The Halfbloods – Κεφάλαιο 7

by Λίνα Κλεφτάκη

ΜΠΕΖΑΛ

Το φεγγάρι που ανατέλλει στον σκοτεινό ουρανό είναι κόκκινο, σαν να το έβαψαν με αίμα και κάθε τόσο θαμπώνει από το αρρωστημένο νέφος της φωτιάς που σηκώνεται από το χωριό. Τα σπαθιά σταυρώνονται μεταξύ τους πλημμυρίζοντας τον αέρα με τον μεταλλικό τους ήχο, καθώς ουρλιαχτά και φωνές αγωνίας προσθέτουν ποικιλία στην μελωδία της μάχης. Οι ντόπιοι προσπαθούν μάταια να προστατέψουν τα γυναικόπαιδα κραδαίνοντας ρόπαλα, σπαθιά και μεγάλες πιρούνες για το άχυρο ενάντια στις μαγικές δυνάμεις των υποστηρικτών μου. Πέφτουν σαν λεπτά κλαδιά μπροστά σε έναν ισχυρό άνεμο, ανίκανοι να αντιδράσουν σε αυτήν την άνιση μάχη. Όμως απόψε δεν αναζητάμε την τιμή, παρά μόνο τις ψυχές για την θυσία προς τον Νούμπιαλ και τα παιδιά είναι αυτά που διαθέτουν την αγνότερη ψυχή.

Ο θάνατός τους είναι ένα δώρο προς τον θεό μου και είμαι σίγουρος πως οι ψυχές τους θα τον προσκαλέσουν σε αυτόν τον νέο κόσμο. Ίσως ο Άστεροθ να είχε έναν απώτερο σκοπό, όταν τους δημιούργησε. Για να διασκεδάσει, για να τους χρησιμοποιήσει σαν εναλλακτικό σχέδιο, αν ο Λοντόριον κάποια μέρα χανόταν. Κανείς μας δεν γνωρίζει τις αληθινές προθέσεις του, παρόλα αυτά η ένωσή μας μαζί τους έχει αποδειχτεί προς όφελος των θεών. Οι θνητοί μας υπηρετούν και πιστεύουν στην ύπαρξή μας προσφέροντας νόημα στην αθάνατη ζωή μας. Η δύναμη που κερδίζουμε δεν είναι τόσο ισχυρή, όσο στο Λοντόριον, αλλά γι’ αυτό έχουμε τα παιδιά μας. Αν πεθάνουν, πάντοτε μπορούμε να τα αντικαταστήσουμε με κάποια άλλα. Τούτος ο κόσμος και τα πλάσματά του μας ανήκουν.

Με την άφιξή μας υιοθετήσαμε ένα στερεό σώμα και μια μορφή, το οποίο ήταν άγνωστο μπροστά σε κάποιον άλλο θεό. Το μόνο σημείο που δεν άλλαξε και είναι ικανό να προσδιορίσει την ταυτότητά μας είναι η αύρα της ψυχής μας. Σε ότι και αν μεταμορφωθούμε, όπου και αν κρυφτούμε, πάντοτε θα υπάρχει κάποιος που θα μας αναγνωρίσει.

«Θα σε βρω, γλυκιά μου Ελντρία. Δεν μπορείς να κρύβεσαι για πάντα και κάποια μέρα θα σε βρω και θα σε επιστρέψω στον Νούμπιαλ» ψιθυρίζω με δόντια σφιγμένα από την ένταση.

Η Ελντρία είναι η Θεά της Καταστροφής και στο Λοντόριον ο Νούμπιαλ της είχε φανερή αδυναμία. Την επέλεγε σε οτιδήποτε σημαντικό στην ζωή του αφήνοντας όλους εμάς απ’ έξω. Όμως κανένας μας δεν παραπονέθηκε για τις αποφάσεις του πατέρα μας. Ώσπου η αγαπημένη του κόρη τον πρόδωσε. Λιποτάκτησε από την μάχη και κατέφυγε στον Ορίας κρύβοντας την θεϊκή παρουσία της ανάμεσα στους θνητούς. Μετά την πτώση μου την εντόπισα αρκετές φορές και έκανα παιδιά μαζί της, όμως έβρισκε τον τρόπο για να μου ξεφύγει. Αυτή είναι η τελευταία φορά που χάνω τα ίχνη της και μόλις την πιάσω ξανά στα χέρια μου, θα φροντίσω να μην ξανανιώσει την ελευθερία. Θα είναι μόνο δική μου, σκλάβα των επιθυμιών μου.

«Κύριε, βρήκαμε την Θεά της Ζωής» φωνάζει ένας απόγονος του Φένεξ ιππεύοντας προς το μέρος μου και το χαμόγελό μου γίνεται ακόμα πιο πλατύ. «Θα την θυσιάσουμε μαζί με τους αιχμαλώτους;»

«Ναι, αλλά πρώτα οδήγησέ με σε εκείνη» τον διατάζω και εκείνος υποκλίνεται διστακτικά στην απαίτησή μου κάνοντάς με να τον αγριοκοιτάξω. «Την θέλω ζωντανή για την ώρα. Δεν θα την ακουμπήσει κανένας σας, ούτε άλλος θεός».

Η Νεμέρα ως η Θεά της Ζωής ποτέ δεν είχε αντιπαλότητα με τα παιδιά του Νούμπιαλ στο Λοντόριον, όμως είχε ταχθεί υπέρ της πλευράς του Άστεροθ και αυτό την έκανε αυτόματα εχθρό μας. Η δύναμή της είναι ασήμαντη για εμάς και η ύπαρξή της μας αφήνει αδιάφορους. Αλλά γνωρίζει που βρίσκεται η Ελντρία και πρέπει να μάθω. Έπειτα θα θυσιαστεί προς τιμήν του Νούμπιαλ μαζί με τους αιχμαλώτους ή το σώμα της θα εκτελεστεί μαζί με όσους δεν μας χρειάζονται. Ποιος ξέρει πόσο καιρό θα πάρει στην ψυχή της να δημιουργήσει νέο κορμί;

Το άλογό μου διασχίζει με μεγάλα βήματα την θάλασσα των πτωμάτων σπάζοντας τα κόκαλα με τις οπλές του, ενώ κάθε τόσο το βήμα του γίνεται ασταθές από το αίμα που έχει ποτίσει το χώμα και τα χυμένα εντόσθια. Ο πόνος και η οδύνη κυριαρχούν στα πρόσωπα των ζωντανών. Είναι τόσο έντονα που ο αέρας έχει βαρύνει από την απελπισία. Οι πιο θαρραλέοι από αυτούς ρίχνονται στα κάγκελα των κλουβιών τους εκλιπαρώντας μας ή βρίζοντάς με για έλεος. Επιθυμούν την ανακούφιση με κάθε κόστος. Βέβαια, κάποιοι έχουν ήδη παραιτηθεί υπομένοντας βουβά το μαρτύριο που τους επιβάλλει ο Μπρόξον.

Στρέφω το βλέμμα μου προς την φιγούρα που στέκεται μακριά από την λάμψη της φωτιάς και της χαμογελάω επιδοκιμαστικά κάνοντάς την να μου ανταποδώσει. Ο Μπρόξον είναι ο Θεός των Βασανιστηρίων, ένας από τους θεούς που πολέμησαν για χάρη του Νούμπιαλ. Η δύναμή του μπορεί να διαπεράσει την οποιαδήποτε πανοπλία και την πιο γερή συνείδηση στέλνοντας απίστευτο πόνο στο θύμα του. Παρόλα αυτά η τωρινή, παιδιάστικη εμφάνισή του δεν έχει τίποτα το απειλητικό. Μόνο οι ικανότητές του αποδεικνύουν τον τρόμο που μπορεί να σπείρει σε όποιον τον εκνευρίσει.

Ο Μπρόξον συνήθως ντύνεται με κοστούμι, το οποίο είναι φαγωμένο στα μανίκια και τα γόνατα, ενώ το λευκό του πουκάμισο ανοιχτό και πάντοτε λεκιασμένο με αίμα. Το στήθος του στολίζεται από βαθιές χαρακιές και αμέτρητες ουλές, ενώ το ένα του χέρι έχει αντικατασταθεί από έναν μυτερό γάντζο. Στο άλλο συνήθως κρατάει ένα λεπτό ξίφος, κατάλληλο για να τρυπάει τα θύματά του ή να τα πετσοκόβει, χωρίς να τα σκοτώνει. Αλλά το χειρότερο απ’ όλα είναι τα μάτια του. Είναι λευκά, δίχως κόρη και στο σκοτάδι παίρνουν ένα χρώμα αλλιώτικο και τρομακτικό μαγεύοντας τα θύματά του. Όσοι τα κοιτάζουν νιώθουν απίστευτο πόνο και στο τέλος καταλήγουν να τυφλώνουν τον εαυτό τους.

Ο πολεμιστής μου με οδηγεί στο μοναδικό κτίσμα που στέκεται ακόμα όρθιο και δεν έχει τυλιχτεί στις φλόγες. Καλύπτω το πρόσωπό μου εξαιτίας της μπόχας των κρεμασμένων κρεάτων που με χτυπάει κατάπρόσωπο, όταν σπρώχνω την πόρτα για να μπω. Ρίχνω μια βιαστική ματιά στον χώρο του κρεοπωλείου και εντοπίζω την κουλουριασμένη μορφή της Νεμέρα στο πάτωμα κάτων από τον πάγκο κοπής. Το πρόσωπό της είναι παραμορφωμένο από τον πόνο και το κεφάλι της γερμένο αδύναμα στο πλάι. Στον ήχο των βημάτων μας τινάζεται και ανοίγει τα μελανιασμένα βλέφαρά της. Το μικροκαμωμένο κορμί της είναι χτυπημένο και τα πόδια της καλύπτονται από μια στρώση φρέσκου αίματος. Οι άντρες μου δεν θα μπόρεσαν να αντισταθούν στο νεανικό σώμα της Θεάς της Ζωής.

«Έχεις πολύ θάρρος για να εμφανίζεσαι σε μια περιοχή Σκοτεινών» λέω περνώντας την γλώσσα πάνω από τα χείλη μου. «Το ξέρεις ότι η παρουσία σου δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητη».

«Εμφανίζομαι εκεί, όπου οι θάνατοι δεν υπακούν τους κανόνες της φύσης και κινδυνεύουν αναίτια αθώοι. Τι!» σαρκάζει. «Ήρθες να τελειώσεις αυτό που δεν μπόρεσαν οι δικοί σου; Έχετε γίνει τόσο αξιολύπητοι βάζοντάς τα με γυναικόπαιδα που ούτε ξύλο δεν μπορούν να σηκώσουν για να προστατευθούν» ψιθυρίζει τις λέξεις με αηδία. «Οι πατέρες μας θα ντρέπονταν για σας».

«Οι πατέρες μας οφείλονται για την τωρινή μας κατάσταση, η οποία δεν είναι τόσο άσχημη, όσο δείχνει» αποκρίνομαι νωχελικά και τραβώντας μια καρέκλα κάθομαι απέναντί της. Η Νεμέρα ζαρώνει στην θέση της και βήχει φτύνοντας άλικο σάλιο. «Όσο για τους αθώους, πριν κατέβουμε στον κόσμο τους, σκοτώνονταν μεταξύ τους. Εμείς απλά τους βοηθάμε να καθαρίσουν το είδος τους πολύ γρηγορότερα, ενώ το δικό μας θα πάρει τη θέση του» ομολογώ κάτι που δεν περίμενα να κάνω. Δεν μου αρέσουν οι φλυαρίες και δεν έχω σκοπό να της αναλύσω τους λόγους που οι θνητοί θα πεθάνουν. «Πες μου πού είναι η Ελντρία. Ήσουν η τελευταία που την είδε».

«Σε ολόκληρο τον στρατό οι θεοί είτε έφυγαν πριν τον πόλεμο, είτε μετά. Αλλά μόνο ένας αποφάσισε να το σκάσει κατά την διάρκεια της μάχης και αυτός ήταν από την πλευρά σας. Αναρωτιέμαι, αν η Θεά της Καταστροφής απέδρασε, γιατί σας θεώρησε άχρηστους» λέει με ένα ειρωνικό χαμόγελο και το πόδι μου τινάζεται απότομα βρίσκοντάς την στο στήθος. Η πλάτη της χτυπάει στο δοκάρι του τραπεζιού και ένα σιγανό βογκητό ξεφεύγει από το μισάνοιχτο στόμα της. «Δεν ξέρω πού είναι. Έχω πολύ καιρό να την δω».

«Εγώ πάλι νομίζω πως ξέρεις. Δεν φημίζομαι για την υπομονή μου και δεν θα σου χαριστώ, επειδή είσαι γυναίκα. Θα σου σπάσω τα κόκαλα ένα ένα, ώσπου να μάθω αυτό που θέλω. Αν νομίζεις πως θα τα βγάλεις πέρα με τις δυνάμεις σου, είσαι γελασμένη. Χωρίς την γλώσσα σου, δεν μπορείς να επικαλεστείς τις δυνάμεις σου. Χωρίς τις δυνάμεις σου το σώμα σου θα πεθάνει και η ψυχή σου θα αδρανοποιηθεί. Πού είναι η Ελντρία;» την ρωτάω ξανά και στην σιωπή της την αρπάζω από τα μαλλιά και την χτυπάω πάνω στο τραπέζι.

Το κορμί της ταράζεται ολόκληρο και οι πληγές της αρχίζουν να ματώνουν πάλι. Τα δάχτυλά μου τυλίγονται γύρω από τον λαιμό της και η παλάμη μου σφραγίζει το στόμα της εμποδίζοντας την επίκλησή της να ακουστεί.

«Βρες μου τον Μπρόξον. Νομιζω ότι έχω ένα παιχνίδι γι’ αυτόν» διατάζω τον πολεμιστή πίσω μου και αμέσως φεύγει για να εκτελέσει την εντολή μου.

Η Νεμέρα γουρλώνει τα μάτια της φοβισμένη στην αποκάλυψη του ονόματός του και ξεροκαταπίνει χάνοντας τον τσαμπουκά της. Σε αυτόν τον κόσμο οι νόμοι της φύσης όσον αφορά τα δίποδα πλάσματα, θεωρούν το θηλυκό πιο αδύναμο από το αρσενικό και παρά τις θεϊκές δυνάμεις μας που είναι ισάξιες, οι θνητές όχι. Η Νεμέρα γνωρίζει πολύ καλά πως ο Μπρόξον είναι απίστευτα επιδέξιος και ικανός και με τις δυο. Φοβάται και όχι άδικα. Ο καθένας από εμάς θα γινόταν νευρικός μπροστά του.

«Αποκάλυψέ μου αυτό που σου ζητάω και δεν θα τον αφήσω να σε αγγίξει», προσπαθώ να την πείσω ανυπομονώντας για την απάντηση και όχι γιατί με νοιάζει η ζωή της. Έτσι και αλλιώς ο Μπρόξον θα διασκεδάσει μαζί της, ακόμα και αν η Θεά της Ζωής μου πει την αλήθεια. «Πού βρίσκεται η Ελντρία; Είναι στο Ασλάντελ; Αν κρύβεται από εμάς, δεν θα πήγαινε στο Στέβαλον. Οπότε μας μένει το Ασλάντελ και η Σετόπια. Πού είναι;»

«Δεν ξέρω. Έχω να την δω πάνω από αιώνα» ψιθυρίζει τραχιά, όταν τραβάω το χέρια μου από πάνω της και βήχει αγγίζοντας τον ερεθισμένο λαιμό της. «Χάνεις τον χρόνο σου εδώ. Ο Μπρόξον δεν θα σε βοηθήσει να μάθεις. Ψάξε αλλού».

Όταν ο Θεός των Βασανιστηρίων μπαίνει στο κατάστημα, τα μάτια του γυαλίζουν από μια έξαψη που δεν έχω ξαναδεί και το βλέμμα του σταματάει πάνω στην Νεμέρα, η οποία οπισθοχωρεί ενστικτωδώς. Απομακρύνομαι από τον δρόμο του αφήνοντάς τον να διασκεδάσει μόνο. Είναι μια στιγμή που κανένας άλλος θεός δεν έχει το δικαίωμα να μπει ανάμεσά τους. Γέρνω νωχελικά πάνω στον τοίχο έχοντας ένα ψυχρό χαμόγελο στο πρόσωπό μου ανυπομονώντας για το θέαμα. Δυστυχώς οι δικές μου ικανότητες δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν απερίσκεπτα. Όχι αν δεν θέλω να καταστραφεί και αυτός ο πλανήτης. Είμαι ο Θεός του Χάους και πολλά από τα ξόρκια μου μπορούν να αφανίσουν ολόκληρους πολιτισμούς απλά σπέρνοντας την διχόνοια ανάμεσά τους. Μόνο οι απόγονοί μου έχουν την ευκαιρία να παίξουν με την άνεσή τους. Όμως θα έρθει και η ώρα μου, μόλις ο Νούμπιαλ κατέβει στον Ορίας. Θα δημιουργήσουμε τους ισχυρότερους απόγονους που θα αλλάξουν την μοίρα αυτού του κόσμου μια και καλή. Ο Ορίας θα γίνει ο νέος Λοντόριον και εμείς θα τον κυβερνάμε.

Ο Μπρόξον ορμάει απροειδοποίητα στην Νεμέρα και ο γάντζος του χώνεται στο στόμα της σκίζοντας το μάγουλό της, όταν εκείνη επιδιώκει να επικαλεστεί τις ικανότητές της για να θεραπευτεί. Μουγκρίζει από τον πόνο και σφίγγει με δύναμη τα μάτια της επιτρέποντας στα δάκρυα να κυλήσουν στο ματωμένο πρόσωπό της. Ο Θεός απέναντί της γελάει αυτάρεσκα και στενεύει τα μάτια του στην αξιολύπητη μορφή της.

«Μαύρα πλοκάμια» μουρμουρίζει με τραχιά φωνή και γύρω από τα πόδια του φυτρώνουν αγκαθωτά κλήματα, τα οποία με δική τους βούληση σκαρφαλώνουν πάνω στο τραπέζι και τυλίγουν το σώμα της Νεμέρα ακινητοποιώντας και σφίγγοντάς την. «Καρφιά» προσθέτει κάνοντας τα αγκάθια να μακρύνουν και να βυθιστούν στην σάρκα της.

Η Θεά της Ζωής τινάζεται από τους ξαφνικούς σπασμούς και το σώμα της καμπυλώνει, ενώ ουρλιαχτά σκίζουν την ησυχία του δωματίου. Ο Μπρόξον γδέρνει το δέρμα της με την λεπίδα του σπαθιού του φτάνοντάς την σχεδόν στα όριά της. Το σώμα της Νεμέρα θα πεθάνει, αν χάσει πολύ αίμα και αν εκείνη δεν είναι σε θέση να το θεραπεύσει, τότε η ψυχή της θα δραπετεύσει.

«Δώσε μου την τοποθεσία της. Η Ελντρία πρέπει να βρεθεί και η αποκάλυψή σου θα σταματήσει αυτό το μαρτύριο» λέω ξεφυσώντας κουρασμένα και κάπως αγανακτισμένα από την επιμονή της.

«Σετόπια. Μάπλεσκαρ» ψελλίζει ανάμεσα στα μουκγρητά της και απλώνω απότομα το χέρι μου για να εμποδίσω οποιαδήποτε κίνηση του Μπρόξον. Αρκετά.

Ο Μπρόξον δυσαρεστημένος απομακρύνει το ξόρκι του, το οποίο αφήνει βαθιά τραύματα στο μικροκαμωμένο της κορμί και με ένα αδιάφορο νεύμα αποχωρεί από το μαγαζί. Ο πολεμιστής που με οδήγησε σε εκείνη κοιτάζει σοκαρισμένο την αγριότητα του Θεού των Βασανιστηρίων που χάραξε ανεξίτηλα πάνω στο θύμα του, ενώ η Νεμέρα κλείνει τα μάτια της, καθώς οι αισθήσεις της την εγκαταλείπουν.

«Φόρτωσέ την μαζί με τους αιχμαλώτους. Θα την πάρουμε μαζί μας στο οχυρό» διατάζω τον πολεμιστή μου και αποχωρώ βγαίνοντας στην πνιγηρή νύχτα.

Τα ουρλιαχτά των θνητών δεν ακούγονται πια και οι περισσότεροι έχουν ήδη ξεκινήσει για την πόλη. Σκαρφαλώνω με ένα σάλτο στο άλογό μου, όμως ο στρατιώτης που έρχεται βιαστικός προς το μέρος μου, με σταματά, πριν καλπάσω μακριά. Του γνέφω να μιλήσει.

«Ο Φένεξ μας ενημέρωσε πως εντόπισε την παρουσία κάποιων θεών νότια από δω. Οι αύρες τους προστατεύονταν από κάποιο ξόρκι, όμως είναι απόλυτα βέβαιος πως ανήκουν στους Φωτεινούς» με ενημερώνει έχοντας σκυμμένο το κεφάλι του εμπρός μου.

«Μάζεψε την φρουρά και κάντε περιπολίες στην πόλη και στα γύρω χωριά. Κανείς σας δεν θα κοιμηθεί, αν δεν βρεθούν οι εισβολείς. Έπειτα στείλτε τους στον Μπάλοκ».

Ώστε οι Φωτεινοί αποφάσισαν να μας κάνουν την τιμή; Αυτό είναι πολύ ενδιαφέρον και ευχάριστο. Όσο περισσότεροι για τον Νούμπιαλ, τόσο το καλύτερο. Όμως αναρωτιέμαι ποιοι να είναι; Η Νιέναντιν, η Θεά του Πολέμου; Η Μπαριέλ, η Θεά των Αγγέλων; Ο Έρεμους, ο Θεός της Θάλασσας ή μήπως ο Ιστάρ, ο Θεός του Κεραυνού; Οι καλύτεροι του Άστεροθ και πιο ικανοί αντίπαλοι. Η ενέργειά τους μόνο φτάνει και περισσεύει για να καλέσει τον Νούμπιαλ σε αυτόν τον κόσμο.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά