“Λήθη” της Άννας Σπανογιώργου

by Nyctophilia

Μια μέρα πριν την πανσέληνο, ο μεταλλικός δίσκος ταξίδευε λαμποκοπώντας σε έναν καθάριο ουρανό, έχοντας παρέα καρφιτσωμένα λαμπερά αστεράκια, που έδιναν τη δική τους μάχη, ώστε να σελαγίσουν αρκετά και να φάνουνε στον φωτεινό ουρανό.

Αν και οι δείκτες του ρολογιού είχαν αρχίσει να κατηφορίζουν προς την αυγή, εκείνη έξυνε μανιωδώς μολυβιά, χάραζε γραμμές και πλήγωνε το λευκό χαρτί ανελέητα και με πάθος. Πεταγμένα ξύσματα, κραγιόνια και κάρβουνα τριγύρω της, εκείνη με σκυμμένο το κεφάλι δεν έδινε την παραμικρή σημασία στην αταξία του χώρου. Τα πυρρόξανθα, κατσαρά, μακριά μαλλιά της, πιασμένα με ένα μολύβι σε έναν πρόχειρο, άτακτο κότσο κουνιόταν μπρός-πίσω ή δεξιά-αριστερά ακολουθώντας την φορά του μολυβιού πάνω στο χαρτί. Το ρυθμικό «τακ-τακ» του δευτερολεπτοδείκτη  έδινε την αίσθηση μουσικής μονότονης και βαρετής, όμως δεν την ένοιαζε. Το μόνο που την ενδιέφερε ήταν ότι κάθε «τακ» την έφερνε πιο κοντά στην ολοκλήρωση του έργου της. Ένας καλλιτεχνικός χείμαρρος είχε ξεχυθεί από μέσα της και έρεε ασταμάτητα σχηματίζοντας υπέροχα σχέδια.

Τα μεγάλα μελιά της μάτια ήταν τόσο κουρασμένα, σχεδόν έκλειναν. Διάλλειμα ενός λεπτού. Έπρεπε να το τελειώσει απόψε. Πλησίασε στο παράθυρο της. Καλυπτότανε με ροζ κουρτίνες, με λευκές καρδούλες, όμοιο μοτίβο με τα μαξιλάρια που ήταν πεταγμένα στο κρεβάτι της και στο πάτωμα. Ήταν ένα ονειρεμένο εφηβικό δωμάτιο. Κουρνιασμένο στη ξύλινη σοφίτα, μικρό και συμπαθητικό, με τους σανιδένιους τοίχους του να αντανακλούν ζεστασιά και τις ροζ λεπτομέρειες να γαργαλάνε χαριτωμένα. Βέβαια, το μεγάλο ατού του δωματίου της, αυτό που αγαπούσε περισσότερο, ήταν η θέα του παραθύρου. Τράβηξε τις κουρτίνες στην άκρη και την αντίκρισε, λουσμένη στο φεγγαρόφως. Η σελήνη κατοπτριζόταν τρεμάμενη στην λίμνη, λες και ταραζόταν από μικρούς λυγμούς χαράς.

Την αγαπούσε τη λίμνη. Περνούσε ατελείωτες ώρες κοντά της, παίζοντας στις όχθες της, παρατηρώντας την, κάνοντας βόλτες και πηγαίνοντας για ψάρεμα με τον μπαμπά της, όταν ήταν πιο μικρή. Τώρα πια, τα πολλά μαθήματα δεν της άφηναν πολύ ελεύθερο χρόνο. Όποτε μπορούσε να ξεκλέψει λίγη ώρα ζωγράφιζε, είχε γίνει το πάθος της τελευταία. Όταν ο καιρός επέτρεπε και δεν βαριόταν να μεταφέρει όλα της τα υλικά ζωγραφικής, έπαιρνε μια πτυσσόμενη καρέκλα και πήγαινε κοντά στη λίμνη να ζωγραφίσει. Ήταν, όμως, μπελάς όλο αυτό το κουβάλημα και το απέφευγε παρόλο που την ευχαριστούσε πολύ το να δημιουργεί στην όχθη.

Χάζεψε τη θέα. Γαλήνεψε η ψυχή της. Άνοιξε το παράθυρο και ο βραδινός καθαρός αέρας την έκανε να αναριγήσει. Τα απριλιάτικα βράδια ήταν δροσερά, ιδίως εδώ, με τη λίμνη να σκορπά την υγρασία της. Μια ησυχία πεσμένη σαν πέπλο πάνω στο σκοτάδι σκέπαζε τα πάντα. Μετά από λίγα λεπτά αναπόλησης και απόλαυσης της ηρεμίας, ακούστηκε εκείνο. Άρχισε γλύκα, απαλά, μελωδικά και κορύφωσε σε λίγο, μαγευτικά με καθαρές, λαμπερές και δυνατές νότες.

Ήταν κάτοικος στη συστάδα των κουφοξυλιών που βρισκόταν δίπλα στο σπίτι. Πιστό στο ραντεβού του, ερχόταν κάθε άνοιξη και εγκατέλειπε το φθινόπωρο. Το κελάηδημα του αηδονιού ήταν κάτι που αγαπούσε να ακούει. Πολλές βραδιές άφηνε ανοιχτό το παράθυρο της για να εισέρχεται καλύτερα η φωνή του πτηνού και να την νανουρίζει. Όταν οι κουφοξυλιές ήταν ανθισμένες και ευωδίαζαν, πλημμύριζαν όλο το σπίτι με το άρωμα τους και εκείνη πίστευε ότι η γλυκιά μοσχοβολιά σε συνδυασμό με το βραδινό τραγούδι του αηδονιού ήταν η καλύτερη ψυχοθεραπεία στις μελαγχολίες της.

Ναι, ως έφηβη είχε πολλές βαρυθυμίες. Ως ευαίσθητο άτομο, ακόμη περισσότερες. Όχι πως πάντα ήταν σημαντικά αυτά που την βάρυναν. Αλλά, ένας κακός βαθμός στο σχολείο, μια μικρή ειρωνεία από κάποιο αγόρι, μία παραπάνω κουβέντα με μια φίλη την επηρέαζαν περισσότερο από ότι τα υπόλοιπα κορίτσια της ηλικία της.

Στη μνήμη της ήρθε αυτό που πάλευε να θάψει όλη μέρα, αυτό που εξαιτίας του μουτζούρωνε και έβαφε για να το ξεχάσει. Γύρισε προς το γραφείο της, όπου ήταν ακουμπισμένο το μπλοκ της και του έριξε μια ματιά. Ένα γυναίκειο πρόσωπο με κλαμένα μάτια και λυπημένη έκφραση περίμενε μερικές τελευταίες λεπτομέρειες για να ολοκληρωθεί. Χαμογέλασε ευχαριστημένη. Είχε κάνει καλή δουλειά, το απόλυτα θλιμμένο μέσα της αντικατοπτριζόταν τέλεια στο λευκό χαρτί. Όμως, δεν είχε αδειάσει ακόμη από την απογοήτευση. Εκείνος την είχε αποκαλέσει «φακιδομούρα» και μετά γέλασε με τους φίλους του. Εκείνος, που τον είχε αφήσει να εισβάλει στα όνειρα της και να τα κυριέψει. Εκείνος, του όποιου η σκέψη και μόνο στοίχειωνε το μυαλό της τα βράδια και την κρατούσε άγρυπνη. Πόση οδύνη ένιωθε μέσα της! Λαχταρούσε να ακούσει μια καλή κουβέντα να δει ένα χαμόγελο στο πρόσωπο του, που θα το χάριζε μόνο σε εκείνη, αντί για αυτό πήρε χλευασμό. Δάκρυα κύλισαν από τα μάτια της πάνω στα λευκά μαγούλα και χάιδεψαν γλυκά τις φακίδες της.

Το αηδόνι άρχισε και πάλι να κελαηδά και ακούγοντας το ένιωσε μια σφοδρή επιθυμία να βρεθεί κοντά του. Χωρίς να χάσει λεπτό, έριξε στους ώμους της μια λεπτή, λευκή ζακέτα που βρισκόταν πεταγμένη πάνω στο κρεβάτι της από το μεσημέρι που γύρισε από το σχολείο. Κατέβηκε τις σκάλες και βγήκε έξω προσπαθώντας να μην κάνει θόρυβο, για να μην την ακούσουν οι γονείς της και για να μην τρομάξει το αηδόνι και σταματήσει να κελαηδά. Πλησίασε αργά, ακροπατώντας και η μελώδια καθάρια κατέκλυσε όλο της το είναι.

Μια μικρή λάμψη δραπέτευε από μια απειροελάχιστη σχισμή στο έδαφος κοντά στις ρίζες της κουφοξυλιάς. Μέσα στο σκοτάδι, το χρυσό φως ξεχυνόταν σαν  μικρός  ήλιος και φώτιζε γλυκά τα κλαδιά και τα φύλλα. Πλησίασε με περιέργεια, στενεύοντας τα μάτια της και έσκυψε για να δει καλύτερα. Αρχικά, δεν διέκρινε κάτι περισσότερο από αυτό που είχε δει από μακριά. Το αηδόνι αντιλήφθηκε την ανθρώπινη παρουσία και σιώπησε απότομα. Το λευκό, απαλό χέρι της άγγιξε τους κόκκους του χωμάτινου εδάφους και σύρθηκε προς τη σχισμή. Μόλις οι φωτεινές ακτίνες άγγιξαν τα ακροδάχτυλά της, το φως άρχισε να δυναμώνει και να εξαπλώνεται στη παλάμη της. Ύστερα κάλυψε το χέρι της, πέρασε πάνω από τον ώμο της, γαργάλησε τον λαιμό της και καλύπτοντας το πρόσωπό της έφτασε στα μάτια της.

Ήταν τόσο εκτυφλωτικό, που πλημμύρισε όλο της το μυαλό με τη χρυσή στίλβη. Μόρφασε και πίεσε μανιασμένα τα βλέφαρα της, τα έτριψε με τα χέρια της, στην προσπάθειά της να συνέλθει. Όταν, μετά από λίγο, μετά βίας σχημάτισε μια χαραμάδα στο βλέμμα της, είδε ότι το έδαφος μπροστά της είχε αλλάξει. Δύο χρυσές στήλες, με απόσταση σχεδόν ενός μέτρου μεταξύ τους  βρισκόταν φυτεμένες στο έδαφος, δίπλα στις κουφοξυλιές. Ενωνόταν στο επάνω μέρος τους, σχηματίζοντας μια καμάρα, που η κορυφή της κάτω από το γωνιακό της σχήμα είχε σχηματισμένη τη λέξη «Oblivion» με καλλιτεχνικά γράμματα. Περίτεχνα λαξευμένα λουλούδια και κλαδιά κοσμούσαν την αψίδα και μερικά γεωμετρικά μοτίβα στους στύλους έκαναν το περίεργο αυτό υλικό να φαντάζει ακόμη ομορφότερο. Δεν είχε δει ποτέ ξανά κάτι τέτοιο. Λες και αυτήν η πύλη ήταν φτιαγμένη από ένα κράμα πέτρας και φωσφορούχου χρυσού.

Πλησίασε κοντύτερα. Στάθηκε ακριβώς μπροστά από την πύλη. Ήταν μαγευτική η αίσθηση που αποκόμιζε κοντά της. Πέρασε το κεφάλι της  μέσα και έπειτα αβίαστα εισήρθε αντικρίζοντας ένα υπέροχο τοπίο.

Ένας λαμπερός, χρυσός κόσμος απλωνόταν μπροστά της. Λιβάδια με χρυσά στάχια που ανέμιζαν στο απαλό αεράκι και λικνιζόταν  σε κάθε φύσημα χορεύοντας. Ένας χρυσαυγής δρόμος σερνόταν φιδωτός, ενώ στο βάθος διέκρινε χρυσοκάστανους  λόφους.  Χρυσόχρωμα λουλουδάκια, άλλα πιο ανοιχτά και άλλα πιο σκούρα στόλιζαν τις πλευρές του δρόμου, μαλαματένια πουλιά και πεταλούδες πετούσαν στα κατάχρυσα κλαδιά και φύλλα των δέντρων.

Είχε απομείνει να κοιτά μαγεμένη τούτο τον περίεργο κόσμο, όταν άκουσε δίπλα της μια λεπτή φωνή να της λέει:

«Καλώς μας ήλθες!»

Και εμφανίστηκε μπροστά της παράταιρη με όλη αυτή τη λαμπρότητα, μια μορφή, ψηλή, αιθέρια, φτιαγμένη από μαύρο καπνό. Φορούσε στο κεφάλι της στέμμα φτιαγμένο από το πιο πηχτό σκοτάδι, σαν να είχε σφυρηλατηθεί με χάος και το κοσμούσε ένα πετράδι με αιματώδες χρώμα, που έμοιαζε λες και είχε εξορυχτεί από την βαθύτερη, φλεγόμενη άβυσσο. Το μακρύ φόρεμά της, καμωμένο από σκιές, με δεκάδες πτυχές να ανεμίζουν, χωρίς να φυσάει και στο στήθος, στη θέση της καρδιάς μια τρύπα, που μέσα της στροβιλιζόταν μαύρες κλωστές με ταχύτητα φοβερή, χωρίς θόρυβο. Δεν την τρόμαξε, όμως, γιατί  το πρόσωπό της ήταν γλυκό, σαν την πιο πολυπόθητη αμαρτία και τα μάτια της, αν και μαύρα, εξέπεμπαν τη δύναμη της μεγαλύτερης επιθυμίας. Ήταν όλα αυτά που σε βαραίνουν και θες να τα ξεχάσεις, που μαύρα και άραχνα στέκονται μέσα σου και κεντάνε με τις ερεβώδεις κλώστες πάνω στην ψυχή σου, ράβοντας στις μνήμες σου μικρές λεπτομέρειες νοσταλγίας. Και μετά, δεν μπορείς να τα ξεφορτωθείς, ούτε και το θέλεις αυτό. Γιατί κατά βάθος ξέρεις πως αυτά σου δίνουν δύναμη και σε έχουν σφυρηλατήσει σε αυτό που είσαι. Έτσι τα κρατάς. Θα ήσουν πιο ανάλαφρος χωρίς αυτά, αναμφίβολα. Είναι, όμως, ραμμένα μέσα σου και δεν έχεις ψαλίδι να κόψεις τα νήματα, πως να σκίσεις τη ψυχή σου;

«Τι είναι εδώ;» ρώτησε η μικρή.

«Ω, μικρή μου! Αφού το είδες πριν μπεις. Το διάβασες» της απάντησε γλυκά η μορφή.

«Ποιο;» ρώτησε το κορίτσι και η μορφή χαμογέλασε.

«Έλα να σου δείξω!» της είπε εκείνη και άρχισε να ίπταται  πάνω στο μονοπάτι, σαν μια μαύρη πεταλούδα που πέτα ένα ηλιόλουστο, καλοκαιρινό πρωινό.

Το κορίτσι την ακολούθησε. Σταμάτησαν μετά από λίγο σε μια μικρή λιμνούλα, με ξανθά νερά, διαμαντένια νούφαρα και βατραχάκια από σμαράγδι.

«Τι υπέροχα!» είπε ενθουσιασμένα το κορίτσι.

«Σου αρέσει;» τη ρώτησε η μορφή.

«Θα το ζωγραφίσω μόλις γυρίσω σπίτι!» είπε η μικρή  και με το μυαλό της έκανε ήδη σχέδια για το πόσο πολύ θα ταίριαζε αυτός ο πίνακας στο σαλόνι της μητέρας της. Θα ενθουσιαζόταν και εκείνη! Αγαπούσε να βλέπει την κόρη της να δημιουργεί, να είναι δραστήρια. Πάντα την ενθάρρυνε.

«Γλυκιά μου, έχει πολλά ακόμη όμορφα να δεις! Είμαι σίγουρη ότι θα δυσκολευτείς να αποφασίσεις τι θα ζωγραφίσεις πρώτα» της είπε καθώς συνέχιζαν να περπατάνε. Μπροστά τους φάνηκε ένα πηγάδι. Μόνο που δεν ήταν καμωμένο από πέτρες, άλλα από κεχριμπάρι. Λίθοι καφέ, χρυσοκίτρινοι και στο χρώμα του μελιού, ορθογώνιοι, τοποθετημένοι περίτεχνα ο ένας πάνω στον άλλο σχημάτιζαν τούτο το πηγάδι. Η μορφή πλησίασε στο όρυγμα. Έριξε τον κουβά μέσα και άρχισε να γυρίζει το μαγγάνι. Καθώς η αλυσίδα μαζευόταν γύρω από τον κύλινδρο, ένα γαλάζιο φως  άρχισε να αναδύεται από το άνοιγμα. Όταν έφτασε επάνω ο κουβάς, το κορίτσι με θαυμασμό είδε ότι ήταν γεμάτος με υγρό μπλε σαν ζαφείρι.

«Ποτέ μου δεν έχω καταφέρει να φτιάξω τέτοιο μπλε!» είπε με έκσταση, άλλα και με μια δόση απογοήτευσης.

«Κοίταξε το καλά» της είπε η μορφή, «και αύριο θα μπορέσεις να το κάνεις, στο υπόσχομαι» είπε και της χαμογέλασε και η μικρή πλημμύρησε με ένα συναίσθημα ανυπομονησίας.

Προχωρώντας, δίπλα τους κελάρυζε ένα μικρό ποταμάκι, που είχε ένα γλυκό γαλάζιο χρώμα· καθάριο και κρυσταλλένιο, σαν ακουαμαρίνα. Μικρά βιολετιά και μοβ λουλουδάκια, που φαινόταν φτιαγμένα από αμέθυστο ήταν ακουμπισμένα στις όχθες και της έφερναν στη μύτη της μια ανεπαίσθητη μυρωδιά λεβάντας.

Σε λίγο φτάσανε σε ένα μεγαλόπρεπο κάστρο. Πολεμίστρες και ένας κυλινδρικός πύργος που κατέληγε με τη μυτερή του άκρη μπηγμένη στον γαλάζιο ουρανό. Οι τοίχοι του καλυπτόταν με μαργαριτάρια και τα παράθυρα ήταν φτιαγμένα από χρυσό. Λεπτομέρειες που έκαναν αυτό το παραμυθένιο κτίσμα απίστευτα ρομαντικό. Η είσοδος, ολόχρυση, ήταν διακοσμημένη με όλων των λογιών τους λίθους που υπάρχουν, σε όλα τα χρώματα.

«Ποιος μένει εδώ;» ρώτησε η μικρή.

«Εγώ και η αδερφή μου» της απάντησε η μορφή.

«Είστε πολύ τυχερές! Είναι τόσο όμορφο…» της είπε καθώς είχε απομείνει να κοιτά αποσβολωμένη το περίεργο αυτό οικοδόμημα που βρισκόταν μπροστά της.

«Θέλεις να έρθεις μέσα;» την ρώτησε.

«Φυσικά!» είπε το κορίτσι περίχαρο.

«Υπάρχει, όμως, ένα θέμα. Πρέπει να εισέρθεις με την ελεύθερη βούληση σου, γνωρίζοντας πως είναι επιλογή σου και υπάρχει ένα τίμημα και μια απολαβή. Τι λες;» είπε και την κοίταξε μέσα στα μάτια με ένα βλέμμα που την έκανε να αισθανθεί περίεργα.

Είχε φτάσει ως εδώ. Σε ένα περίεργο μέρος, με ένα αλλόκοτο πλάσμα. Δεν ένιωσε κάτι απειλητικό. Είχε την αίσθηση του ονείρου. Σαν να είχε αποκοιμηθεί και να βάδιζε σε αυτόν τον κόσμο, σε κάποιο φαντασιώδες δημιούργημα του μυαλού της. Έχοντας την αίσθηση ότι ανά πάσα στιγμή, εάν εμφανιστεί κάτι κακό ή τρομακτικό μπροστά της, θα ξυπνήσει στο κρεβάτι της, κάτω από την αγαπημένη της ροζ, πικέ κουβέρτα.

Ξεγελασμένη από αυτή την αίσθηση, συναίνεσε.

 Πλησίασαν και οι πύλες του κάστρου άρχισαν να ανοίγουν και οι πολύτιμες πέτρες στραφτάλισαν καθώς κινούνταν μέσα στο φως. Η μορφή τής έκανε νόημα να προπορευθεί, ακολουθώντας την από πίσω. Ήθελε να είναι σίγουρη ότι δεν θα φύγει, αν και κάτι τέτοιο ήταν δύσκολο, αλλά μπορούσε να χαθεί σε τούτο τον κόσμο τρέχοντας και να κάνει βράδια ολόκληρα να τη βρει. Δεν το ήθελε. Της είχε ξανατύχει και είχε παιδευτεί πολύ μέχρι να φέρει εκείνο το αγόρι ξανά εδώ στην πόρτα. Ήξερε, ότι ακόμη και το πρώτο βήμα στο εσωτερικό ήταν αρκετό για να τρομάξει το κορίτσι, όποτε έπρεπε να διασφαλίσει ότι δεν θα οπισθοχωρήσει.

Δυο βήματα πριν μπει μέσα την έπιασε από τον ώμο και την σταμάτησε.

«Είσαι σίγουρη ότι θέλεις να μπεις;» την ρώτησε και πάλι.

«Ναι» είπε αβίαστα η μικρή τυφλωμένη από την ομορφιά του κτιρίου. Τώρα, που είχε πλησιάσει περισσότερο, οι μαργαριταρένιοι τοίχοι εξέπεμπαν παλ αποχρώσεις από την αντανάκλαση του φωτός και ήταν σαγηνευτικοί.

«Πριν μπεις θέλω να μου πεις τι σου άρεσε περισσότερο από αυτά που είδες εδώ» της είπε κοιτώντας την μέσα στα μάτια με το ζοφερό βλέμμα της.

«Τα διαμαντένια νούφαρα και τα βιολετιά λουλούδια» είπε το κορίτσι.

«Εκπληκτική επιλογή!» της απάντησε μια νότα ενθουσιασμού η μορφή και τη σκούντηξε να προχωρήσει.

Μόλις το πόδι της πάτησε στο πάτωμα του εσωτερικού του κτιρίου, το κορίτσι κατάλαβε. Το ένιωσε. Όμως, ένα ακόμη σκούντημα δεν της άφησε περιθώριο να βγάλει το πόδι της και να επιστρέψει πίσω, στον φωτεινό και λαμπερό κόσμο.

Εδώ όλα ήταν μουντά, άχρωμα και θαμπά. Καταθλιπτικά. Η ατμόσφαιρα ήταν ποτισμένη με κλεισούρα και μια χωμάτινη μυρωδιά. Όλα ήταν φτιαγμένα από γκρι και μαύρα. Δεν ήθελε να είναι εκεί. Τη τρόμαζε, ένιωθε άβολα, απειλητικά. Ήταν η ώρα που έπρεπε να ξυπνήσει στο όνειρο της, αφού η κάρδια της πλέον παλλόταν σε φρενήρεις ρυθμούς και η ανάσα της έτρεχε λαχανιασμένη.  Φόβος. Μόνο αυτό ήταν μέσα στο μυαλό της και η πολυπόθητη αφύπνιση δεν ερχόταν. Ήρθε όμως ένα ακόμη σκούντημα και άλλο ένα που την οδήγησαν στο κέντρο σχεδόν της αίθουσας. Δεν μπορούσε να διακρίνει σχεδόν τίποτε σε αυτό το μέρος.

«Τι μου έφερες;» ακούστηκε μια βραχνή, ανατριχιαστική φωνή και η μικρή αναρίγησε και άρχισε να κλαίει.

«Ένα καθάριο, νεανικό μυαλουδάκι» είπε εκείνη.

«Εξαιρετικά!» απάντησε με ενθουσιασμό η απεχθής φωνή και ακούστηκαν βαριά βήματα να πλησιάζουν. Η μικρή άρχισε να τσιρίζει. Ακόμη αντηχεί αυτό το ουρλιαχτό στο μυαλό της. Δεν θυμάται τίποτε άλλο. Πάρα μόνο, τη μορφή να στέκει πάνω από το κεφάλι της και να την κοιτάζει με τα αλλόκοτα, μαύρα μάτια της και την άλλη, την αδερφή της να ρουφά μανιασμένα μέσα από το μυαλό της τα πάντα.

«Ποια είσαι εσύ;» τη ρώτησε φοβισμένα.

«Η Λήθη. Εσύ ποια είσαι;» της επέστρεψε την ερώτηση.

«Δεν θυμάμαι» είπε η μικρή και τα μελιά της μάτια ξαφνικά άδειασαν, έμειναν κενά, η λάμψη τους χάθηκε για πάντα. Και κουρασμένα. Μετά βίας τα κράτησε λίγα δευτερόλεπτα ανοιχτά καθώς οι μορφές μπροστά της  ξεθώριαζαν και από μαύρες έγιναν γκρι και μετά αχνές και εξαφανίστηκαν.

—————————-

«Χρυσελίνα! Χρυσελίνα!» ακουγόταν η ανήσυχη φωνή.

«Ω, θέε μου! Παιδί μου, τι ζητάς εδώ έξω!» είπε καθώς την ταρακουνούσε για να ξυπνήσει. Τα κόκκινα μαλλιά της ήταν ανάκατα. Είχαν γεμίσει χώμα. Βρισκόταν ξαπλωμένη δίπλα στη λίμνη. Με τη λευκή της ζακέτα λερωμένη από μαύρες σκιές. Το σώμα της πιασμένο, σχεδόν άκαμπτο, πονούσε, δεν μπορούσε να κουνηθεί.

«Ποια είστε εσείς;» ρώτησε.

«Θα με τρελάνεις, κορίτσι μου! Σήκω να πάμε μέσα» της είπε η γυναίκα.

Κοίταξε το σπίτι σαν να το έβλεπε πρώτη φόρα. Όλα τής ήταν άγνωστα. Το πρόσωπο της μητέρας της, το σπίτι, το σχολείο. Ένας λευκός πίνακας, ένα τίποτε απλωμένο από τη μία γωνία του μυαλού της ως την άλλη. Τα μόνα που της θύμιζαν αμυδρά κάτι ήταν ένα μικρό διαμαντένιο νούφαρο και ένα μοβ λουλούδι από αμέθυστο, που κρατούσε στο χέρι της και το πώς μπορούσε να φτιάξει το ωραιότερο ζαφειρένιο χρώμα που είχε ποτέ φτιάξει άνθρωπος για εκείνον τον υπέροχο πίνακα με το πηγάδι και τον κουβά που κρέμεται αραχνιασμένος και σκονισμένος στον τοίχο του σαλονιού. Τον κοιτάζει ώρες ατέλειωτες κάθε μέρα, προσπαθώντας να καταλάβει τι της θυμίζει· αλλά εις μάτην. Ακόμη και μετά από τόσα χρόνια, δεν το έχει βρει.

Το παράθυρο είναι ανοιχτό, είναι άνοιξη, η μυρωδιά της ανθισμένης κουφοξυλιάς πλημμυρίζει το δωμάτιο και  το σούρουπο πλησιάζει. Ένα αηδόνι ακούγεται. Και οι πύλες των λίθων της Λήθης  ετοιμάζονται να ανοίξουν.

———————————————————

«Χαίρε, ω, Λήθη!

Εσύ που εισέρχεσαι απρόσκλητη

και αρπάζεις τις μνήμες.

Πες μας, τι χαρά κουβαλάς

όταν τα χέρια σου γεμίζουν με το είναι των ανθρώπων;

Αιώνια καταραμένη να λαμβάνεις

δίνοντας μόνο κενό.

Ατέλειωτα είναι τα αδεία σου

δε πλεονάζουν ποτέ τα κανάτια σου.

Οι λίθοι τη Λήθη δεν την γεμίζουν,

τα μέρη που πήγες μόνο θυμίζουν.

Για να κουβαλάς πάντα μαζί σου

το αντάλλαγμα που πήρες εκείνο το βράδυ.

Που έδωσες χρυσό

και πήρες σκοτάδι.

Σαν τύχει να περάσω τις πύλες σου

λυπήσου με και άφησε μου μόνο αυτό:

Να θυμάμαι να αγαπώ, τίποτε άλλο.

Και ο κόσμος δε θα στερηθεί τίποτε από έμενα».

Βιογραφικό της συγγραφέως

Η Άννα Σπανογιώργου γεννήθηκε και μεγάλωσε στον Σοχό Θεσσαλονίκης, όπου ζει μέχρι σήµερα. Έχει σπουδάσει στο τµήµα Εµπορίας και Διαφήµισης στη Θεσσαλονίκη, µε εξειδίκευση στον τοµέα των πωλήσεων. Η ενασχόλησή της µε τον γραπτό λόγο, την οδήγησε αρχικά στη στιχουργία, µε την οποία εκφράζει αναζητήσεις και ανησυχίες µέσα από το πρίσµα της φαντασίας, κυρίως στην αγγλική γλώσσα. Αργότερα, η ιδέα της συγγραφής εξελίχθηκε ως µία επιπλέον πτυχή της δηµιουργικότητάς της, γεγονός που την οδήγησε στην ολοκλήρωση του πρώτου της µυθιστορήµατος: «Αέναη Μάχη- Η Πτώση» (Εκδ. Πηγή). Συμμετέχει στο συλλογικό έργο «Το έπος της φαντασίας – Αδιέξοδο» (εκδ. iWrite) που προέκυψε από το διαγωνισμό του φεστιβάλ Fantasmagoria με το διήγημα της «Η σκιά».

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά