Προδημοσίευση “Κάτι Παράξενες Γυναίκες”: Νυχτερινή Βάρδια

by Γιώργος Λαγκώνας

Ο Ορέστης έπαιζε με ένα παλιό Colt. Εξάσφαιρο, με μύλο, σαν τα όπλα στις καουμπόικες ταινίες. Το κουβαλούσε σαν φυλαχτό, το έκρυβε στην τσέπη της νοσοκομειακής στολής του, ανάμεσα στο θερμόμετρο και στα υπόλοιπα εργαλεία της δουλειάς. Ήταν καθισμένος στον καναπέ, στο σαλονάκι των νοσηλευτών. Μέσα από την ανοιχτή πόρτα έβλεπε το εξεταστήριο και πιο πέρα το γκισέ. Από την τηλεόραση του σαλονιού παρέλαυναν διαφημίσεις για τηλεπωλήσεις, ενεχυροδανειστήρια, αστρολόγους και γραμμές τηλεφωνικού σεξ.

Εδώ και τρία χρόνια, ο περιορισμένος προϋπολογισμός του νοσοκομείου είχε μειώσει από δύο σε έναν τους νοσηλευτές που κάλυπταν τη νυχτερινή βάρδια. Ακόμα και στις κλινικές που οι ανάγκες ήταν αυξημένες, όπως στις παθολογικές και στις γενικές χειρουργικές. Ο έκτος όροφος δεν αποτελούσε εξαίρεση στον κανόνα. Εκεί συστεγάζονταν δυο μισοβουλιαγμένα καράβια του θανάτου, η αιματολογική και η ογκολογική κλινική, νυχθημερόν γεμάτες με ασθενείς τελικού σταδίου.

Η θλιβερή ρουτίνα στο κατά γενική ομολογία χειρότερο πόστο του νοσοκομείου, δεν ενοχλούσε τον Ορέστη. Εδώ μαζεύονται οι ετοιμοθάνατοι, του είχε πει ο προϊστάμενος. Όσο γρηγορότερα το συνειδητοποιήσεις, τόσο το καλύτερο για τα λογικά σου και για τους ασθενείς που θα φροντίζεις. Αν οι δουλειές οικειοποιούνταν ανθρώπινα χαρακτηριστικά, τότε αυτή του Ορέστη αναμφίβολα ήταν μια ωχρή, άρρωστη νύφη που τη γνώρισε από συνοικέσιο και την παντρεύτηκε από ανάγκη.

Όσοι ασχολούνται με τη φύση της ανθρώπινης συμπεριφοράς και με τα νεφελώδη, υποσυνείδητα κίνητρά της, ξέρουν ότι ακόμα και η πιο βασανιστική σχέση συνεχίζεται γιατί στο υπέδαφός της ενεδρεύει κάποιο ανομολόγητο όφελος. Για τον Ορέστη ήταν η μοναξιά της νυχτερινής βάρδιας. Εκείνες τις ατέλειωτες μικρές ώρες, καθισμένος στον μπαλωμένο καναπέ, λουσμένος απ` το φώς της τηλεόρασης, έπαιζε με το εξάσφαιρο σαν να ήταν κομπολόι. Το γέμιζε και το άδειαζε ξανά. Φύλαγε τις σφαίρες σε ένα πλαστικό σακουλάκι. Γέμιζε και άδειαζε ξανά, και μαζί με το όπλο γέμιζε και άδειαζε το μυαλό του. Το γέρικο Colt ήταν το μοναδικό πράγμα που είχε απ` τον πατέρα του.

Για να τον θυμάσαι, είχε πει τότε η μάνα του, δίνοντάς του ένα παλιό κουτί από παπούτσια. Ο Ορέστης σήκωσε το καπάκι και παραλίγο το κουτί να πέσει από τα παιδικά του χέρια. Μέσα, φασκιωμένο σε λαδόπανα, το όπλο έμοιαζε να κοιμάται. Ο Ορέστης δεν θυμόταν τον πατέρα του. Τώρα, τριάντα χρόνια μετά, γύριζε και ξαναγύριζε το περίστροφο στα δάχτυλά, το γέμιζε και το άδειαζε ξανά, αλλά μόνη ανταμοιβή του ήταν οι οσμές του γέρικου μέταλλου και της λαδωμένης κάννης, που τον τύλιγαν σαν θλιμμένη καταχνιά.

Έβαλε μια σφαίρα στον μύλο, τον γύρισε και κόλλησε την κάννη στον κρόταφό του. Το δάχτυλό του θώπευε τη σκανδάλη με κάτι σαν τρυφερότητα. Μέχρι εκεί έφτανε πάντα, όχι πιο κοντά. Ούτε έναν γύρο ρώσικης ρουλέτας δεν τολμούσε να παίξει -όπως οι σκληροτράχηλοι ήρωες στις ταινίες δράσης- πόσο μάλλον να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα. Δεν έχεις να πας πουθενά, θύμισε στον εαυτό του. Δεν έχεις να πας πουθενά. Μετά από λίγα λεπτά κατέβασε το όπλο κι έβγαλε τη σφαίρα. Την τοποθέτησε στο πλαστικό σακουλάκι, μαζί με τις υπόλοιπες.

Το κουδούνισμα έδιωξε τις σκέψεις του σαν κυνηγημένα πουλιά. Δίπλα του, σε έναν πίνακα γεμάτο με αριθμημένα λαμπάκια, ένα αναβόσβηνε. Ήταν το 613. Δηλαδή έκτος όροφος, δέκατο τρίτο δωμάτιο. Όπως στα ξενοδοχεία. Παράξενο, σκέφτηκε ο Ορέστης. Δεν μπορεί, θα θυμόταν λάθος. Άνοιξε το ντοσιέ των ασθενών, προσπέρασε με φούρια τις ζαρωμένες σελίδες, μέχρι που βρήκε αυτή που έψαχνε. Όχι, δεν είχε κάνει λάθος. Κάποιος καλούσε για νοσηλευτή από το δωμάτιο 613.

Μόνο που αυτό ήταν αδύνατον. Η γυναίκα του 613 ήταν ετοιμοθάνατη. Που να πάρει ο διάολος, μπορεί να είχε πεθάνει ήδη, να είχε ξεψυχήσει λίγο μετά την τελευταία γύρα του Ορέστη στον όροφο…

… για τη συνέχεια, απευθυνθείτε σε Κάτι Παράξενες Γυναίκες, από τις εκδόσεις Ars Nocturna.

”Παράξενες γυναικείες μορφές παρελαύνουν σε αυτές τις πέντε ιστορίες, όπου με αφορμή το θηλυκό στοιχείο -ή και εξαιτίας του- το Φανταστικό και το παράδοξο εισβάλλουν στην καθημερινή πραγματικότητα”.

Το σκίτσο που συνοδεύει το απόσπασμα είναι του εξαιρετικά ταλαντούχου καλλιτέχνη Παναγιώτη Τσαούση, που έφτιαξε από ένα για κάθε διήγημα του βιβλίου.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά