοντικό κρυμμένο πίσω από έναν απεριποίητο κήπο που έμοιαζε με ζούγκλα. Το μικρό σκουριασμένο πορτάκι της εισόδου δεν έδειχνε ικανό να με σταματήσει. Κοίταξα τριγύρω αλλά δεν υπήρχε κανείς και έτσι πήδησα με ένα σάλτο από πάνω και βιάστηκα να κρυφτώ πίσω από τους θάμνους.

«Είσαι ένα πλούσιο σκουλήκι», σκέφτηκα καθώς προχωρούσα προς την είσοδο του σπιτιού.

Χτύπησα την πόρτα. Δεν ήταν κανείς εκεί. Το ήξερα. Το σκουλήκι σχόλαγε στις τέσσερις και τα γραφείο του ήταν ένα τέταρτο μακριά. Παραβίασα την πόρτα και μπήκα μέσα. Έβγαλα τη μάσκα από τον σάκο μου, την φόρεσα και περίμενα υπομονετικά στις σκιές.

16:18

Ακούστηκαν ήχοι από κλειδιά στην πόρτα. Ο ψυχίατρος δεν είχε αντιληφθεί ότι την είχα παραβιάσει. Πέρασε μέσα και κάθισε στο καθιστικό για να βγάλει τα παπούτσια του. Εμφανίστηκα ξαφνικά μπροστά του σαν σκιά από την σκοτεινή γωνία που τον παρακολουθούσα.

«Ποιος… ποιος είσαι;», με ρώτησε τρομαγμένος. Σήκωσα το μαχαίρι για να το δει. Αμέσως κατάλαβε τον κίνδυνο και κούρνιασε στον καναπέ.

«Είμαι ο χειρότερός σου εφιάλτης», του απάντησα αλλάζοντας τη φωνή μου, με τον μετατροπέα φωνής Darth Vader για να μη με καταλάβει.

«Δεν έχω πολλά λεφτά». Έκανε να πιάσει το πορτοφόλι από το σακάκι του. Το έβγαλε και μου το πρόσφερε.

«Δεν θέλω τα λεφτά σου. Είμαι ο τιμωρός σου, αυτός που θα σε σύρει στην κόλαση για τις αμαρτίες σου».

Μαζεύτηκε κι άλλο και έτρεμε. Το ήξερα το σινάφι του και οι κινήσεις του μου έλεγαν την αλήθεια. Πως αλλιώς θα έφτανα στην θέση του υπερταξίαρχου τόσο γρήγορα; Είχα χάρισμα. Μόνο που αυτό το χάρισμα και η εργασιακή μου άνοδος μου στοίχισαν την οικογένειά μου.

«Έχεις μια ευκαιρία να μιλήσεις. Μία μόνο. Αλλιώς…». Κούνησα απειλητικά το μαχαίρι προς το μέρος του.

Η οσμή των ούρων χτύπησε στα ρουθούνια μου. Αν το πάθαινα εγώ αυτό δημόσια θα προτιμούσα να αυτοκτονήσω. Βέβαια εγώ είμαι άλλη πάστα ανθρώπου.

«Είσαι κάποιος από τους πελάτες μου;», με ρώτησε και εγώ έφερα το μαχαίρι πιο κοντά στον καρύτζαφλο.

«Ένα πράγμα θέλω να ακούσω από το στόμα σου», του είπα.

«Πως έκανες τόσο μεγάλη περιουσία, αλλά η πελατεία σου μειώνεται συνεχώς; Πως καταφέρνεις και κάνεις την μεγάλη ζωή που κάνεις;»

Γούρλωσα τα μάτια μου και η μάσκα του κλόουν φάνταζε ακόμα πιο τρομακτική.

«Κλέβω τις ασφαλιστικές», τσίριξε αμέσως εκείνος και άρχισε να κλαίει.

«Με διάφορους τρόπους. Μία μου κλέβουν το σπίτι, μία το γραφείο, την άλλη φορά έπιασε φωτιά η κουζίνα. Έχω έναν φίλο στην ασφαλιστική και με βοηθάει, σε παρακαλώ. Δεν φταίω εγώ. Αυτός με παρέσυρε. Μη με σκοτώσεις».

Απομάκρυνα τη μάσκα μου και του χαμογέλασα ειρωνικά. Έβγαλα από την τσέπη μου το μαγνητοφωνάκι και του το έδειξα.

«Και γιατί δεν μου τα είπες όλα στο γραφείο μου σκουλήκι; Έφαγα τους δρόμους για να βρω το κωλόσπιτό σου».

Από συνήθεια πήγα στην πιο κοντινή βιβλιοθήκη και άρχισα να πετάω μανιασμένα τα βιβλία. Εκείνος είχε μείνει εμβρόντητος και με κοίταζε σαν χαμένος. Τον είχα καταφέρει να τα ξεράσει όλα με το πιο απλό τρικ.

Αφού ξέσπασα του έριξα ένα άγριο βλέμμα και τηλεφώνησα στο 100 να έρθει να τον μαζέψει.

18:00

Μέχρι να ξεμπερδέψω μαζί του πήγε 18:15. Το ραντεβού μου με τον Λεβένταγα (Μηνάς;) ήταν στις 7. Πήρα το σαραβαλάκι μου και οδήγησα αργά μέχρι την Κηφισιά. Οι δρόμοι ήταν ασυνήθιστα μποτιλιαρισμένοι και προς στιγμήν φοβήθηκα μην αργήσω. Στα διπλανά αυτοκίνητα έβλεπα χαμόγελα. Παιδιά με τις οικογένειές τους. Φίλους, εραστές. Όλοι είχαν την ευτυχία τους και εγώ είχα τον Λεβένταγα (Αναστάσης;).

Έφτασα στις επτά παρά ένα λεπτό και τον βρήκα εκεί να με περιμένει. Ποτέ δεν είχαμε αργήσει στα ραντεβού μας. Ο επαγγελματισμός μας ήταν παροιμιώδης.

Είδε το αμάξι μου. Σταμάτησα και μπήκε μέσα. Η πόρτα του συνοδηγού έλειπε. Δεν την είχα ξαναφτιάξει. Την είχα χάσει τότε που με καταδίωκε ο Γιάνκος Δράκος με το ελικόπτερό του, για μια παράνομη υπόθεση της Τζάιαντ που είχα αναλάβει να διαλευκάνω. Εκείνη την ημέρα εγώ έχασα μια πόρτα, αλλά κατάφερα και τον παγίδευσα και τον έστειλα να σαπίσει στην φυλακή μαζί με όλα τα μεγαλοσκουλήκια που είχα συλλάβει στην καριέρα μου. Το βράδυ που γύρισα σπίτι μου βρήκα το σημείωμα της Μαριάννας που έλεγε ότι το είχε σκάσει με τον Βεργίτση. Δεν έφτιαξα ποτέ την πόρτα του αυτοκινήτου ως σύμβολο του κομματιού της καρδιάς μου που με είχε εγκαταλείψει βίαια. Και ας τον δάγκωνα τον χειμώνα από το κρύο.

Είχα δακρύσει και έπινα από το φλασκί μου μια μεγάλη γουλιά.

«Πρέπει να έχουμε καθαρό μυαλό», άκουσα την φωνή του Λεβένταγα (Μάλλον Νικήτας) από δίπλα μου και επανήλθα στην πραγματικότητα.

«Λοιπόν το σχέδιο είναι το γνωστό. Τις στολές τις είδες;», του είπα και του έδειξα το κάθισμα πίσω μου.

Έριξε μια ματιά πίσω του και μετά με κοίταξε.

«Λες να το χάψει;»

«Γιατί όχι;»

«Μα ντελιβεράδες σε αυτή την ηλικία;»

«Τα έχω τσεκάρει όλα. Η Πετράκη Λεχράκη θα είναι στον πάνω όροφο. Πρώτα θα νεκρώσουμε το σύστημα καμερών. Ο αρχηγός της ασφάλειάς της είναι αυτό το καθίκι ο Βεργίτσης. Θα έρθει να δει τι συμβαίνει και τότε θα του ρίξω το σπρέι για να λιποθυμήσει. Έπειτα θα του πάρουμε τον πομπό και θα πούμε σε όλους τους αστυνομικούς στην περίμετρο να πάνε στην πίσω μεριά του οικοπέδου γιατί παρατηρήθηκε μια ύποπτη κίνηση. Θα έχουμε πέντε λεπτά για να πηδήξουμε τον φράχτη. Ύστερα θα χτυπήσουμε το κουδούνι. Θα μας ανοίξει η Φιλιπινέζα υπηρέτριά της. Θα της ρίξουμε υπνωτικό σπρέι και θα κρυφτούμε μέσα σε μια ντουλάπα μέχρι να περάσει η μπόρα.

Το βράδυ θα βγούμε από την ντουλάπα και θα ψάξουμε όλο το σπίτι για να βρούμε τα έγγραφα που αποδεικνύουν τις απάτες της βουλευτίνας. Αυτή τη φορά θα την τσακώσουμε».

Ο Λεβένταγας δεν έδειξε να αγχώνεται. Ήταν η μεγάλη στιγμή για τις καριέρες μας και θα απολαμβάναμε όλη την επιχείρηση.

Στο δρόμο για την Εκάλη μας προσπέρασαν πολλά περιπολικά, ασθενοφόρα, αυτοκίνητα της πυροσβεστικής αλλά και της ασφάλειας που έτρεχαν σαν τρελά προς την Αθήνα. Ένας πανζουρλισμός. Αλλά δεν δώσαμε και μεγάλη σημασία, καθώς είχαμε αφιερωθεί στο πλάνο μας.

Φτάσαμε κοντά στην έπαυλη της βουλευτίνας και παρκάραμε το αμάξι.

Βγήκαμε και φορέσαμε τις στολές του ντελιβερά και πήραμε από δύο άδεια κουτιά πίτσας στα χέρια μας.

Η πύλη έχασκε ανοιχτή για πρώτη φορά και δεν φαινόταν να βρίσκεται κάποιος φρουρός εκεί. Είπα στον Λεβένταγα να περιμένουμε πέντε λεπτά, καθώς όλο αυτό ήταν ασυνήθιστο. Πράγματι κανείς δεν φάνηκε στα επόμενα πέντε λεπτά. Κάτι είχε συμβεί. Προχωρήσαμε διστακτικά μέχρι την πύλη. Τίποτα. Ερημιά.

Στο βάθος η έπαυλη έστεκε σκοτεινή, εκτός από το παράθυρο που ήταν το δωμάτιο της βουλευτίνας, από το οποίο φέγγιζε ένα αχνό φως.

Προχωρήσαμε, αργά στην αρχή πιο γρήγορα μετά κοιτώντας τριγύρω.

Φτάσαμε στην πόρτα και έβαλα για λίγες στιγμές το αυτί μου πάνω της για να αφουγκραστώ. Τίποτα. Η ώρα ήταν 19:15 και θα έπρεπε να υπήρχε αναβρασμός κινήσεων.

Πολύ φασαρία από τον κεντρικό δρόμο, αρκετά μακριά. Σειρήνες που ξεμάκραιναν και χάνονταν για να έρθουν άλλες να τις αντικαταστήσουν. Παραβίασα την πόρτα και μπήκαμε μέσα. Μια παράξενη ακαταστασία επικρατούσε στον χώρο, λες και όλοι παράτησαν ξαφνικά ότι έκαναν και το έβαλαν στα πόδια. Το εσωτερικό έδινε την εικόνα μιας πρόσφατης εγκατάλειψης. Έκλεισα την πόρτα και προχωρήσαμε μέχρι την στριφογυριστή σκάλα. Από πάνω ακούγονταν απαλή κλασσική μουσική και μια φωνή που ψιθύριζε τις μελωδίες.

Αναγνώρισα τη φωνή της Πετράκη Λεχράκη και ανέβηκα τη σκάλα, κάνοντας νόημα στον Λεβένταγα να μην με ακολουθήσει, για να φυλάξει τσίλιες στο κάτω πάτωμα. Προχώρησα στον διάδρομο όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Έφτασα έξω από το δωμάτιό της και κοίταξα από την κλειδαρότρυπα.

Η βελόνα του πικ απ γρατσούναγε τον δίσκο, δημιουργώντας που και που παραφωνίες. Ήταν γυμνή πάνω στο κρεβάτι και κρατούσε ένα ποτήρι ουίσκι στο ένα χέρι και ένα κουτί χάπια στο άλλο. Ήξερα ότι τα έβγαζε πέρα δύσκολα ψυχολογικά, παρά τα πλούτη και τη δόξα της. Την είχα γνωρίσει την πρώτη φορά που βγήκε βουλευτίνα πριν από 26 χρόνια. Ένα χρόνο πριν εκλεγεί, ήταν ένα απλό φτωχό κορίτσι από την επαρχία που είχε τελειώσει πρώτη τη νομική και εργαζόταν ως μαθητευόμενη δικηγόρος σε ένα δικηγορικό γραφείο. Όταν ανέλαβε την πρώτη της δίκη κέρδισε τα πλήθη με τη ρητορική της και το γραφείο την προσέλαβε μόνιμα. Μετά από αρκετές και δύσκολες δίκες την προσέγγισε ένα κόμμα. Μετά ένα άλλο. Και τελικά πείστηκε και πήρε τον δρόμο της βουλής. Τα πρώτα χρόνια ήταν ευσυνείδητη βουλευτίνα αλλά η διαφθορά και το χρήμα την κέρδισαν.

Τα τελευταία χρόνια έμπλεκε σε χοντρές απάτες. Ξέχασε ποια ήταν, ξέχασε την ταπεινή καταγωγή της. Ξέχασε τους όρκους της. Τα καθήκοντά της. Ήθελε μόνο να παίρνει. Να αρπάζει.

Την γνώρισα από την πρώτη μέρα που έγινε βουλευτίνα καθώς ήμουν τότε ο αρχηγός της σωματοφυλακής της. Με τα χρόνια με είχε αγαπήσει και τελικά γίναμε παράνομο ζευγάρι. Όταν με βαρέθηκε, με χώρισε και προσπάθησε να μου καταστρέψει την καριέρα και τον γάμο. Ήταν τότε στις αρχές της αλλαγής της. Και από τότε την κυνηγάω. Αν δεν υπήρχε αυτή η γυναίκα θα είχα αυτοκτονήσει.

Το σώμα της είναι πολύ αλλαγμένο, σκέφτηκα. Είχα να την δω χρόνια γυμνή. Τότε ήταν μια νεαρή κοπέλα. Τώρα μια μεσήλικη δαμάλα που έχει καταστρέψει το σώμα της από τις καταχρήσεις. Κατά βάθος την αγαπώ ακόμα. Εκείνη την παλιά Τίνα (από το Σουλτάνα) όχι αυτό που έχει καταντήσει. Ένα κομμάτι του εαυτού μου θα ήθελε να ήταν όλα όπως παλιά.

Έβγαλα το φλασκί και ήπια την τελευταία γουλιά. Η Τίνα δεν έδειχνε να είναι σε θέση να μας καταλάβει. Και αφού τα προσωπικό έλειπε, είχαμε όλο το βράδυ μπροστά μας για να ερευνήσουμε τον χώρο.

Ημερα 0, 10:00 π.μ.

Κοιμηθήκαμε σαν τα τσουβάλια στο πάτωμα του υπογείου. Στην αρχή φύλαγα σκοπός, αλλά δεν εμφανίστηκε ούτε ένας άνθρωπος και έτσι αποκοιμήθηκα και εγώ. Το σχέδιό μας ήταν να ψάξουμε το δωμάτιό της το πρωί που θα έφευγε για τη Βουλή. Εκεί θα έκρυβε όλα τα μυστικά της, αυτό έλεγε η λογική και η μακροχρόνια πείρα μου.

Ακούγαμε τα βήματά της πάνω στην κουζίνα. Μετά πήγε πάλι πάνω και ύστερα από δέκα λεπτά ακούσαμε την πόρτα της εξόδου να κλειδώνει.

Ανεβήκαμε στο ισόγειο και μετά τη σκάλα για τον πάνω όροφο.

10:30

Μετά από χρόνια την είχα επιτέλους στο χέρι. Βρήκαμε στην μυστική ντουλάπα όλα τα έγγραφα από όλες τις παράνομες επιχειρήσεις της. Αισθανόμουν υπερήφανος από την μία, αλλά ένιωθα και ένα άλλο συναίσθημα που μεγάλωνε με γρήγορους ρυθμούς μέσα μου. Ο σκοπός της ζωής μου κόντευε να επιτευχθεί. Μόλις τέλειωνα με την Τίνα δεν θα είχε νόημα να συνεχίσω να ζω.

Ο Λεβένταγας γελούσε και πανηγύριζε, εγώ όμως πέθαινα μέσα μου. Το τέλος μου ήταν κοντά.

11:30

Παρατηρήσαμε τον χώρο γύρω από την έπαυλη και παραδόξως δεν υπήρχε κανείς τριγύρω για να μας εμποδίσει. Βγήκα έξω και έφερα το αυτοκίνητο μέχρι την είσοδο του σπιτιού. Η απόλυτη απουσία ήχων ήταν τρομακτική, αλλά από την άλλη ήμασταν στα βόρεια προάστια. Αυτός ήταν ο λόγος που οι πλούσιοι άνθρωποι έχτιζαν εκεί. Για να απομονωθούν από τον λαουτζίκο.

Γεμίσαμε το αυτοκίνητο με όλα τα έγγραφα και ξεκινήσαμε για τη γενική αστυνομική διεύθυνση Αθηνών (ΜΓΔ).

Βγήκαμε στο δρομάκι που έφτανε μέχρι τον κεντρικό δρόμο.

Απόλυτη απουσία ήχων, μόνο κανένα πουλάκι που και που, που τραγουδούσε κάποιο σκοπό και η μηχανή του αυτοκινήτου μου.

Όταν βγήκαμε στον κεντρικό δρόμο όλα άλλαξαν. Ένα σκηνικό χάους και καταστροφής. Τουμπαρισμένα αυτοκίνητα που φλέγονταν και μέσα σε αυτά απομεινάρια ανθρώπων που δεν πρόλαβαν να βγουν έξω από αυτά. Ένα χαοτικό σκηνικό που όμοιο του δεν είχα ξαναδεί. Είχα πατήσει φρένο και προσπαθούσα να εντοπίσω έστω και μία κίνηση. Τίποτα. Ένας γκροτέσκος πίνακας ζωγραφικής, δημιουργία ενός διεστραμμένο νου. Η απόλυτη φρίκη.

«Τι συμβαίνει Στάθη;» με ρώτησε θορυβημένος ο Λεβένταγας.

Δεν του απάντησα. Δεν ήξερα τι να του πω. Ήταν η στιγμή που έπρεπε να τον προσφωνήσω με το μικρό του και έτσι το έπαιξα και λίγο μαλάκας.

Ενστικτωδώς έκανα αναστροφή και ξαναπήρα το δρόμο για το σπίτι της Τίνας. Από την ασφάλεια του σπιτιού της θα μαθαίναμε από την τηλεόραση τι πραγματικά συνέβαινε.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά