Penthouse of Horror – Επεισόδιο 9

Πριν την ημέρα 0

07:34 π.μ.

Παρακαλώ πολύ

Το ξυπνητήρι κουδούνιζε ασταμάτητα και η Λίλη ανασηκώθηκε ζαλισμένη για να το κλείσει. Ο σωρός από τα σεντόνια δίπλα της ανακινήθηκε και ένας άντρας ξεπετάχτηκε από μέσα και την αγκάλιασε με κλειστά τα μάτια. Εκείνη κοιτούσε το τριχωτό χέρι με απέχθεια, αναμεμειγμένη με απορία και σύγχυση.

«Καλημέρα μωρό μου», της είπε εκείνος και άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια του. Έκανε να σηκωθεί και να την φιλήσει, αλλά εκείνη τον απέφυγε. Φόρεσε τα πατομπούκαλα της και τον κοίταξε καλύτερα.

«Ποιος… ποιος είσαι εσύ;»

«Ήρθα να σου φτιάξω τον θερμοσίφωνα. Χθες το βράδυ. Δεν θυμάσαι;». Ακούμπησε την πλάτη του στο κεφάλι του κρεβατιού και έπαιξε με το μουστακάκι του.

«Άντε… θα μου φτιάξεις καφέ;»

«Ααα, παρακαλώ πολύ», είπε εκείνη δασκαλίστικα.

«Τι παρακαλάς ρε κούκλα μου; Θα μου φτιάξεις έναν καφέ; Πώς αλλιώς θα με κρατήσεις;»

Εκείνη συνέχιζε να έχει ένα αποχαυνωμένο ύφος, καθώς έπαιρνε όλο και περισσότερες πληροφορίες και τις ζύγιζε. Δεν μπορούσε να θυμηθεί το πώς είχε φτάσει στο κρεβάτι με έναν άνθρωπο σαν και εκείνον. Δεν ήταν του επιπέδου της. Εκείνη ήταν γιατρός και εκείνος ένας απλός υδραυλικός.

«Καλά θα τον φτιάξω μόνος μου. Αλλά να ξέρεις. Τον Σάκη τον παρακαλάνε πολλές».

Σηκώθηκε από το κρεβάτι και η Λίλη παρατήρησε για πρώτη φορά τις γούνινες πιτζάμες του.

Πριν περάσει το κατώφλι του δωματίου γύρισε προς το μέρος της.

«Μετά θα κάνω και ένα μπανάκι για να δοκιμάσω και τον θερμοσίφωνα που σου έφτιαξα».

Η Λίλη παρατήρησε καλύτερα τις γούνινες πιτζάμες. Τελικά δεν ήταν πιτζάμες, αλλά οι τρίχες του. Της ήρθε η πρώτη αναγούλα.

08:30

Έπινε τον καφέ της στο μοντέρνο καθιστικό της. Από το μπάνιο ακούγονταν οι φάλτσες μελωδίες του Σάκη. Το ρεπερτόριο του λαϊκό, όπως εκείνος. Κάθε Τρίτη και Πέμπτη κλήρωνε. Αχ τι της είχε κληρώσει το προηγούμενο βράδυ; Γιατί το είχε αφήσει να συμβεί αυτό; Οι υπαίτιοι ήταν ακόμα αραδιασμένοι μπροστά της. Τα άδεια μπουκάλια κρασιού στέκονταν στο τραπέζι και την κοιτούσαν λες και την κατέκριναν.

Το κουδούνι χτύπησε και εκείνη πετάχτηκε από τον καναπέ. Δεν προλάβαινε να συμμαζέψει. Ποιος να ήταν άραγε; Τι θα έλεγε για την κατάσταση του σπιτιού; Πήγε μέχρι το δωμάτιο και κάλυψε την γύμνια της με μια μεγάλη πετσέτα μπάνιου. Το κουδούνι ξαναχτύπησε, πιο επίμονα αυτή τη φορά.

«Λίλη; Λίλη; Με ακούς; Άνοιξε μου».

«Ωχ ο μπαμπάς», είπε εκείνη και έτρεξε προς την πόρτα.

Την μισάνοιξε.

«Καλημέρα πατέρα», είπε και στάθηκε πίσω από την πόρτα, βάζοντας το χέρι της μπροστά στο μικρό άνοιγμα για να εμποδίσει την είσοδό του.

«Καλημέρα Λίλη», είπε εκείνος δείχνοντας ανακουφισμένος που την έβλεπε.

«Πέρασα από το ιατρείο σου και ανησύχησα που δεν ήσουν εκεί».

«Παρακοιμήθηκα πατέρα. Ξέρεις…. Είχα μάστορα χθες το βράδυ για τον θερμοσίφωνα».

«Δεν θα μου πεις να περάσω;», είπε ο Τρύφωνας και έκανε να παραμερίσει την πόρτα.

«Εεεε. Πέρνα». Έκανε στην άκρη η Λίλη και άνοιξε την πόρτα.

Εκείνος μπήκε μέσα, κοίταξε τον χώρο και μετά γύρισε προς την κόρη του.

«Πάρτι είχες χθες; Τι είναι όλα αυτά τα μπουκάλια; Και γιατί είσαι με την πετσέτα;»

«Ότι έμπαινα στο μπάνιο πατέρα», είπε εκείνη και χαμήλωσε ντροπιασμένη το βλέμμα της.

Ο Τρύφωνας αντιλήφθηκε τον ήχο του νερού.

«Και γιατί άφησες το νερό να τρέχει;»

Και τότε ο Σάκης ξανάρχισε το τραγούδι.

«Ποιος είναι εκεί μέσα;», της είπε με συνωμοτικό ύφος, φανερά χαρούμενος.

«Έχεις γκόμενο;»

«Πατέρα, παρακαλώ πολύ», απάντησε θιγμένο το σπασικλάκι. «Τι κουβέντες είναι αυτές;»

Η Λίλη ήταν έτσι μια ζωή. Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της ήταν ένα σπασικλάκι. Άριστη σε όλα, ποτέ δεν προκαλούσε συμφορές, η καλύτερη μαθήτρια, η καλύτερη φοιτήτρια και τώρα μια πολλά υποσχόμενη γιατρός. Από εμπειρίες ζωής όμως τίποτα. Οποιοδήποτε μηχάνημα (καφετιέρα, τοστιέρα, πλυντήριο), ίσως να είχε πιο πολλά ενδιαφέροντα πράγματα να πει από την Λίλη.

Ο πατέρας έκατσε στον καναπέ και ήπιε μια γουλιά από τον καφέ της κόρης της.

«Θα μείνω εδώ για να τον γνωρίσω» της ανακοίνωσε χαμογελαστός.

Η Λίλη τον κοίταξε μέσα από τα μεγάλα μυωπικά γυαλιά της. Άλλη μια αναγούλα της ήρθε και έτρεξε μέχρι τον νεροχύτη για να ξεράσει. Ο πατέρας της δεν έδειχνε να ανησυχεί, αφού την ήξερε ότι ήταν σιχασιάρα. Ο Σάκης είχε τελειώσει από το μπάνιο και τύλιξε μια πετσέτα γύρω από τη μέση του, αφήνοντας εκτεθειμένο το δασύτριχο στέρνο του.

«Άντε έτοιμος αυτός ο καφές;» φώναξε και προχώρησε μέχρι το καθιστικό, όπου και αντίκρισε τον Τρύφωνα.

Ο Τρύφωνας τον είδε και σηκώθηκε χαμογελαστός για να του συστηθεί.

«Καλημέρα. Είμαι ο Τρύφων», είπε και έτεινε το χέρι του στον αρκουδιάρη απέναντί του.

«Γιατί έχετε φονεύσει τρεις;», αστειεύτηκε ο Σάκης που το χιούμορ του ήταν τόσο κακό όσο και οι τρόποι του. Έκανε να του δώσει το χέρι του, αλλά λίγο πριν το πιάσει το τράβηξε απότομα και το έφερε στα μαλλιά του για να τα χτενίσει. Προσπέρασε τον εμβρόντητο Τρύφωνα γελώντας και κάθισε στη θέση του στον καναπέ. Πήρε τον καφέ και ήπιε και αυτός μια γερή γουλιά.

Ο Τρύφωνας πήγε και κάθισε δίπλα του, παραβλέποντας την κακή αρχή που είχαν κάνει.

«Λίλη καλή μου», φώναξε προς την κουζίνα.

«Φτιάξε έναν καφέ στον κύριο Σάκη, γιατί πίνει από τον δικό σου»

«Και τι φοβάσαι; Μη μάθω τα μυστικά της; Αυτά τα έμαθα όλα χθες βράδυ, ιφ γιου νόου γουάτ άι μιν», του είπε ο Σάκης και του έκλεισε πονηρά το μάτι.

Ο Τρύφων σηκώθηκε θυμωμένος.

«Παρακαλώ πολύ. Προσωπικά ζητήματα συζήτηση κομμένη».

«Α, από εσάς το πήρε αυτό», του είπε ο Σάκης ατάραχος και έπιασε το τηλεκοντρόλ να ανοίξει την τηλεόραση.

09:30

Ο Σάκης έβλεπε τηλεόραση και δεν έδινε σημασία τριγύρω του. Ο Τρύφων είχε φύγει σε έξαλλη κατάσταση από ώρα. Η Λίλη τον κρυφοκοιτούσε από την κουζίνα και δεν ήξερε τι να κάνει. Είχε κάνει εμετό άλλες δυο φορές και όντας γιατρός ήξερε ότι αυτό ήταν ανησυχητικό.

«Μη νομίζεις ότι δεν έχω καταλάβει ότι με παρακολουθείς τόση ώρα», την ξάφνιασε ο Σάκης κοιτώντας ακόμα το πρόγραμμά του.

«Έχω πιάσει από ώρα τη μυρωδιά σου. Μυρίζεις ανησυχία. Τι συμβαίνει κούκλα μου;»

Η Λίλη εμφανίστηκε μπροστά του.

«Παρακαλώ πολύ. Δεν είμαι η κούκλα σου», του είπε τσαντισμένη.

«Άντε πάλι. Παρακαλώ πολύ και παρακαλώ πολύ. Μα καλά, μια γλυκιά κουβέντα δεν μπορείς να μου πεις; Δεν την αξίζω για την ηδονή που σου προσέφερα απλόχερα χθες το βράδυ;» Δεν πρόλαβε να πει παρακαλώ πολύ και ο Σάκης της χούφτωσε τον πισινό. Και τότε ακούστηκε ένα κουδούνισμα μέσα από το δωμάτιο. Ο Σάκης σηκώθηκε απότομα και πήγε προς τα εκεί.

«Το τηλέφωνό μου είναι», της είπε. «Μήπως το είδες;»

«Μα καλά συνέδεσες και τηλέφωνο εκτός από τον θερμοσίφωνα;»

«Το κινητό μου μωρό μου. Α να το». Ξεδίπλωσε την κεραία και πάτησε το κουμπί.

«Παρακαλώ; Α έλα ρε Θανάση. Ναι εδώ απέναντι είμαι. Έφτιαχνα τον θερμοσίφωνα της καινούριας μας γειτόνισσας. Τι; Πήρε η Ολυμπία; Πες της ότι κοιμήθηκα στο μαγαζί. Ναι πες της ότι τώρα είμαι έξω σε δουλειά».

Ένα κύμα ζήλιας ξύπνησε μέσα στην Λίλη. Ώστε ήταν και παντρεμένος; Και τότε της ήρθε και άλλη αναγούλα και έτρεξε μέχρι το μπάνιο. Ο Σάκης έτριψε τα χέρια του από ικανοποίηση.

«Επιτέλους. Η προφητεία θα εκπληρωθεί», είπε ευδιάθετα.

13:00

Είχε ξαπλώσει στον καναπέ και έβλεπε το ένα πρόγραμμα μετά το άλλο. Η Λίλη καθόταν σε μια πολυθρόνα δίπλα του αμίλητη, προσπαθώντας να ξεκινήσει συζήτηση. Μα δεν τα έκανε ποτέ αυτά. Και τώρα που είχε συμβεί ότι είχε συμβεί, έπρεπε να γνωρίσει τον άντρα απέναντί της, να μάθει για τη ζωή του.

Το πρώτο πράγμα που διέκρινε ήταν η ταπεινή του καταγωγή και η λαϊκή του προέλευση. Η γλώσσα του σώματος μιλούσε από μόνη της. Το μεθοδικό ξύσιμο της μύτης και του αυτιού με το υπερμεγέθες νυχάκι του μικρού δαχτύλου, η εξέταση των ευρημάτων και η γευστική δοκιμή τους, έλεγαν πολλά. Η απεριποίητη τρίχα στο στέρνο έλεγε άλλα τόσα. Και τελευταία η ειδεχθής συμπεριφορά απέναντι στην ίδια και στον πατέρα της. Αυτή και αν τα έλεγε όλα.

«Και που είναι το γραφείο σας;» τον ρώτησε τελικά με κατεβασμένο το βλέμμα.

«Εδώ απέναντι μανίτσα μου. Μα δεν θυμάσαι; Χθες εκεί δεν ήρθες να με βρεις για να σου φτιάξω τον θερμοσίφωνα;»

«Α, ναι», είπε εκείνη και αισθάνθηκε ηλίθια που έκανε την ερώτηση.

Ο Σάκης μασουλούσε από ένα πιάτο, γεμάτο με ότι είχε βρει στο ψυγείο. Μπρικ, καμαμπέρ, σολωμό.

«Μα καλά πως τα τρώτε εσείς οι κυριλέδες αυτά τα μπρίκια;»

«Μπρικ», τον διόρθωσε αμέσως η Λίλη, με δασκαλίστικο ύφος και αυτοπεποίθηση.

«Είναι ξένη λέξη και δεν κλίνεται. Το μπρικ, τα μπρικ».

Εκείνος τα πήρε με το υφάκι της, πήρε το μπρικ και το πέταξε στον τοίχο με δύναμη, λες και ήταν οι Πινκ Φλόιντ. Εκείνη ένιωσε πάλι να αναγουλιάζει και έτρεξε στο μπάνιο.

18:30

Τον είχε πάρει ένας βαθύς ύπνος στον καναπέ. Στην αγκαλιά του κοιμόταν η Λίλη. Ήταν και οι δυο τους γυμνοί, αφού το είχαν κάνει άλλες τέσσερις φορές. Η έντονη εισαγωγική μουσική του έκτακτου δελτίου ειδήσεων, τους έκανε και τους δύο να πεταχτούν.

«Διακόπτουμε το πρόγραμμά μας για να σας μεταδώσουμε τις τελευταίες εξελίξεις. Βάνδαλοι καταστρέφουν τα πάντα και επιτίθενται σε ανθρώπους στο κέντρο της Αθήνας. Οι καταστροφές είναι ανυπολόγιστης αξίας και ο αριθμός των νεκρών ολοένα και αυξάνεται. Κλειστείτε στα σπίτια σας και μην βγαίνετε στους δρόμους ότι και αν συμβεί. Η αστυνομία και ο στρατός περιπολούν τους δρόμους και προσπαθούν να επαναφέρουν την ταξη».

«Τι συμβαίνει», ρώτησε τρομοκρατημένη η αναμαλλιασμένη Λίλη.

«Θα σου τα εξηγήσω όλα. Πρέπει να φύγουμε αμέσως», της είπε ο Σάκης που είχε ήδη αρχίσει να ντύνεται.

20:00

Οδηγούσε με σβηστά τα φώτα, για να μη δώσει στόχο σε αυτούς. Όχι ότι κινδύνευαν άμεσα, καθώς αναγνώριζαν την μυρωδιά του και τον φοβόνταν. Αλλά καλύτερα να φυλάς τα ρούχα σου για να έχεις τα μισά που λέει και η λαϊκή παροιμία.

Είχαν πάρει μαζί τους και τον Θανασάκη, τον Τρύφωνα και τη δεσποινίδα Πηνελόπη, τη γραμματέα της Λίλης. Οι συγγενείς του δεν κινδύνευαν για την ώρα, αφού το φεγγάρι γέμιζε.

Η Λίλη δίπλα του κοιλοπονούσε. Ο σπόρος που της είχε φυτέψει θα έκανε σχεδόν δύο μήνες να βλαστήσει. Τα κουτάβια που θα γεννούσε θα ήταν οι λυτρωτές της φυλής του, θα ήταν αυτοί που θα έφερναν τη Νέα εποχή για το γένος του, σύμφωνα με την προφητεία του γεννήτορά τους, του Μόγλη.

Οι προφητείες του είδους του πάντα έβγαιναν με τον έναν ή τον άλλον τρόπο. Η ικανότητα του είδους του να προβλέπει καταστάσεις, τον είχαν κάνει να ετοιμάσει από το προηγούμενο μεσημέρι όλα όσα ακολούθησαν. Βρήκε αμέσως την ιδανική γυναίκα που θα έφερνε στον κόσμο τα παιδιά του. Το μόνο που χρειαζόταν ήταν υπομονή μέχρι τη γέννησή τους.

21:00

Προσπέρασαν τον δρόμο για Βαρυμπόμπη και συνέχισαν ίσα πάνω για να βρεθούν στο εγκαταλελειμμένο από χρόνια Τατόι.

Εκεί θα έβρισκαν καταφύγιο. Ακόμα και να δεχόντουσαν μια μαζική επίθεση από τους Μουχλιασμένους, θα μπορούσαν άνετα να προστατευτούν. Οι Μουχλιασμένοι ήταν μια ράτσα δειλή, που επιτίθονταν μόνο σε ανοιχτούς χώρους και κατά ομάδες. Δεν είχαν την ικανότητα να σκεφτούν από μόνοι τους ( όπως οι ψηφοφόροι) και έπρατταν άτακτα.Λίγο πριν το άνοιγμα του μεγάλου πλάτανου αισθάνθηκε μια υπερδιέγερση και μια ανησυχία φούντωσε μέσα του.

Πάτησε απότομα φρένο και σταμάτησε. Οσφράνθηκε τριγύρω και αναγνώρισε την μυρωδιά. Ώστε είχε προλάβει να επεκταθεί τόσο γρήγορα αυτή η επιδημία. Πάτησε αμέσως το γκάζι και έφυγε σφαίρα μπροστά. Αρκετοί Μουχλιασμένοι του έκλειναν το δρόμο αλλά το φορτηγάκι του δεν μάσαγε. Ήταν ειδικά φτιαγμένο για αυτές τις περιπτώσεις. Πάτησε ένα κουμπί στο καντράν και πετάχτηκε από το καπό ένα μακρύ σφυρήλατο σίδερο, που θύμιζε πολιορκητικό κριό.

Πέρασε ανάμεσα από τους μουχλιασμένους με ευκολία. Η Λίλη δεν μπορούσε να συλλάβει ακόμα όσα της είχε εξηγήσει και έδειχνε να είναι εκτός πραγματικότητας, χαμένη στις σκέψεις της. Η δεσποινίς Πηνελόπη έκλαιγε ασταμάτητα και ο Θανασάκης προσπαθούσε να εκμεταλλευτεί την αδυναμία της μπας και έψηνε κατάσταση. Ο Σάκης συνέχισε αγέρωχος την ανηφορική του πορεία μέχρι που έφτασε στο τέλος του δρόμου.

«Γρήγορα. Βιαστείτε. Από εδώ έχουμε άλλο ένα χιλιόμετρο περπάτημα και πρέπει να βιαστούμε. Η επιδημία προχωράει πιο γρήγορα από ότι νόμιζα και μέχρι να φτάσουμε στο καταφύγιό μας διατρέχουμε σοβαρό κίνδυνο»

Φορτώθηκε τα μπαγκάζια τους από την καρότσα και τους έδειξε προς τα πού να προχωρήσουν.

«Εγώ θα μείνω πίσω να προσέχω τα νώτα σας. Θανασάκη ξέρεις τι να κάνεις. Θα τα πούμε σε λίγες ώρες στο καταφύγιο. Πρέπει να ασφαλίσω πρώτα την περιοχή».

«Μάλιστα αφεντικό», είπε εκείνος και πήρε βιαστικά το μονοπάτι με τις γυναίκες και τον Τρύφωνα να τον ακολουθούν κατά πόδας.

Ο Σάκης κοίταξε τη σελήνη. Σε λίγες στιγμές θα γινόταν η μεταμόρφωση και θα είχε οξυμένες όλες του τις αισθήσεις. Έπρεπε να μαρκάρει τα όρια της περιοχής τους για να μην πλησιάσουν τα τέρατα μέχρι την επόμενη σελήνη.

Ημέρα 0

08:00

Ξύπνησε από τον ήλιο που μεσουρανούσε στο γαλάζιο στερέωμα. Ήταν γυμνός με μόνη κάλυψη το πλούσιο τρίχωμά του. Είχε ξαναπάρει την ανθρώπινη μορφή του και ένιωθε φρικτούς πόνους σε όλο του το σώμα, από την επαναφορά των οστών και των μυών, που θα κρατούσαν σίγουρα δυο με τρεις μέρες.

Είχε καταφέρει να μαρκάρει όλη την περιοχή γύρω από τη σπηλιά, σε ακτίνα ενός χιλιομέτρου. Ένας ολόκληρος μήνας και μετά θα το ξαναέκανε. Και μετά άλλος ένας μήνας και θα γεννιόταν τα κουτάβια του. Μέσα σε έξι μήνες θα άλλαζε ο κόσμος προς όφελος του είδους του. Το μόνο που είχε να κάνει ήταν υπομονή και σωστή αξιοποίηση των πόρων. Πήρε κουρασμένος το δρόμο για τη σπηλιά.

Οι αισθήσεις του είχαν αμβλυνθεί και δεν κατάλαβε αμέσως. Η ηρεμία τον ξένισε. Θα έπρεπε να τον είχαν ήδη υποδεχτεί οι υπόλοιποι.

Προχώρησε μέχρι την είσοδο της σπηλιάς. Το ρημαγμένο κουφάρι του Θανασάκη έστεκε κρεμασμένο από ένα σχοινί στο κέντρο της σπηλιάς, με τα σωθικά του να λείπουν. Τα μάτια είχαν αφαιρεθεί βίαια από τη θέση τους και η γλώσσα είχε ξεριζωθεί. Ο Σάκης ξέχασε την κούρασή του και πλησίασε το πτώμα. Μύρισε αλλά δεν αναγνώρισε την μυρωδιά. Το μόνο σίγουρο ήταν πως δεν ήταν δουλειά των Μουχλιασμένων.

Κάποιος είχε σκοτώσει τον Θανασάκη και είχε απαγάγει τις γυναίκες και τον Τρύφωνα. Κάποιος με μια πρωτόγνωρη γλυκερή μυρωδιά. Κάποιος που ήταν σίγουρα εχθρός των λυκανθρώπων και δεν ήθελε να εκπληρωθεί η προφητεία.

«Αυτή είναι», σκέφτηκε και έδωσε μια δυνατή μπουνιά στο άψυχο κορμί του Θανασάκη.

Έπρεπε να πάρει πίσω τη Λίλη

Πριν την ημέρα 0

19:00

Η Όλγα, η Ειρήνη, η Μαρία και η Μπεμπέκα κάθονταν στον καναπέ και παρακολουθούσαν τις σκληρές εικόνες που μεταδίδονταν από την τηλεόραση. Άνθρωποι επιτίθονταν σε ανθρώπους και κατασπάραζαν τις σάρκες τους, χωρίς οίκτο ή δεύτερη σκέψη. Απλά το έκαναν.

«Και τώρα τι κάνουμε;», μίλησε τελικά η Ειρήνη που δεν μπορούσε να πάρει το βλέμμα της από τις φρικιαστικές εικόνες που μετέδιδε η τηλεόραση.

«Πρέπει να εξαφανιστούμε. Όπως τότε, για να επιβιώσουμε».

«Μα πρέπει να βοηθήσουμε», είπε η Όλγα θορυβημένη.

«Και τότε προσπαθήσαμε να βοηθήσουμε αλλά…. Δεν θυμάσαι τι μας έκαναν τότε;», της απάντησε κατηγορηματικά η Μαρία.

Τα τέρατα καταβρόχθιζαν τον κάμεραμαν και η κάμερα έπεσε από τα χέρια του. Από εκείνη τη θέση που είχε πέσει, τα πλάνα έμοιαζαν ακόμα πιο ζοφερά. Η Μπεμπέκα δεν άντεξε και έκλεισε την τηλεόραση. Ήταν η γηραιότερη του τάγματος τους και έπρεπε να πάρει γρήγορες αποφάσεις για τη σωτηρία τους. Πήγε μέχρι το παράθυρο και κοίταξε έξω. Ένα απέραντο σκοτάδι είχε τυλίξει τα Τουρκοβούνια. Το σπίτι ήταν σε πλαγιά και μπορούσαν να δουν τη φλεγόμενη Αθήνα να παραδίνεται στα άπληστα χέρια των τεράτων. Για την ώρα δεν κινδύνευαν, αλλά έπρεπε να απομονωθούν σύντομα.

«Θα πάμε στις Κατακόμβες», τους ανακοίνωσε κοιτώντας ακόμα έξω.

«Μα οι Κατακόμβες δεν υπάρχουν πια. Από τότε που άρχισαν οι εργασίες του Μετρό καταστράφηκαν», απάντησε αμέσως η Όλγα.

Τα λόγια της έμειναν να αιωρούνται από πάνω τους σαν φαντάσματα για αρκετές στιγμές.

«Τότε ετοιμαστείτε για πόλεμο», ανακοίνωσε ύστερα από λίγο η Μπεμπέκα.

Ημέρα 0

12:00

Η ομάδα του Άλκη έφτασε έξω από το φαρμακείο του Χρήστου.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά