Κριτική: “Έρημος και Ομίχλη” της Χριστίνας Μαλαπέτσα

by Αταλάντη Ευριπίδου

Σπάνια γράφω κριτικές για ελληνικά βιβλία – αυτό, νομίζω, είναι το τρίτο – γιατί δεν αποτελούν το αντικείμενο της στήλης μου, η οποία εξ αρχής ήταν προσανατολισμένη στην ξενόγλωσση λογοτεχνία. Παρ’ όλα αυτά, όσο διάβαζα το “Έρημος και Ομίχλη”, επιβεβαιωνόταν διαρκώς η αίσθηση που είχα από τις πρώτες κιόλας σελίδες: αυτό ήταν ένα βιβλίο για το οποίο πραγματικά θα ήθελα να γράψω δυο λόγια και να το μοιραστώ με τον κόσμο που δεν το ξέρει ήδη. Ε, και να ‘μαστε.

Το “Έρημος και Ομίχλη” κυκλοφόρησε το 2015 από τις εκδόσεις Momentum και ομολογώ ότι βρήκα εντυπωσιακό το γεγονός ότι δεν το έχει διαβάσει περισσότερος κόσμος κι ότι δεν υπάρχει κάποια κριτική για το βιβλίο στο διαδίκτυο. Τρία πράγματα φταίνε γι’ αυτό, θαρρώ. Κανένα από τα τρία δεν έχει σχέση με την ποιότητα του βιβλίου, οπότε θα τα αναφέρω τώρα για να τα βγάλουμε από τη μέση: τίτλος, εξώφυλλο, οπισθόφυλλο. Ο τίτλος, ναι, είναι αντιπροσωπευτικός, αλλά είναι υπερβολικά γενικόλογος και θα μπορούσε να ταιριάξει σε οτιδήποτε, από ρομάντζο μέχρι κατασκοπικό μυθιστόρημα. Το εξώφυλλο δεν είναι διόλου ελκυστικό και παραπέμπει περισσότερο σε επιστημονική φαντασία – χώρια που δεν ταιριάζει οπτικά στο λευκό και το κόκκινο φεγγάρι που θα περιμέναμε με βάση τις περιγραφές μέσα στο βιβλίο. Τέλος, το οπισθόφυλλο διαβάζεται περισσότερο σαν κείμενο που γράφτηκε για κάποια παρουσίαση του βιβλίου, παρά σαν κάτι που θα δώσει στον αναγνώστη να καταλάβει τι θα διαβάσει. Κι αφού σας τα είπα όλα αυτά, θα σας προτρέψω να τα αγνοήσετε εντελώς και να διαβάσετε το βιβλίο έτσι κι αλλιώς, γιατί είναι υπέροχο.

Το “Έρημος κι Ομίχλη” αποτελείται από δύο μικρά μυθιστορήματα που λαμβάνουν χώρα στον κόσμο της Εάμ Ρελ και μοιράζονται κι έναν χαρακτήρα. Το πρώτο, “Οι Άνεμοι της Αμερέν”, διαδραματίζεται στη Μπραν’ Αρέδ, στα βάθη της ερήμου, με δύο πόλεις και τους ηγέτες της στο επίκεντρό του. Ο Σουλέν και ο Παρνούκ είναι αδελφικοί φίλοι και, όταν ένα ξόρκι δένει τις βροχές της επικράτειάς του, ο Σουλέν ζητάει βοήθεια από τον άρχοντα της γειτονικής πόλης και πατέρα του φίλου του προκειμένου να εξοικονομήσει χρόνο και να βρει μια λύση για τον λαό του. Η δεύτερη ιστορία, με τίτλο “Μεόμραϊχ”, μας ταξιδεύει στο σύμπλεγμα νησιών Κέοθαχ Εΐλεαν, όπου οι παράξενοι ουίλενταθ ζουν μέσα στις ομίχλες. Η κλέφτρα Ζαγιέν και η δολοφόνος Μολέσσα προσλαμβάνονται για να φέρουν εις πέρας μια αποστολή εκεί, μόνο που δεν είναι ακριβώς η αποστολή την οποία νόμιζαν.

Δύο θέματα είναι, κατά κύριο λόγο, η κοινή φλέβα που διατρέχει τις δύο νουβέλες: το καθήκον και η αγάπη. Τα βλέπουμε και τα δύο σε πολλές μορφές και εκφάνσεις, αλλά είναι πανταχού παρόντα και αποτελούν κινητήριες δυνάμεις των χαρακτήρων. Κι αυτό, από μόνο του, θα μου είχε δώσει να καταλάβω πόσο αγαπά η συγγραφέας του βιβλίου τον Guy Gavriel Kay, ακόμη κι αν δεν το ήξερα. Εντάξει, τα δύο φεγγάρια βοηθάνε επίσης.

Από τις δυο ιστορίες, απόλαυσα περισσότερο την πρώτη, του “Ανέμους της Αμερέν”, κυρίως για συναισθηματικούς λόγους. Αυτή ήταν η ιστορία που με κράτησε ξύπνια για να την τελειώσω, αυτή ήταν η ιστορία που με έκανε να κλάψω – και σπάνια το καταφέρνουν αυτό βιβλία, πια. Από την άλλη, με κέρδισαν περισσότερο οι κεντρικοί χαρακτήρες του “Μεόμραϊχ” – οι οποίες είναι φοβερό sword and sorcery δίδυμο, με τρομερή δυναμική και προοπτικές για μπόλικες ιστορίες βασισμένες στις δυο τους. Εγώ, πάντως, αυτό το βιβλίο θα το διάβαζα σίγουρα.

Απόλαυσα πολύ τη γραφή της Χριστίνας Μαλαπέτσα, τόσο στα πιο λυρικά κομμάτια όσο και στα πιο αλήτικα, και την επαινώ για τον απενοχοποιημένο τρόπο με τον οποίο χειρίζεται τη γλώσσα. Δεν το τολμούν πολλοί και, από αυτούς που το τολμούν, λίγοι το πετυχαίνουν. Ειδικά στη λογοτεχνία του φανταστικού, είναι τόσοι αυτοί που νομίζουν ότι ο μέσος άνθρωπος σ’ έναν φανταστικό κόσμο θα μιλάει σαν Άγγλος λόρδος που καταντάει αστείο. Απόλαυσα πολύ και τους χαρακτήρες στο σύνολό τους, το βάθος της κοσμοπλασίας που μαρτυρά χρόνια ολόκληρα σκέψης και τελειοποίησης, τις δημιουργικές επιλογές, τις αποκαλύψεις, τη ροή, αλλά και την πλοκή. Το “Μεόμραϊχ” μου φάνηκε ένα κλικ πιο αργό, μάλλον λόγω των πολλών εξηγήσεων για την κουλτούρα των ουίλενταθ, αλλά αποζημιώνει με πρωτοτυπία ιδεών (το αφηγηματικό εύρημα, οι μπεάθα, η κοινωνία, τα χρώματα, οι ίδιοι οι ουίλενταθ – όλα αυτά ήταν πράγματα που, εγώ, τουλάχιστον, δεν είχα ξαναδεί κάπου αλλού και πάντα με χαροποιεί να βλέπω κάτι για πρώτη φορά). Από την άλλη, στους “Ανέμους” έχουν ξεφύγει κάποια τυπογραφικά λαθάκια που στο δεύτερο μέρος του βιβλίου δεν υπάρχουν.

Τελικό πόρισμα: είναι λίγο εγκληματικό που αυτό το βιβλίο δεν έχει διαβαστεί περισσότερο. Νομίζω πως αυτό τα λέει όλα, αλλά σε περίπτωση που δεν ήταν αρκετά σαφές, σας προτρέπω να το αναζητήσετε και να το διαβάσετε. Δεν πρόκειται να χάσετε.

Μέχρι την επόμενη φορά, καλές αναγνώσεις!

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά