Κριτική: “Φωνές από την άβυσσο” του Μάριου Δημητριάδη

by Μαρία Σούμμα

Όσοι από σας ζήσατε κάποτε σε σπίτι με εκείνα τα παλιά κλασικά επιτοίχια ρολόγια με το εκκρεμές, θα καταλάβατε λίγο πιο εύκολα αυτά που θέλω να σας πω. 3.600 τικ τακ την ώρα και ένα νταν, μακρόσυρτο και επίμονο για κάθε ώρα. Αυτοί οι ήχοι χτυπούν ακριβώς στο κέντρο του εγκεφάλου και, σαν να κατοικείς ο ίδιος μέσα σε καμπάνα, δεν σ’ αφήνουν να ηρεμήσεις, είναι εκεί για να σου θυμίζουν την αμείλικτη πορεία του χρόνου, τα δευτερόλεπτα που χάνονται μέσα από τα χέρια σου και, αρκετές φόρες, αυτά που έχασες, μιας και η ένταση, ο τόνος και η χροιά παραμένουν απαράλλαχτα, ήχοι εφιαλτικοί!

Αυτοί οι ήχοι σταματούν σε δύο περιπτώσεις μόνο: όταν πρέπει να κουρδιστεί το ρολόι και όταν γίνουν συνήθεια. Στην πρώτη, είναι παροδικό και μάλιστα φαντάζει οξύμωρο το γεγονός ότι αδημονείς να ξαναρχίσουν, για να είσαι σίγουρος για την επιτυχία του κουρδίσματος. Στην δεύτερη περίπτωση είναι μόνιμο. Θεωρώ ότι ο εγκέφαλος έχει αυτή την ικανότητα να ρίχνει σε λανθάνοντα λήθαργο, κάτι σαν ψευτο-κώμα, όλα εκείνα τα οποία δεν μπορεί να αποβάλει. Έτσι ακριβώς πράττει και με τους ήχους αυτούς…απλά τους κάνει mute. Γνωρίζεις καλά ότι το ρολόι χτυπάει, δώδεκα φορές στις δώδεκα νιώθεις τις δονήσεις που προκαλεί το εκκρεμές με την κίνησή του αλλά… δεν το ακούς.

Κάπως έτσι και ο Ανδρέας είναι στοιχειωμένος από έναν εφιάλτη, όμοιο με τους χτύπους ρολογιού, πάντα εκεί άσχετα με τον τόπο ή τον χρόνο. Μια γυναίκα στ’ όνειρό του, πιστή στο ραντεβού του Μορφέα, να επαναλαμβάνει τις ίδιες λέξεις, όπως ακριβώς αυτό το τικ-τακ: “Γύρνα, εξιλέωση, το σπίτι μας, εκδίκηση”, και αυτός ανήμπορος ν’ αντιδράσει, απλά συνηθίζει, συμφιλιώνεται και συνεχίζει να ζει, σαν σε μια άλλη καθημερινότητα.

Οι λέξεις, οι οποίες μοιάζουν να έχουν τοποθετηθεί με ακρίβεια, συντελλούν στη συναισθηματική κλιμάκωση και έκρηξη που συνοδεύει τη ζωή του Ανδρέα μέχρι και το τέλος του βιβλίου. Έχετε συλλογιστεί ποτέ τι θα συνέβαινε αν ο εγκέφαλος έπαυε ξαφνικά αυτή τη λειτουργία ληθάργου και ξανακούγατε, όχι μόνο τους χτύπους του τρέχοντος χρόνου, άλλα και όλους εκείνους που κράτησε σε σιωπή ο εγκέφαλος όλο το προηγούμενο διάστημα, σαν να σας έλεγαν την ιστορία τους; Πιθανότατα τρέλα ή, έστω, παράκρουση.

Έτσι, όταν μια μέρα ο ίδιος ξυπνήσει και δει τον εφιάλτη να παίρνει σάρκα και οστά, αλλά μεταλλαγμένο οπτικά και συναισθηματικά, λες και το “γύρνα” είχε επιτευχθεί ήδη και στόχος ήταν πια η εκδίκηση, ακροβατεί μεταξύ πραγματικότητας και παραισθήσεων, άρνησης και εσωτερικής αναζήτησης. Η σκέψη του όλη είναι κυριευμένη από το ζωντανό “ολόγραμμα”, η καθημερινότητα του ανατρέπεται και σαν έρμαιο των “φωνών” ακολουθεί μια πορεία ξέφρενη απ’ όλες τις απόψεις,

“Σαν να ξημερώνει σε μια αλλιώτικη Γη, μια γη που ποτέ του δεν έχει ξαναδεί”.

Την αγνοούσε ή εθελοτυφλούσε; Μια νέα γη που θα οδηγηθεί σε αυτή από φωνές, σε ένα χωριό που κρύβει συθέμελα τον τρόμο και ο φόβος είναι σπαρμένος σε κάθε γωνιά του.

“Θα αποκαλυφθεί ξαφνικά μια νέα ζωή, μια ζωή που ο ίδιος δεν μπορεί να καταλάβει”.

Αν υποθέσουμε ότι ο Αντρές είναι οι δείκτες του ρολογιού (συνεχίζει να ζει άσχετα με τον εφιάλτη, εξάλλου), η γυναίκα το εκκρεμές (κινείται πάντα σταθερά), λείπει το κουρδιστήρι, το κλειδί εκείνο που θα ενεργοποιήσει τα πάντα, θα κάνει τα γρανάζια να γυρίζουν για να συνδέσει τους δείκτες με το εκκρεμές και όλα τελικά έχουν μια λογική… την εξέλιξη του χρόνου ή, στην δική μας περίπτωση, στη λύση του γρίφου που γνωρίζει από χρόνο το ίδιο καλά. Το χωριό αυτό είναι το κλειδί, η μόνη προϋπόθεση είναι η συνεύρεση και των τριών στοιχείων στο ίδιο μέρος. Και ο μηχανισμός τίθεται σε λειτουργία.

“Είναι παράξενο τελικά πως η ομορφιά μπορεί να πληγώσει τα κλειστά μάτια”

Κλειστά μάτια! Αυτό θα το δούμε παντού στο βιβλίο, κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ένα βιβλίο που στο κατώφλι περίπου των 45 μου, με έκανε να αναρωτηθώ, για ακόμα μια φορά, για τα όρια, την φύση των πραγμάτων, την υποκειμενικότητα η αντικειμενικότητα αυτών – διαλέξτε πλευρά ανάλογα με την οπτιμιστική ή πεσιμιστική σας διάθεση. Κλείνουμε τα μάτια στην αλήθεια, στο ψέμα, στον φόβο, στο ίδιο το είδωλό μας στον καθρέφτη. Μέχρι που κάποια μέρα έρχεται μια φωνή για να μας ξυπνήσει από τον δικό μας λήθαργο και μας επιβάλει να ανοίξουμε τα μάτια και να δούμε την τρομακτική ομορφιά της πραγματικότητάς μας.

Η φωνές του Αντρέα αλλάζουν μορφή ακριβώς σαν τα τραγούδια της άγριας μέταλ σκηνής, φωνή, κραυγή, ουρλιαχτό, όχι σε τρία διαφορετικά τραγούδια αλλά στο ίδιο, τη Ζωή του.

“Και η ομορφιά τότε πληγώνει πολύ περισσότερο από όλη την βρωμιά και τον πόνο που έχει εμποτίσει την ύπαρξή μας”

Ανοίγοντας τα μάτια έρχεται ή ώρα της κρίσης και των καταιγιστικών επιλογών. Έχει μορφή ο φόβος; Μπαίνει φραγή στην επιρροή του τρόμου; Τι είναι πραγματικό και πόσο μπορούμε να το αποδεχτούμε; Λύνονται όλα με την λογική; Έχει όριο και ημερομηνία λήξης η αγάπη;

Ο Δημητριάδης χτίζει ένα ατμοσφαιρικό τοπίο με τις υπέροχες περιγραφές του, δονεί με το πρωτότυπο στήσιμο του βιβλίου, για τα ελληνικά δεδομένα, τουλάχιστον (οι μυημένοι θα καταλάβετε από το πρώτο ξεφύλλισμα τι εννοώ) τα θεμέλια του χωριού και φέρνει τον τρόμο στην επιφάνεια, ποτίζοντας με νότες τις σελίδες του και μπλέκοντας τις λέξεις με τις εικόνες, χτυπώντας κάθε τόσο μια Λα, ο φόβος μας χορδίζεται και συναντά προκλήσεις σε κάθε ευκαιρία.

Ο συγγραφέας πλέκει τον τρόμο με την αγάπη – εδώ θα πω ότι είναι δεν είναι αυτό το πρωτότυπο στο βιβλίο, η φύση έχει φροντίσει για αυτό από την ημέρα που αποφάσισε ότι πρέπει να φυτέψει στους ανθρώπους αυτό το συναίσθημα. Στην προκειμένη, ο συγγραφέας έχει κατανοήσει αυτή την παρανοϊκή πράξη της φύσης και το εκμεταλλεύεται στο έπακρο, δίνοντάς μας ένα ακόμα υπέροχο μυθιστόρημα τρόμου, διαφορετικό από τα προηγούμενά του.

Στο βιβλίο είδα ξεκάθαρα αυτό που είχα εντοπίσει στα προηγούμενά του βιβλία. Ο Δημητριάδης είναι από τους συγγραφείς που κάνει βήματα εξέλιξης αργά μα σταθερά, λες και η σκάλα του έχει μόνο πλατύσκαλα. Η γλώσσα παραμένει απλή και κοφτερή με δόσεις ακατέργαστου λυρισμού – ίσως τελικά όντως φταίνε τα τραγούδια – δίνοντας βάση στην δημιουργία ατμοσφαιρικού περιβάλλοντος που σου υποβάλει, υποδόρια αρκετές φορές, το συναίσθημα του τρόμου. Η χρήση βαρύγδουπων εκφράσεων δεν είναι κάτι που, κατά την άποψή μου, ταιριάζει στο ύφος του και καλά κάνει και την αποφεύγει.

Χαράσσει μια κάθετη πορεία στην πλοκή του, όπως και σε όλα του τα βιβλία, και την ακολουθεί πιστά, αν και στο συγκεκριμένο μας δίνει την δυνατότητα να κινηθούμε σε παράδρομους της πλοκής -μετά μουσικής αρκετές φορές – χωρίς να μας επιτρέπει να χάσουμε τον δρόμο. Ακόμα και οι “συμπρωταγωνιστές” θα έλεγε κάποιος ότι είναι σχεδόν διάφανοι, σαν φαντάσματα της ζωής του. Υπάρχουν, τον πλαισιώνουν, τον πλησιάζουν μα δεν τον ακουμπάνε ποτέ! Αποτέλεσμα να μοιάζουν περιττοί μερικές φορές, μα το κάθε άλλο, είναι απαραίτητοι, είναι αυτοί που χτίζουν τον χαρακτήρα του ήρωα έμμεσα, μιας και ο συγγραφέας μάς δίνει σκηνές, ενέργειες, συναισθήματα, μα ποτέ δεν οριοθετεί στενά τον κύριο χαρακτήρα και αυτό είναι χαρακτηριστικό το οποίο βρίσκω ιδιαίτερα ενδιαφέρον, καθώς με κάνει κομμάτι του βιβλίου.

Το βιβλίο χάρη στη γρήγορη πλοκή του διαβάζεται απνευστί και διαβάζεται δυνατά, τόσο που τα decibel και οι φωνές γίνονται ένα. Αν όλα αυτά σας ακούγονται τρομακτικά παράξενα, σας προκαλώ να το διαβάσετε.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά