To τέλος είναι που μετράει

by Νικόλας Παπακώστας

Σε μια ιστορία, αυτό που μετράει είναι το τέλος. Αυτό θυμούνται όλοι. Κανείς δεν αναφέρεται στο τι πέρασε ο Φρόντο για να πάει στο Βουνό του Χαμού. Όλοι μετράνε το ότι στο τέλος κατέστρεψε – αποτυχαίνοντας βέβαια στην αποστολή του – το δαχτυλίδι. Και το τέλος πρέπει να είναι καλό. Για αυτό και κανένας δεν θα το θεωρούσε αριστούργημα αν στο τέλος ο Φρόντο φόραγε το δαχτυλίδι, σκότωνε τον Σαμ, πήδαγε το Γκόλουμ και μετά έσκαγε από το φαί σε ένα νικητήριο δείπνο με ψωμί Λέμπας. Για αυτό και όλοι όσοι έχουν διαβάσει «Το Αυτό» βρίζουν τον Στέφεν Κίνγκ. ‘Νταξει ρε φίλε, είσαι αραχνοφοβικός. Εγώ δεν είμαι. Στήνεις μια βιβλιάρα, και στο τέλος τι μου βάζεις για μεγάλο κακό? Μια μεγάλη Αράχνη. Μαλάκα!

***

Το ποιος είμαι δεν έχει καμία σημασία. Σημασία έχει ότι θέλω να πω μια Ιστορία. Και είναι καλή. Τώρα για το τέλος…. ε θα φτάσουμε και εκεί έτσι δεν είναι? Αργά ή γρήγορα.

Ήταν καλοκαίρι. Ντάλα. Της πουτάνας σου λέω. Δεν την ήξερα πολυ, για την αλήθεια την είχα γνωρίσει μόλις δεκαπέντε ώρες πριν. Με το που την είδα, μου φάνηκε ότι είχε κάτι… ξένο. Μου άρεσε, της μίλησα, και τέσσερα Dewar’s μετά βρεθήκαμε να βγάζουμε τα σώψυχά μας – και τα μάτια μας- σε μια παραλία. Δεν ήταν άσχημα, δεν ήταν καλά, αλλά ήταν κάτι. Και ύστερα; Χάθηκε. Και δεν εννοώ ότι δεν απάντησε στο κινητό της. Εννοώ ότι χάθηκε χάθηκε. Το κινητό της – το οποίο είχα δει να ανάβει όταν την πήρα τηλέφωνο για να έχει το νούμερο μου- μου έβγαζε το μήνυμα ότι δεν υπάρχει συνδρομητής. Δεν υπήρχε κανένας που να την είχε προσέξει, και όταν ρώτησα τη σερβιτόρα που μας έφερνε τα ποτά, μου είπε ότι με είδε με μια κοπέλα, όμορφη μεν, αλλά καμία σχέση με αυτήν που είχα φύγει εγώ. Ξέρω τι σκέφτεστε, αλλά το τέλος δεν είναι τόσο κοινό.

Δε βρήκα καμία γριά που να μου πει «μα η Άννα πέθανε δέκα χρόνια πριν,» ούτε βρήκα το μπουφάν μου πάνω στον τάφο της. Ίσως αν φόραγα μπουφάν να το έβρισκα. Αλλά δε φόραγα. Και εδώ που τα λέμε, ούτε τάφο βρήκα.

Το μόνο στοιχείο για την αέρινη αυτή κοπέλα, το βρήκα δυο μέρες αργότερα, όταν πέτυχα τον τύπο που της μιλούσε πριν πάω εγώ.

«Γεια» Του είχα πει » Με θυμάσαι;»

«Φυσικά. Είσαι ο τύπος που μου ‘φαγε τη γκόμενα»

«Την μελαχρινή έτσι; με τα πράσινα μάτια;»

«Ποια μελαχρινή ρε φίλε; Τη ξανθιά με τις βυζάρες.»

***

Ως άτομο που ζει με ιστορίες έχω μάθει μερικά πράγματα να τα αγνοώ. Και ειδικά επειδή παίζω παιχνίδια ρόλων .»Σε περίπτωση πυρηνικής καταστροφής» Λέει η αδερφή μου » Θα επιβιώσουν οι Κατσαρίδες. Σε περίπτωση Υπερφυσικής καταστροφής, οσοι βλεπουν ταινίες» Τι μάθαμε λοιπόν από τις ταινίες;

Δεν μπαίνουμε σε σπίτι που μας λένε ότι είναι στοιχειωμένο. Δε βλέπουμε την κασέτα που όσοι τη είδαν πριν από εμάς πεθάνανε. Και ΠΟΤΕ μα ΠΟΤΕ, δε ψάχνουμε να βρούμε μια γκόμενα, που άσχετα τι μας λέει η λογική μας, προφανώς ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ.

Μακάρι να άκουγα αυτούς τους απλούς νόμους της Υπερφυσικότητας.

Αλλά από την άλλη, ποιος βρέθηκε σε τέτοια κατάσταση και τους άκουσε;

Ήταν καλοκαίρι του 2000 όταν την γνώρισα.

Καλοκαίρι του 2010 όταν τη ξαναείδα.

Δεν είχε αλλάξει καθόλου.

Έτρεξα; Ούρλιαξα; Έβγαλα τα εικοσάπλευρα μου να ετοιμαστώ για μάχη;

Τίποτα από αυτά.

Αγνοώντας το ένστικτο μου, πήγα στο μπαρ, πήρα δυο Dewar’s και πήγα να της μιλήσω.

Ο μαλάκας.

***

Το πρώτο πράγμα που ήθελα να προσέξω, ήταν τα μάτια της. Αν δεν ήταν πράσινα, αν έστω και για ένα δευτερόλεπτο άλλαζαν χρώμα ή γινόντουσαν άσπρα, θα το έβαζα στα πόδια. Αλήθεια. Της έδωσα το ποτό της και με κοίταξε παραξενεμένη.

«Σε ξέρω από κάπου;» Ρώτησε χωρίς να πάρει το ποτό.

«Είχαμε γνωριστεί δέκα χρόνια πριν σε αυτό το μέρος.»

«Δέκα χρόνια πριν ήμουν έντεκα. Δε νομίζω ότι θα σύχναζα σε μπαρ.»

«Μπορώ να το αποδείξω,» της είπα χαμογελώντας και έβγαλα το τηλέφωνο μου. Από κάποιο προσωπικό σκάλωμα δε σβήνω ποτέ τηλέφωνα, ακόμα και αν έχουν περάσει χρόνια από τότε που μου τα έδωσαν, ακόμα και αν δε θυμάμαι καν ποιο είναι το άτομο στο οποίο ανήκουν. Δυσκολεύτηκα λίγο, αλλά εν τέλει βρήκα το νούμερο της. Πάτησα το κουμπί της κλήσης και λίγο μετά το κινητό της άρχισε να χτυπάει.

Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα.

«Είναι κάποιου είδους αστείο αυτό;»

«Εσύ θα μου πεις.» Έκανα την κίνηση να της ξαναδώσω το ποτό της. Αυτή τη φορά το πήρε. » Σε λένε Άννα, είσαι από την Αθήνα, συγκεκριμένα από το Κορυδαλλό, και σπουδάζεις Νομική. Έχεις δυο αδέλφια, ο πατέρας σου σας άφησε όταν ήσουν οχτώ και η μητέρα σου δουλεύει σε μια πολυεθνική της οποίας το όνομα μου διαφεύγει.» Είχα εντυπωσιαστεί με το πόσες άχρηστες πληροφορίες μπορεί να συγκρατήσει ο εγκέφαλος μου.

Γέλασε. Όχι επειδή της φάνηκε αστείο, αλλά από αμηχανία, και ήπιε μια γουλιά από το ποτό της.

«Τώρα θες να μου πεις ποιος σε έβαλε να μου κάνεις αυτό το αστείο;»

Γενικότερα, δεν είμαι καλός στο να ψυχολογώ τους ανθρώπους, αλλά ήταν ξεκάθαρο ότι α συνέχιζα θα τσατιζόταν και θα έφευγε.

«Όχι σήμερα. Αλλά αν θες τόσο πολυ να μάθεις, μπορείς να έρθεις εδώ αύριο.»

Έδειχνε να το σκέφτεται.

«Εντάξει,» είπε τελικά. «Την Ίδια ώρα;»

«Ναι, γιατί όχι.» Ήπια το ποτό μου και γύρισα να φύγω. Πριν το κάνω μου ήρθε όμως μια ιδέα, ίσως επειδή – νόμιζα- ότι καταλάβαινα τι συνέβαινε. «Σε πειράζει να βγάλουμε μια φωτογραφία;»

«Ευχαρίστως!» μου απάντησε και χαμογέλασε τόσο πλατιά που φωτίστηκε όλο της το πρόσωπο. Έδωσα το κινητό μου στον πρώτο τύπο που βρήκα, και αφού πήρε ύφος μέγα φωτογράφου, μας τράβηξε. Σαν έξαρση της στιγμής – ή του ποτού – η Άννα με φίλησε και μου υποσχέθηκε ότι θα με δει αύριο.

Κοίταξα τη φωτογραφία. Ήμασταν και οι δυο μέσα (ναι ξέρω αυτό είναι το λογικό, αλλά σχεδόν περίμενα να είμαι μόνος μου).

Έφυγα από το μπαρ, έφαγα κάτι πρόχειρο και πήγα για ύπνο. Όταν ξύπνησα, τσέκαρα πάλι τη φωτογραφία -ήμασταν ακόμα και οι δυο μέσα- πήγα για μπάνιο και κάμποσα κοκτέιλ και ξανακοιμήθηκα. Μέχρι που έφτασε η ώρα του ραντεβού. Φρόντισα να μην πάω ακριβώς και φυσικά, όπως το περίμενα, όταν εν τέλει πήγα στο μπαρ δεν τη βρήκα. Περίμενα περίπου μισή ώρα, όταν αποφάσισα ότι θα είχε πάλι «χαθεί» και έδωσα όρκο ότι αυτό το πράγμα είναι πάρα πολύ περίεργο για να το συνεχίσω. Ήπια μονορούφι το ποτό μου και όπως γύρισα να φύγω, την είδα ακριβώς πίσω μου. Πώς και δεν την είχα προσέξει στον καθρέφτη; Σάστισα και γύρισα αμέσως να τσεκάρω αν έχει αντανάκλαση. Είχε. «Μάλλον δε θα την πρόσεξα,» σκέφτηκα βλακωδώς.

Δεν πρόλαβα να τη ρωτήσω πόση ώρα ήταν πίσω μου, γιατί με άρπαξε και με φίλησε. Και κάπου εκεί ήταν που αποφάσισα να αφήσω τη λογική μου στην άκρη. Το πρωί μας βρήκε στην ίδια παράλια που μας είχε βρει δέκα χρόνια πριν.

«Σκοπεύεις να χαθείς πάλι;» ρώτησα

«Δεν καταλαβαίνω τι εννοείς,» μου απάντησε και με ένα κελαρυστό γέλιο πήγε να βουτήξει στη θάλασσα.

«Έρχομαι,» μου απάντησε.

Την χάζευα καθώς έπαιζε με τα κύματα, αγωνιούσα κάθε φορά που έκανε μακροβούτι -φοβόμουν ότι θα χαθεί, όπως η γοργόνα σε εκείνη την ταινία- και αναστέναζα με ανακούφιση κάθε φορά που έβγαινε.

Όταν εν τέλει γύρισε στην παράλια, με φίλησε και μου υποσχέθηκε ότι θα τα λέγαμε το βράδυ.

Όταν γύρισα στο ξενοδοχείο τσέκαρα πάλι τη φωτογραφία. Είχε σβηστεί εντελώς.

Και φυσικά δεν τη ξαναείδα για τα επόμενα δέκα χρόνια.

***

Είμαι σίγουρος ότι έχετε βγάλει όλοι τα συμπεράσματα σας για το τι συνέβαινε. Άλλοι θα νομίζουν το ένα και άλλοι το άλλο. Αλλά δεν πρόκειται να σας το αποκαλύψω ακόμα. Ποιο θα ήταν το νόημα; Αν ξέρεις το τέλος από την αρχή, και το τέλος είναι που μετράει, τότε ποιο το νόημα του να κάθεσαι σπίτι σου, παρέα με ένα μπουκάλι, στις πεντέμισι τα ξημερώματα και να γράφεις σε μια γραφομηχανή η οποία κάνει πιο πολύ θόρυβο από τραίνο; Θα μπορούσες απλά να γράψεις έναν τίτλο, το τέλος, και να τέλειωνες. Να πήγαινες να δεις καμία ταινία.

Όχι. Όσο με παιδεύει εμένα τώρα που τη γράφω, έτσι θα παιδέψει και εσάς. Και αν δεν σας αρέσει, τα κουβαδάκια σας και σε άλλη ιστορία. Το τέλος θα έρθει στην ώρα του.

***

Ο χειμώνας που συνόδεψε το καλοκαίρι, και γενικότερα τα καλοκαίρια και οι χειμώνες που πέρασαν μέχρι να τη ξαναδώ, ήταν ιδιαίτερα περίεργα. Στην αρχή, δεν κατάλαβα καμία διαφορά στη ζωή μου. Πήγαινα στη δουλειά κανονικά, έβγαινα κανονικά και έκανα τα πράγματα που έκανα πάντα. Η ζωή μου άλλαξε για πάντα, όταν το επόμενο καλοκαίρι πήγα πάλι στο μπαρ στο οποίο την είχα προτοσυναντήσει. Στην αρχή δεν μου έκανε εντύπωση που μέτρησα τα μπουκάλια και αναστέναξα με ανακούφιση όταν είδα ότι ήταν είκοσι. Αλλά όσο προχωρούσαν οι μέρες, άρχισα να…. πώς να το πω… άρχισα να μετράω πράγματα.

Και όταν δεν τα έβρισκα να είναι ζυγά, αισθανόμουν περίεργα. Τόσο περίεργα, που μετά από λίγο καιρό, άρχισα να μετακινώ πράγματα στο σπίτι ώστε να είναι όλα σε ζυγό αριθμό. Δεν έδωσα σημασία.

Αργότερα, άρχισα να μετράω περισσότερο. Τα πράγματα στο ψυγείο. Τα κανάλια στην τηλεόραση. Τα βήματα μου προς το αμάξι. Και προς το τέλος, τις λέξεις σε κάθε πρόταση. Τα γράμματα σε αυτές τις λέξεις. Τις ανάσες μου πριν κοιμηθώ. Και ήμουν πεπεισμένος, ότι αν ο αριθμός που έβγαινε ήταν μονός, κάτι θα ορμήξει πάνω μου, κάτι παρανοϊκό και απόκοσμο, και θα με κάνει κομμάτια.

Λίγο μετά που η συμπεριφορά μου έγινε τόσο περίεργη ώστε να με απολύσουν, έψαξα λίγο την κοπέλα που χανόταν. Συνδυάζοντας το μπαρ με τις περίεργες εμφανίσεις της και βάζοντας στην εξίσωση την εμφάνιση της ανά δεκαετία, βρήκα το εξής:

Από την εφημερίδα «ΗΧΩ ΤΗΣ ΣΑΜΟΘΡΑΚΗΣ»

«Υπάρχουν πάρα πολλοί θρύλοι και μύθοι σε αυτό το νησί. Κάποιοι φτάσανε σε εμάς από την αρχαιότητα, όπως τα Καβείρια Μυστήρια. Κάποιοι άλλοι δημιουργήθηκαν όπως προχωρούσαν οι αιώνες. Ένας από αυτούς, είναι για μια κοπέλα, η οποία εμφανίζεται στην παράλια και μοιάζει με ότι ποθεί περισσότερο όποιος τη βλέπει. Η κοπέλα αυτή, υποτίθεται, πλανεύει τους άντρες και τους παρασέρνει στην παράλια, με σκοπό να τους σκοτώσει και να τους κλέψει τη ψυχή. Το όνομα της υποτίθεται ότι είναι πάντα κοντινό με κάτι το οποίο ο Άντρας που τη βλέπει θεωρεί δικό του και αγαπημένο.»

Κάθισα λίγο και το σκέφτηκα. Άννα… ποια Άννα είχα γνωρίσει στη ζωή μου που ήταν τόσο σημαντική; Ποια Άννα σκεφτόμουνα κάθε μέρα, ώστε αυτό το πλάσμα να πάρει το όνομα της; Δε μπορούσα να βρω καμία. Κάθισα λοιπόν, διάβασα το υπόλοιπο άρθρο, το οποίο δεν μου έδωσε τίποτα ενδιαφέρον, και έγραψα την πρώτη σημείωση σε ένα τετράδιο που θα έκαιγα λίγους μήνες αργότερα:

«Για κάποιο λόγο αυτό το πλάσμα, μου είπε το κανονικό του όνομα. Πρέπει να το ψάξω και να βρω τι είναι και όταν του ξαναμιλήσω, να του το πω. Αυτή η πρόταση είχε εικοσιεννιά λέξεις. Τώρα είναι καλύτερα.»

***

Λίγο καιρό μετά και πολλές σημειώσεις αργότερα, είδα το όνειρο.

Εξερευνούσα ένα άδειο σπίτι, όταν ξαφνικά είδα ένα κοριτσάκι, που έμοιαζε τρομερά με την Άννα, να παίζει σχοινάκι. Μόνο του. Με κοίταξε στα μάτια και μου είπε:

«Aν θες να με βρεις, μάθε τι έγινε στην Σαμοθράκη το 1950. Aν θες να με βρεις, μάθε τι έγινε στην Σαμοθράκη το 1950. Aν θες να με βρεις, μάθε τι έγινε στην Σαμοθράκη το 1950. Aν θες να με βρεις, μάθε τι έγινε στην Σαμοθράκη το 1950. Aν θες να με βρεις, μάθε τι έγινε στην Σαμοθράκη το 1950. Aν θες να με βρεις, μάθε τι έγινε στην Σαμοθράκη το 1950. Aν θες να με βρεις, μάθε τι έγινε στην Σαμοθράκη το 1950. Aν θες να με βρεις, μάθε τι έγινε στην Σαμοθράκη το 1950.»

Όσο πιο γρήγορα το έλεγε, τόσο πιο τρομαγμένος ένιωθα. Και κάτι στην εικόνα. Σα να λιώνει ένα φιλμ και να εμφανίζεται μια εικόνα από πίσω.

Ξύπνησα ουρλιάζοντας.

«Γάμησε το θέμα,» είπα. «Παράγινε περίεργο.» Αμέσως μέτρησα τι είπα και πρόσθεσα : «Πολύ»

Έκαψα το τετράδιο με τις σημειώσεις και μου ορκίστηκα να μην ξανασχοληθώ με το θέμα. Μου είπα ψέματα.

Ν.Π.
Πάρος 2010

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

2 Σχόλια

mm
Elaine Ρήγα 9 Ιανουαρίου 2016 - 2:46 ΜΜ

Το συγκεκριμένο θα ολοκληρωθεί σε αρκετά μέρη, κάθε εβδομάδα θα ανεβαίνει και από ένα. 🙂

Reply
Σουζάνα 8 Ιανουαρίου 2016 - 11:49 ΜΜ

Πολύ καλό… κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον. Πότε θα μάθουμε τη συνέχεια;

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά