Ας Μιλήσουμε για Βρικόλακες – Μέρος Δ’: Βρικόλακες και Ομοερωτισμός

by Αταλάντη Ευριπίδου

Έγραψα το τρίτο και (θεωρούσα) τελευταίο μέρος αυτής της σειράς κειμένων για τους βρικόλακες πάνω από δύο χρόνια πριν. Με την αφορμή του Μήνα Υπερηφάνειας, αποφάσισα να επιστρέψω πάλι στα γνώριμα λημέρια μου και να μιλήσω αναλυτικότερα – αρκετά αναλυτικότερα – για τη σύνδεση μεταξύ βαμπιρισμού και ομοερωτισμού. Επειδή πάει καιρός, θα επαναλάβω ότι αναφέρομαι αποκλειστικά και μόνο σε λογοτεχνικούς βρικόλακες και όχι σε χαρακτήρες ταινιών, κόμικς ή της λαϊκής παράδοσης. Επίσης, χρησιμοποιώ τον όρο “ομοερωτισμός” ως ευρύτερη έννοια, επειδή σε κάποιες περιπτώσεις οι βρικόλακες παρουσιάζονται άφυλοι και χωρίς σεξουαλικές ορμές, αλλά αναπτύσσουν πλατωνικές ρομαντικές σχέσεις παρ’ όλα αυτά. Μπορείτε να κάνετε μια γρήγορη επανάληψη σχετικά με τους βρικόλακες και τη σεξουαλικότητα στο πρώτο μέρος του αφιερώματος. Αν σας πέφτει πολύ μεγάλο, η συνοπτική εκδοχή είναι η εξής: η ίδια η πράξη μέσω της οποίας τρέφεται  βρικόλακας (δηλαδή το δάγκωμα), είναι μια πράξη ερωτική. Περιλαμβάνει διείσδυση, σωματικά υγρά και αμοιβαία απόλαυση. Ειδικά στην περίπτωση των βικτωριανών συγγραφέων, ο βρικόλακας ήταν συχνά ένα μέσο για να μιλήσουν μεταφορικά για το σεξ και, ιδιαίτερα, για αυτό που θεωρούσαν σεξουαλικά αλλότριο – το προγαμιαίο σεξ, το ομοφυλοφιλικό σεξ, το απαγορευμένο σεξ μεταξύ ενός ιερωμένου και μιας βρικόλακα κτλ. Αυτές οι ιδέες ότι οι “αληθινοί” βρικόλακες δεν ενδιαφέρονται για το σεξ και είναι υπεράνω του σεξ και το “Twilight μας κατέστρεψε τα βαμπίρ μας” είναι πιο πρόσφατες απ’ ό,τι νομίζει ο περισσότερος κόσμος. Στην πραγματικότητα, οι βρικόλακες ανέκαθεν είχαν σχέση με το σεξ κι αυτός είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους έχουν αποδειχτεί τόσο ανθεκτικό λογοτεχνικό σύμβολο μέσα στα χρόνια.

Το 1816, ένας από τους ιδρυτές του Ρομαντισμού, ο Samuel Taylor Coleridge εξέδωσε για πρώτη φορά ένα ποίημα με τον τίτλο “Christabel”, το οποίο φημολογείται ότι είχε ολοκληρώσει πριν το 1800. Μαζί με το “Kubla Khan” και το “Rime of the Ancient Mariner”, θεωρείται ένα από τα τρία σπουδαιότερα ποιήματα του Coleridge. Οπιομανής, από τη μία, και επηρεασμένος από τη φεμινιστική φιλοσοφία και τη ζωή της Mary Wollstonecraft, υπέρμαχου των δικαιωμάτων της γυναίκας τον 18ο αιώνα, ο Coleridge έγραψε ένα μυστικιστικό, ονειρικό ποίημα με πρωταγωνίστριες τη νεαρή, αγνή κι αθώα Christabel και τη βρικόλακα Geraldine. Η Christabel βρίσκει αρχικά τη Geraldine νύχτα, στο δάσος, μόνη και θύμα απαγωγής κάποιων κακοποιών που την εγκατέλειψαν δεμένη. Τη βοηθάει και την παίρνει στο κάστρο του γηραιού πατέρα της, όπου οι δυο τους κοιμούνται το βράδυ μαζί. Ο Coleridge δεν ντρέπεται καθόλου να μας περιγράψει τη σκηνή όπου οι δύο κοπέλες ξεντύνονται και ξαπλώνουν στο ίδιο κρεβάτι, ούτε την σύγχυση της Christabel καθώς έρχεται αντιμέτωπη με την “αμαρτωλή” ομοερωτική της επιθυμία. Αν όλα αυτά σας ακούγονται γνώριμα, είναι επειδή είναι.

Ο Coleridge ήταν εξαιρετικά σημαντική μορφή των γραμμάτων της εποχής του και επηρέασε πολλούς συγγραφείς, μεταξύ των οποίων ο Edgar Allan Poe, αλλά και – φυσικά – ο Sheridan Le Fanu. Πράγματι, η πασίγνωστη νουβέλα του Ιρλανδού Le Fanu, “Carmilla“, φέρει πολλές ομοιότητες με το ποίημα του Coleridge. Και στις δύο περιπτώσεις, η θνητή πρωταγωνίστρια έχει χάσει τη μητέρα της, και στις δύο περιπτώσεις συναντά τη βρικόλακα σε εξωτερικό χώρο όπου, φαινομενικά, τη βοηθάει σε μια δύσκολη στιγμή, και στις δύο περιπτώσεις οι ηρωίδες εμφανίζουν παρόμοια συμπτώματα μετά την επαφή τους με τη βρικόλακα, και στις δύο περιπτώσεις η βρικόλακας εμφανίζει παρόμοιες αδυναμίες. Και, βέβαια, υπάρχει και το ομοερωτικό κομμάτι για το οποίο είναι τόσο διάσημη η “Carmilla”. Κάποιοι ακαδημαϊκοί έχουν μάλιστα υποστηρίξει ότι η νουβέλα του Le Fanu είναι διασκευή ή φόρος τιμής στο “Christabel” του Coleridge και σίγουρα κάτι τέτοιο δεν μοιάζει απίθανο, αλλά μάλλον δεν θα μάθουμε ποτέ. Σε κάθε περίπτωση και παρά τα κοινά τους, τα δύο έργα έχουν καθένα τη δική του αξία και ήταν πρωτοποριακά για την εποχή τους. Ας μην ξεχνάμε ότι μιλάμε για τη Βρετανική Αυτοκρατορία του 19ου αιώνα, μια Βρετανική Αυτοκρατορία άκρως πουριτανική, στην οποία η ομοφυλοφιλία ήταν παράνομη, όχι απλώς κοινωνικά κατακριτέα. Το ότι κάποιοι λογοτέχνες είχαν το θάρρος να τη θίξουν έστω και έμμεσα μέσα από τα γραπτά τους είναι αναμφίβολα σπουδαίο.

Και μετά κάνουμε ένα άλμα 100 χρόνων στο μέλλον. Η “Carmilla” κυκλοφόρησε μεταξύ 1871 και 1872, το “Interview with the Vampire” το 1976. Η Anne Rice έγραψε το βιβλίο μετά το θάνατο της κόρης της από λευχαιμία – εμπειρία που σαφώς επηρέασε πάρα πολύ την αισθητική και τα θέματα του βιβλίου. Ωστόσο, ο ομοερωτισμός είναι κάτι που απαντάμε μεταξύ των χαρακτήρων της Rice, τόσο σε αυτό το πρώτο μυθιστόρημα όσο και σε εκείνα που ακολούθησαν. Την ιστορία μας την αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο ο Louis de Pointe du Lac, ένας γαιοκτήμονας της Νέας Ορλεάνης. Τρία είναι τα πρόσωπα που σημαδεύουν την ύπαρξη του Louis και θα αναφερθώ εκτενώς και στα τρία: ο Lestat, η Claudia και ο Armand. Ο Lestat είναι ο βρικόλακας που τον δημιούργησε και, στις αναμνήσεις του πρωταγωνιστή, είναι χρωματισμένος με μελανά χρώματα. Ο Lestat είναι σκληρός, μυστικοπαθής, εγωιστής και παντελώς αντίθετος από τον στωικό, ήρεμο Louis. Εκεί όπου ο ένας δεν ενδιαφέρεται καθόλου για έννοιες όπως το καλό και το κακό και θεωρεί την απέθαντη ύπαρξή του ευλογία, ο άλλος ταλανίζεται από μια φρικτή υπαρξιακή αγωνία και πιστεύει πως είναι καταραμένος. Υπάρχουν ακαδημαϊκοί που υποστηρίζουν πως η σχέση μεταξύ των δυο χαρακτήρων είναι μια σχέση ομοερωτική και, μάλιστα, με ξεκάθαρους ρόλους: ο Lestat είναι η κυρίαρχη προσωπικότητα, αυτό που θα θεωρούσαμε “αρσενική” δύναμη, ενώ ο Louis είναι η υποτακτική προσωπικότητα, αυτό που θα θεωρούσαμε “θηλυκή” δύναμη. Αυτό εδώ το πολύ ωραίο άρθρο αναφέρει κάποιες επιπλέον πηγές και προτείνω να το διαβάσετε, παρόλο που προσωπικά διαφωνώ κάθετα με αυτήν την οπτική και θα αναλύσω γιατί αμέσως τώρα. Αρχικά, θεωρώ επιφανειακή μια τέτοια απόδοση ρόλων στα πλαίσια μιας ομοερωτικής σχέσης. Είναι λίγο σαν τους αδαείς που ρωτάνε το γκέι ζευγάρι “ποιος είναι ο άντρας στη σχέση σας”. Έπειτα, ακόμη πιο επιφανειακή είναι και η ίδια η απόδοση αυτών των ρόλων: ο δυναμικός Lestat είναι “άντρας”, ο ήρεμος Louis είναι “γυναίκα”. Αυτή είναι μια εξαιρετικά αφελής ανάλυση, κατά τη γνώμη μου. Αλλά για να εξηγήσω γιατί, θα πρέπει να φέρω στο προσκήνιο και την υιοθετημένη κόρη του ζευγαριού, την Claudia. Ο Lestat δημιουργεί την Claudia με απώτερο σκοπό να κρατήσει τον Louis, ο οποίος θέλει να τον εγκαταλείψει. Η ίδια η Claudia λατρεύει τον έναν της μπαμπά, σε βαθμό μάλιστα να τον ερωτευτεί (σας μυρίζει κι εσάς σύμπλεγμα Ηλέκτρας εδώ;), και μισεί τον άλλο τόσο πολύ που τον σκοτώνει. Από την πλευρά της Claudia, λοιπόν, ο Lestat μάλλον κατείχε τον μητρικό ρόλο ενώ ο Louis τον πατρικό. Ας μην ξεχνάμε, επίσης, ότι βλέπουμε την ιστορία μέσα από τα μάτια του Louis, ο οποίος είχε ανατραφεί με όλα τα χαρακτηριστικά και τις ιδέες ενός αρσενικού της εποχής του και της τάξης του. Όταν ο Lestat τον καλεί να κοιμηθούν μαζί στο φέρετρο διστάζει και νιώθει απέχθεια, για παράδειγμα, ενώ συχνά σκιαγραφεί τον δημιουργό του ως χειριστικό, εμμονικό και σχεδόν υστερικό – χαρακτηριστικά που, εκείνη την εποχή, ήταν συνδεδεμένα με το γυναικείο φύλο. Είναι, λοιπόν, αρκετά ξεκάθαρο ότι ο Louis θεωρεί τον εαυτό του ως κάτοχο των “αντρικών” αρετών και τον Lestat ως κάτοχο των “γυναικείων” μειονεκτημάτων. Απλώς, οι “αντρικές” αρετές του Louis δεν συμπίπτουν με αυτές του μάτσο άντρα ή του πατέρα τιμωρού της Παλαιάς Διαθήκης (γιατί ας μην ξεχνάμε πως η Rice είναι πιστή χριστιανή), αλλά περισσότερο με εκείνες του ήρεμου δασκάλου και ποιμένα της Καινής Διαθήκης, αλλά και του ιπποτικού μυθιστορήματος.

Αργότερα, ο Louis συναντά τον Armand, τον σαγηνευτικό άγγελο του Μποτιτσέλλι ο οποίος ολοφάνερα τον ελκύει με έναν τρόπο που δεν τον έλκυε ο Lestat. Η σχέση του με τον Lestat ήταν μια σχέση ανάγκης, η σχέση του με τον Armand είναι ξεκάθαρα μια σχέση εγκεφαλική και ερωτική. Από την άλλη, ο Armand είναι κι αυτός εξίσου χειριστικός με τον τρόπο του και σκοτώνει την προηγούμενη οικογένεια του Louis για να πάρει τη θέση της – με το πρόσχημα, μάλιστα, της δίκαιης τιμωρίας. Αν ο Lestat ήταν η τυπική μητέρα, ο Armand είναι η κακιά μητριά του παραμυθιού: πανέμορφος, ύπουλος και θανάσιμος. Και μέσα σ’όλα αυτά, ο απλός, έντιμος και ηθικός Louis άγεται και φέρεται από μακιαβελλικούς χαρακτήρες όπως ο Lestat – για τον οποίο δεν γνωρίζει στην πραγματικότητα απολύτως τίποτα – ή ο Armand – για τον οποίο γνωρίζει ακόμα λιγότερα. Στα επόμενα βιβλία της σειράς, και οι δύο αυτοί χαρακτήρες αποκαλύπτεται πως ήταν bisexual ως θνητοί. Μάλιστα, στην περίπτωση του Armand έχουμε και τη μία και μοναδική σκηνή όπου ένας βρικόλακας (ο Marius, ο δημιουργός του Armand) κάνει σεξ (με τον Armand, όταν αυτός είναι ακόμη θνητός, μιας και μετά δεν λειτουργούν τα γεννητικά τους όργανα). Κάτι τέτοιο δεν ισχύει για τον Louis, ο οποίος ως θνητός είχε επαφές μόνο με γυναίκες.

Πού στέκεται, όμως, η ίδια η συγγραφέας σε σχέση με το θέμα αυτό; Αρχικά, πρόκειται για μια γυναίκα που έχει υποστηρίξει ένθερμα τα δικαιώματα της LGBT κοινότητας, σε βαθμό να διαχωρίσει τη θέση της από αυτήν της καθολικής εκκλησίας και να δηλώσει πως, παρότι παραμένει χριστιανή, απαρνείται πλέον τον θεσμό της εκκλησίας. Ας μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι ο γιος της, Christopher Rice, είναι ανοιχτά γκέι εδώ και χρόνια. Επίσης, σε μια συνέντευξή της το 2016, η συγγραφέας δήλωσε πως βλέπει τον εαυτό της έξω από τους συμβατικούς έμφυλους ρόλους και πως το ίδιο θεωρεί για τους χαρακτήρες της. Αυτό είναι κάτι που βρίσκω εξαιρετικά ενδιαφέρον γιατί, πράγματι, οι βρικόλακες της Rice είναι ουσιαστικά άφυλοι και αδιαφορούν για το σεξ. Στην οποία περίπτωση, κατά πόσο μπορούμε πραγματικά να μιλήσουμε για ομοερωτικές σχέσεις; Πιστεύω πως μπορούμε. Ουσιαστικά, αυτό που προσπαθεί να μας πει η Rice είναι ότι, αν απομονώσουμε το συναίσθημα από τις γενετήσιες ορμές, τότε το συναίσθημα πραγματικά δεν έχει φύλο. Αν τα ζουμιά στον εγκέφαλό μας δεν κατηύθυναν το ποιος μας ελκύει σεξουαλικά (και στην περίπτωση των βρικολάκων δεν το κάνουν, γιατί αυτοί είναι νεκροί), τότε θα μπορούσαμε συναισθηματικά να συνδεθούμε με οποιονδήποτε, ειδικά αν τα ταμπού της κοινωνίας δεν είχαν καμία σημασία για μας. Οι βρικόλακες της Rice εμπλέκονται σε ομοερωτικές σχέσεις γιατί πραγματικά το φύλο δεν έχει καμία αξία γι’ αυτούς, μόνο η συντροφικότητα την οποία έχουν ανάγκη για να μην τρελαθούν από τη μοναξιά μέσα στους αιώνες. Είναι, μου φαίνεται, ένα σημαντικό μήνυμα αυτό: ότι δεν μπορούμε να ελέγξουμε ποιος μας ελκύει και ότι, άσχετα από τις κοινωνικές επιταγές, δεν υπάρχει τίποτα πιο φυσιολογικό από τον έρωτα και την ανάγκη για συντροφιά μεταξύ οποιονδήποτε ανθρώπων.

Στον αντίποδα των άφυλων  βρικολάκων της Rice, οι βρικόλακες του “Lost Souls” είναι εξαιρετικά σεξουαλικά πλάσματα, με πανίσχυρες ορμές και παντελή αδιαφορία για το πώς θα τις ικανοποιήσουν. Πρόκειται για ένα τελείως διαφορετικό είδος που γεννιέται ως έχει, δεν σηκώνεται από τους νεκρούς. Ο Zillah είναι ο αρχετυπικός, τρελαμένος ροκ σταρ που έχει γκρούπιζ και πέφτουν όλοι στα πόδια του. Είναι ανδρόγυνος σε εμφάνιση, τα χρώματά του είναι τα χρώματα του Mardi Gras, της κατ’ εξοχήν γιορτής του πλεονασμού και της ασυδοσίας στη Νέα Ορλεάνη. Είναι σκληρός και βίαιος, θυμίζει αρκετά τον Lestat, αλλά χωρίς τα χαρακτηριστικά που κάνουν εκείνον συμπαθή – ο Zillah είναι ξεκάθαρα villain στην ιστορία μας και απολαμβάνει αυτόν του τον ρόλο. Κι όμως, απέναντι στον Nothing δείχνει τρυφερότητα, παρότι η σχέση τους είναι διπλά κοινωνικά κατακριτέα: ο Zillah είναι πατέρας του και οι δυο τους είναι, επίσης, εραστές. Η αιμομειξία είναι κάτι που επίσης βλέπουμε συχνά σε ιστορίες με βρικόλακες, αλλά αυτό είναι ένα άλλο ζήτημα και δεν θα το αναλύσουμε εδώ. Οι δύο χαρακτήρες ξεκινούν αυτήν την ιδιαίτερη σχέση για τελείως διαφορετικούς λόγους: ο Zillah επειδή δεν έχει μάθει να βάζει φραγμούς στις επιθυμίες του και θέλει να σπάσει κάθε όριο και κάθε ταμπού, ενώ ο Nothing επειδή βιώνει μια υπαρξιακή στασιμότητα: μόλις στην εφηβεία του, έχει ήδη κάνει τα πάντα και δοκιμάσει τα πάντα, και βρίσκεται σε μια κατάσταση μόνιμης ανίας στα όρια της κατάθλιψης. Πάνω και πέρα απ’ όλα, όμως, είναι ο φόβος της μοναξιάς αυτό που τους κινητοποιεί, γιατί δεν υπάρχει τίποτα χειρότερο από το αν είναι κανείς μόνος.

Maybe they did what they had to do to live, and tried to get a little love and have a little fun before the darkness took them.

Θα κλείσω αυτή την περιήγηση με ένα βιβλίο του 2013, το Blood Oranges. Η πρωταγωνίστριά του, Quinn, είναι ανοιχτά και αμετανόητα ομοφυλόφιλη, έχει μια χαρά σεξουαλικές ορμές και μια χαρά σεξ κάνει κατά τη διάρκεια της τριλογίας. Μεγάλη διαφορά από την εποχή της “Christabel” και της “Carmilla”, έτσι δεν είναι; Όντως, έτσι φαίνεται, αλλά στην πραγματικότητα υπάρχει μια ξεκάθαρη συνέχεια, μια νοητή γραμμή που μπορεί κανείς να ακολουθήσει από το τότε στο σήμερα και στην οποία κάθε συγγραφέας από όσους αναφέραμε έβαλε το δικό του λιθαράκι για να μπορούμε σήμερα να είμαστε εδώ και να έχουμε χαρακτήρες όπως η Siobhan Quinn.

Υπάρχουν κάποιοι που θεωρούν προβληματικό το να συνδέονται οι βρικόλακες με τον ομοερωτισμό ή που υποστηρίζουν πως οι βρικόλακες χρησιμοποιήθηκαν ως μεταφορά για το AIDS (αν διαβάσατε τα links που παρέθεσα πιο πάνω, θα ξέρετε ήδη πως και οι δύο αυτές οπτικές είναι αβάσιμες). Οι ιστορίες με βρικόλακες ήταν ένας έξυπνος και ασφαλής τρόπος να εισαχθούν ζητήματα σεξουαλικών προτιμήσεων στη λογοτεχνία του φανταστικού και, μάλιστα, σε εποχές στις οποίες τέτοια θέματα ακόμα δεν συζητούνταν ανοιχτά. Και πολύ καλά έκαναν οι συγγραφείς και τους χρησιμοποίησαν για να μιλήσουν γι’ αυτά.

Τι άλλα πλάσματα έχουν χρησιμοποιηθεί από τη λογοτεχνία του φανταστικού ως σύμβολα για ομοερωτικές σχέσεις; Μην ξεχάσετε να μας το πείτε στα σχόλια. Μέχρι την επόμενη φορά, καλές αναγνώσεις!

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά