Η Συμφωνία (απόσπασμα, Μέρος Γ’)

by Nyctophilia

Διαβάστε ΕΔΩ το Μέρος Β’.

Ως ενήλικας πια, κι αφού δεν είχα κανένα εφόδιο, οικονομικό και βαθμολογικό, αλλά και χωρίς καθαρό μυαλό μετά το θάνατο της μητέρας μου δεν με απασχόλησαν οι όποιες σπουδές. Αντιθέτως, έκανα διάφορες δουλειές όπου έβρισκα. Μπορεί να μην συνέχισα το σχολείο αλλά τα χέρια μου τα δούλευα καλά! Μπορούσα να βάψω, να επισκευάσω παλιά υδραυλικά, παλιές ξύλινες σκεπές και γενικά να κάνω πάσης φύσεως μερεμέτια. Με φώναζαν αρκετοί γείτονες όχι τόσο για να με στηρίξουν οικονομικά, αλλά για να με εκμεταλλευτούν όσο μπορούσαν δίνοντας μου ένα κομμάτι ψωμί. Αλλά δεν με ένοιαζε, μου αρκούσε ότι μπορούσα να ζήσω, ότι επιβίωνα. Πάντα με το χαμόγελο στα χείλη και με όση ευγένεια μπορούσα να έχω. Δεν έλεγα ποτέ όχι.

Ώσπου μια μέρα με κάλεσαν οι γονείς σου. Σας είχε χαλάσει μου είπαν ο σωλήνας του μπάνιου και είχατε γεμίσει νερά. Είχαν ακούσει από την γειτονιά πως ήμουν ο πιο κατάλληλος για αυτό. Ακόμα θυμάμαι τον πρώτο μας διάλογο…

-Καλημέρα Μάρτιν, μου είπε η κυρία Ρόουζ, η μητέρα σου Αφροδίτη.

Εγώ εκείνη την ώρα ήμουν σκυμμένος και καθάριζα τον μικρό κηπάκο που είχαμε από τα αγριόχορτα. Γύρω μου υπήρχε η συνηθισμένη ησυχία, που καμιά φορά την έσπαγαν τα αμάξια με τις δυνατές τους κόρνες, ή το γάβγισμα κάποιου σκύλου αν πέρναγε από μπροστά του κάποιος άγνωστος. Βλέποντας την σκιά της να με καλύπτει, αιφνιδιασμένος αναπήδησα, γύρισα και την κοίταξα.

-Κα… Καλημέρα κυρία Ρόουζ!

Της απάντησα προσπαθώντας να καταπιώ τον κόμπο που ένιωσα εκείνη την ώρα στο λαιμό μου.

-Ξέρεις… μου είπαν ότι ασχολείσαι με διάφορες μικροδουλειές και επειδή έχω ένα μικρό προβληματάκι θα ήθελα να του ρίξεις μια ματιά, με το αζημίωτο βέβαια…

-Ναι, ναι… Φυσικά! Να πλύνω τα χέρια μου κι έρχομαι αμέσως!

-Εντάξει λοιπόν, θα σε περιμένω. Μόλις είσαι έτοιμος χτύπα μου το κουδούνι, ναι;

Μου αποκρίθηκε με μια προσποιητή καλοσύνη, αλλά σιγά μην έδινα σημασία σε τέτοιες λεπτομέρειες! Αυτό που είχε σημασία για εμένα ήταν ότι θα έμπαινα για λίγο στον κόσμο τον δικό σου, σε έναν απόμακρο και απροσπέλαστο για εμένα κόσμο, ή τουλάχιστον απόμακρο ως τώρα, έστω και προσποιητά, ήταν μια καλή αρχή. Θα έβλεπες ότι κάτι μπορώ να κάνω και εγώ. Πως είμαι χρήσιμος. Και ίσως αυτό άρχιζε να σου αλλάζει την εικόνα που είχες για μένα. Με ένα νεύμα του κεφαλιού μου κι ένα χαμόγελο, συμφώνησα μαζί της, κι η μητέρα σου γύρισε στην αυλή σας.
Έτσι λοιπόν τρέχοντας πήγα και πλύθηκα, φόρεσα ένα καλύτερο παντελόνι και χτένισα όσο μπορούσα καλύτερα τις ηλίθιες απείθαρχες μπούκλες στα μαλλιά μου.

Σε πέντε λεπτά ήμουν εκεί. Η μητέρα σου είχε μπει μέσα κι έτσι χτύπησα το κουδούνι, το οποίο όσο δυνατό και να ήταν δε θα μπορούσε να καλύψει με τίποτα τον παλμό τής καρδιάς μου που σφυροκοπούσε σαν τρελή από το άγχος και την αγωνία. Ήδη είχα αρχίσει να ιδρώνω και ταυτόχρονα να κρυώνω.

Με το ίδιο προσποιητό γέλιο μου άνοιξε την πόρτα η κυρία Ρόουζ. Εγώ σαστισμένος καθόμουν και την κοίταζα με ένα χαζό χαμόγελο στα χείλη.

-Έλα πέρασε μέσα, μη ντρέπεσαι Μάρτιν! Δε θα σε φάμε, μου είπε ελαφρώς αστειευόμενη χαμογελώντας, παραμερίζοντας λίγο για να περάσω, κάνοντας συγχρόνως μια ευγενική χειρονομία με το χέρι της, δείχνοντας μου το εσωτερικό τού σπιτιού.

-Ναι… όχι…. δεν… Συγχωρέστε με. Είμαι λιγάκι αγχωμένος… ε… κουρασμένος…

Προσπάθησα να δικαιολογηθώ ξέροντας πως πρέπει να της είχα φανεί πολύ χαζός εκείνη την ώρα. Μην ξέροντας τι άλλο να πω έσφιξα τα δόντια και πέρασα μέσα. Ο πατέρας σου καθόταν με την πλάτη του απέναντί μου στον καναπέ τού σαλονιού, διαβάζοντας την εφημερίδα του σταυροπόδι και δίπλα του σε ένα μικρό ξύλινο τραπεζάκι δεξιά του είχε μια κούπα καφέ που ακόμα άχνιζε. Δεν γύρισε καν να με κοιτάξει. Δεν μου έδωσε καμία σημασία. Στεκόμουν αμήχανα στην είσοδο κοιτάζοντάς τον, μέχρι που άκουσα την πόρτα να κλείνει αργά πίσω μου από την μητέρα σου. Μου θύμισε για λίγο τον δικό μου πατέρα, έτσι καθόταν και εκείνος της Κυριακές διαβάζοντας την εφημερίδα του και όταν με έβλεπε μπροστά του να τον κοιτάζω τρίβοντας τα μάτια μου αγουροξυπνημένος, την άφηνε κάτω και άνοιγε τα χέρια του να με πάρει αγκαλιά λέγοντας μου «Καλημέρα, έλα εδώ υπναρά μου!» Αλλά όλα αυτά ανήκαν πλέον στο παρελθόν…

-Καλησπέρα σας…

Χαιρέτησα αμήχανα κουνώντας ελαφρά το κεφάλι μου προς τα εμπρός, αλλά δεν πήρα καμία απάντηση. Ήμουν σαν αόρατος. Ο μόνος άνθρωπος που με έβλεπε ήταν η μητέρα σου.

-Από εδώ Μάρτιν, ακολούθησε με, μου είπε η κυρία Ρόουζ σαν να μην συμβαίνει τίποτα.

Ανεβήκαμε τις σκάλες που οδηγούσαν στον επάνω όροφο και με πήγε προς το μπάνιο.

-Εδώ είναι ο “ασθενής” μας! Έχω κλείσει τις βάνες γιατί είχαμε πλημυρίσει… Θες να τις ανοίξω να δεις από πού τρέχει;

-Όχι, όχι… Η ζημιά σας είναι πάρα πολύ απλή, ένα δακτυλίδι έχει ξεβιδωθεί τελείως από την ένωση του σωλήνα και έχει πέσει στην βάση του… Σε λίγα λεπτά θα έχει διορθωθεί η βλάβη!

Εγώ όμως είχα τον νου μου αλλού… Σε εσένα… Η καρδιά μου χτυπούσε σαν τρελή σε κάθε θόρυβο που άκουγα. Νόμιζα πως θα εμφανιστείς ξαφνικά από κάπου…

Ξεκίνησα την δουλειά μου, πάντα υπό την επίβλεψη της κυρίας Ρόουζ πάνω από το κεφάλι μου, προφανώς γιατί θα φοβόταν μην της κλέψω τίποτα. Ώσπου ξαφνικά άκουσα την φωνή σου από τις σκάλες να με πλησιάζει…

-Καλησπέρα μανούλα! Τι κάνεις εδώ;

-Φώναξα τον γείτονα μας, τον Μάρτιν, να μας φτιάξει την ζημιά στο μπάνιο. Τον θυμάσαι έτσι; Πηγαίνατε μαζί σχολείο…

Σου μιλούσε με λίγο προσποιητό ύφος και καλά σαν να μην ήξερε πώς μου φερόταν η κόρη της όταν συναντιόμασταν στο σχολείο. Πόσο γελοίοι είναι οι άνθρωποι όταν έχουν την ανάγκη σου…

-Μα φυσικά και τον θυμάμαι! Γεια σου Μάρτιν τι κάνεις; Είπες με εύθυμη φωνή χαμογελώντας.

Αν και ήξερα ότι η ευγένεια σου ήταν άλλο ένα παιχνίδι για εσένα, εγώ ένιωσα σαν να έχανα την γη κάτω από τα πόδια μου.

Μου έπεσαν τα εργαλεία από τα χέρια που εκείνη την ώρα έτρεμαν από αμηχανία χωρίς να μπορώ να τα ελέγξω. Για άλλη μια φορά χαμογέλασες κοιτώντας με στα μάτια γύρισες κι έφυγες.

-Είσαι καλά Μάρτιν, με ρώτησε η κυρία Ρόουζ.

-Ναι, ναι μια χαρά… είπα αδιάφορα…

Και πιάνοντας ξανά τα εργαλεία συνέχισα την δουλειά μου προσπαθώντας να συγκεντρωθώ. Αλλά δεν μπορούσα, ήταν αδύνατο να δουλέψω ξέροντας ότι βρισκόμουν στον ίδιο χώρο με εσένα. Σε άκουγα που μιλούσες στο τηλέφωνο με τις φίλες σου και λαχτάραγα να ήμουν κάποτε και εγώ ένας από τους φίλους σου που θα μιλούσες έτσι. Όνειρα, όνειρα ενός μικρού σκουπιδιού που κάποτε θέλησε να κοιτάξει τον ήλιο… Εσένα.

-Είμαστε έτοιμοι κυρία Ρόουζ. Ανοίξτε τις βάνες να δούμε τι κάναμε.

-Αφροδίτη! Κατέβα κάτω σε παρακαλώ και άνοιξε τις βάνες που έχουμε κάτω από την κουζίνα.

Εσύ δεν απάντησες και η μητέρα σου πλέον ανεβάζοντας τον τόνο της φώναξε:

-Έλα λοιπόν μην αργείς.. Αμάν πια με αυτά τα τηλέφωνα…

-Καλά βρε μάνα, μια φορά να μην φωνάξεις και να με κάνεις ρεζίλι στους φίλους μου, καημό το έχω. Τί νομίζεις, ότι δε σε ακούνε επειδή είναι πίσω από ένα τηλέφωνο; Πάω…

Και κατέβηκες κάτω ρίχνοντάς μου μια λοξή ματιά σαν να έφταιγα εγώ που σου φώναξε…

-Τις άνοιξα, ακούστηκε η φωνή σου από κάτω.

Έριξε μια ματιά η κυρία Ρόουζ για να βεβαιωθεί πως δεν τρέχει τίποτα και μόλις με είδε να σηκώνομαι συμμαζεύοντας και τους σωλήνες να μην τρέχουν, ευχαριστημένη μου είπε:

-Είσαι καταπληκτικός Μάρτιν! Μπράβο! Θα σε ξαναφωνάξω αν προκύψει τίποτε άλλο, καμιά άλλη βλάβη! Έλα κάτω μαζί μου να σε πληρώσω.

Την ώρα που κατεβαίναμε προς το ισόγειο εσύ ανέβαινες, με αργά βήματα και το κεφάλι ελαφρώς σκυμμένο προς τα κάτω έπιανες με το δεξί σου χέρι την γυαλισμένη ξύλινη κουπαστή της σκάλας αφήνοντάς το να γλιστράει απαλά πάνω της. Κι εκεί τα σώματα για λίγο αντάμωσαν. Το χέρι σου άγγιξε για λίγο το δικό μου κι ο χρόνος σταμάτησε εκεί!!! Έκλεισα τα μάτια και σαν υπνωτισμένος από το άρωμα σου ένιωσα τα πόδια μου να λυγίζουν. Χιλιάδες βολτ με σφυροκόπησαν ανελέητα κάνοντάς με να νιώσω ζωντανός. Άνοιξα τα μάτια και σε είδα να με κοιτάζεις γεμάτη αηδία. Μπορεί να είχες και δίκιο. Τι δουλειά είχε ένα σκουπίδι ανάμεσα σας; Όμως ξέρεις… καμιά φορά και τα σκουπίδια μπορούν να ονειρευτούν… Αλήθεια… Το ξέρεις; Στο έμαθε ποτέ κανείς;

Αφού πήρα την αμοιβή μου έφυγα όπως μπήκα… Σαν φάντασμα…

Πηγαίνοντας σπίτι μου το πρώτο πράμα που έκανα ήταν να μυρίσω το χέρι μου που είχε ακόμα το άρωμα σου. Το έκανα όλη την ώρα προσπαθώντας να σε χορτάσω πριν εξαφανιστεί από πάνω μου. Ήταν το μόνο που είχα από εσένα. Έκατσα στον παλιό καναπέ μας που κάποτε η μητέρα μού διάβαζε παραμύθια και με νανούριζε.

-Μου λείπεις μανούλα, το ξέρεις; Μονολόγησα χαϊδεύοντας το χέρι που είχες ακουμπήσει…

Ένιωθα τόση μοναξιά μέσα μου. Έβλεπα τους ανθρώπους τριγύρω μου να γελάνε και να περνάνε καλά, και αναρωτιόμουν εγώ γιατί δεν μπορούσα να βρω την ευτυχία; Μου είχε πει κάποτε η μητέρα μου πως όλοι οι άνθρωποι σε αυτή την γη έχουν ένα ταίρι και αργά η γρήγορα θα συναντηθούν! Πού ήταν το δικό μου; Τι έπρεπε να κάνω; Αυτό μανούλα ποτέ δεν μου το είπες…

Αντίθετα έφυγες και με άφησες μόνο και ντροπιασμένο. Και για όλα φταίει αυτός… Ο πατέρας μου που μας εγκατέλειψε δίχως να νοιαστεί τί θα απογίνουμε.

Όλα αυτά θέλω να αλλάξω! Να ξεπλύνω την ντροπή από πάνω μας και να σε κάνω περήφανη. Να δει ο κόσμος την πραγματική μου αξία! Να δουν πόσο λάθος έκαναν… Πόσο με αδίκησαν…

Και να κάνω την Αφροδίτη δική μου… Να της προσφέρω ό,τι εγώ στερήθηκα… Αγάπη…
Τις ημέρες αυτές δεν μπορούσα να κοιμηθώ. Σε σκεφτόμουν συνέχεια, το άρωμα σου, που πλέον άνηκε στο παρελθόν, την φωνή σου, το βλέμμα σου. Ήθελα τόσο πολύ να σε ξαναπλησιάσω… Μα ήξερα ποιος ήμουν και πού άνηκα και ποια ήσουν εσύ, μια κοπέλα μεγαλωμένη σε έναν τέλεια πλασμένο, σχεδόν μαγικό κόσμο!

Ένα ανοιξιάτικο πρωινό κατέβηκα στο κέντρο να ψωνίσω ορισμένα τρόφιμα που μου έλειπαν. Χάζευα τον κόσμο τριγύρω που περπατούσε ανέμελος, δίχως προβλήματα, δίχως σκοτούρες. Νεαρά ζευγάρια να περπατάνε χεράκι – χεράκι και να χαμογελάνε ευτυχισμένα. Τους ζήλευα, δεν μπορώ να το αρνηθώ αλλά ήξερα πως κάποτε θα φτάσει και η δική μου σειρά. Εκεί που περπατούσα αφηρημένος, σκόνταψα πάνω σε έναν νεαρό πετώντας του το αναψυκτικό κάτω.

-Ωωω… Συγνώμη κύριε δεν το έκανα επίτηδες! Θα σας πληρώσω το αναψυκτικό…

-Ρε στραβάδι δε βλέπεις πού πας; Μου απάντησε με θυμό και συνέχισε…

-Μα για μια στιγμή εσένα κάπου σε ξέρω… Είσαι ο ηλίθιος ο Μάρτιν! Ναι, βέβαια, αυτός είσαι! Σε θυμάμαι! Είχες έρθει στο σχολείο μας μικρός με τα κουνιστά βυζάκια σου!!! Χα χα χα χα χα δεν άλλαξες καθόλου!

Και με μια απότομη κίνηση άπλωσε το χέρι του και μου τσίμπησε με δύναμη το στήθος, κάνοντας με να βγάλω μια δυνατή στριγκλιά πόνου.

-Ηλίθιος ήσουν μικρός, ηλίθιος παρέμεινες και μεγάλος… Άντε πέσε τα λεφτά για την ζημιά που μου έκανες πριν αλλάξω γνώμη και σε κάνω τόπι στο ξύλο χοντρούλη…

-Ναι βέβαια… Ορίστε… Δεν το ήθελα…

-Καλά, καλά… Άντε πέσε το χρήμα και μη σε ξανά δω μπροστά μου, βλάκα.

Και φεύγοντας την ώρα που του γύρισα την πλάτη έσκυψε και μου πέταξε το χάρτινο κουτάκι τού αναψυκτικού επάνω μου, που αφού χτύπησε στην πλάτη μου έπεσε ξανά κάτω.

-E! Για να μην ξεχνιόμαστε, είπε φωνάζοντας και ξέσπασε σε γέλια φεύγοντας.

Αδιαφορώντας, έκανα αυτό που είχα μάθει να κάνω πάντα, άνοιξα το βήμα μου και απομακρύνθηκα. Ένιωθα να με κοιτά ο κόσμος περίεργα, να αναρωτιέται για εμένα και την δειλή αντίδραση μου, αλλά πολύ γρήγορα με ξέχασε και συνέχισε να κοιτά την δουλειά του.

Ξαφνικά άκουσα μια φωνή να με φωνάζει.

Συνεχίζεται…

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά