“Ο Κύκλος” της Φράνσης Παπουτσάκη – Επεισόδιο 3: Ο λαβύρινθος

by Φράνση Παπουτσάκη

Διαβάστε εδώ:
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 1: Η ρωγμή
Ο Κύκλος – Επεισόδιο 2: Η κατασκήνωση

Το μοναδικό του μέλημα από την στιγμή που πάτησε το πόδι του στην Ψυχώρη ήταν να βρει με κάποιο τρόπο τη Σολομωνική για να μπορέσει να τη διαβάσει “κανονικά και ανάποδα”, σύμφωνα με την εντολή του Θωμά. Ήταν ευκαιρία τώρα που είχε χρόνο. Περπατούσε νευρικά πάνω κάτω όλη την ώρα στη βεράντα, στο δωμάτιο, στην αυλή. Δεν μπορούσε να σκαρφιστεί τίποτα απολύτως. Πάνω κάτω, πάνω κάτω. Ασταμάτητα. Χτυπούσε την γροθιά του στην παλάμη του προσπαθώντας να βρει λύση. Ένα κατακόκκινο τριαντάφυλλο στον κήπο τράβηξε την προσοχή του. Περπάτησε προς το μέρος του. Έμεινε εκεί ναρκωμένος να το κοιτάζει. Όρθιος με τους φακούς των γυαλιών του να έχουν θολώσει από την καλοκαιρινή ζέστη. Άπλωσε το χέρι του να το αγγίξει. Το αγκάθι τον τσίμπησε. Βγήκε μια σταγόνα αίμα. Έβαλε το δάχτυλο στο στόμα. Ρούφηξε το αίμα. Κι έμεινε εκεί. Χαμένος στα πέταλα του κόκκινου ρόδου. Ακίνητος σαν άγαλμα.

Η ματιά του περιπλανήθηκε επάνω στο τριαντάφυλλο. Λες και το βλέμμα του είχε γίνει ένα λιλιπούτειο ανθρωπάκι που περπατούσε στην γραμμή των πετάλων προσπαθώντας να βρει την σωστή οδό προς την καρδιά του ρόδου. Ο Άγγελος παρατηρούσε εκείνο το μικρό μαύρο ανθρωπάκι να περπατάει ισορροπώντας στις άκρες των πετάλων, προσπαθώντας να μην πέσει, παλεύοντας να μην το ρίξει ο άνεμος, δίνοντας μάχη για να μην χάσει την ισορροπία του, τον δρόμο αλλά και την θέληση του να φτάσει στο κέντρο, στον πυρήνα, στην πηγή της ζωής αυτού του άνθους που κάποτε ήταν ένα μικρό δειλό μπουμπούκι. Το παρατηρούσε μέχρι που έγινε ένα μαζί του. Τα πέταλα του τριαντάφυλλου αποτελούσαν πια τα τείχη του λαβύρινθου που τον παγίδευσε. Οι γραμμές των άκρων χάθηκαν σταδιακά. Γλιστρούσε στο κόκκινο βελούδο καταλήγοντας κάθε φορά σε νέα διαδρομή. Έψαχνε τόπο να μπορέσει να σταθεί. Σκοτάδι πλαισιωμένο από κατακόκκινο χρώμα. Περπατούσε στα μονοπάτια του με την ίδια αγωνία που είχε λίγο πριν να καταλήξει στον πυρήνα, προσδοκώντας τώρα να βρει την έξοδο που τον είχε ρουφήξει όμως έξοδος δεν υπήρχε. Μόνο σκοτάδι και πορφύρα. Ερυθρόμορφα τείχη που έμοιαζαν έτοιμα να ξεράσουν αίμα, να πλημμυρίσουν τον λαβύρινθο και να πνίξουν τον Άγγελο ανάμεσα σε πίδακες από το καρμίνιο ζωοφόρο υγρό που έρεε στις φλέβες του.

«Άγγελε», του φώναξε η θεία του. Δεν πήρε απάντηση. Νόμιζε πως αστειεύεται. «Άγγελε», ξαναφώναξε. Της φάνηκε τόσο μακάβριο το θέαμα να βλέπει τον ανιψιό της να στέκεται μπροστά από τις τριανταφυλλιές χωρίς να σαλεύει. Τα χέρια του κρέμονταν από τους ώμους και το κεφάλι του ήταν ελαφρώς γερμένο στο πλάι. «Άγγελε», φώναξε για τρίτη φορά θυμωμένη. Όταν πάλι δεν πήρε απάντηση κατάλαβε πως κάτι δεν πάει καλά. Πήγε εκεί σχεδόν τρέχοντας και τον άρπαξε.

«Βρε, κερατά, αν μου κάνεις πλάκα θα φας όσο ξύλο δεν σου έριξα όταν ήσουν μικρός…» της κόπηκε η φόρα στη μέση καθώς τον γύρισε προς το μέρος της και είδε την κενή όψη του προσώπου του. Τον ταρακούνησε για να τον συνεφέρει. Τα γυαλιά μετακινήθηκαν από τη θέση τους. Ο Άγγελος ανοιγόκλεισε τα μάτια. Σήκωσε το χέρι και σκούπισε το σάλιο που έτρεχε από τη μια μεριά των χειλιών του.

«Άγγελε, παιδί μου, τι έπαθες; Τι είναι αυτά που κάνεις;»

«Τίποτα, θεία. Τίποτα. Μάλλον με πείραξε η ζέστη τόση ώρα στην αυλή», είπε σπρώχνοντας τα χέρια της από τους ώμους του και παραμερίζοντας την χώθηκε γρήγορα στο σπίτι.

«Τάσο, είδες τι έγινε με τον Άγγελο;» ρώτησε τον άντρα της πλησιάζοντας το γυάλινο τραπέζι της βεράντας όπου έπαιζε χαρτιά με τα άλλα του ανίψια.

«Είδα. Δεν τρέχει τίποτα».

«Μα τι λες; Το παιδί είχε γίνει σαν πανί. Τίποτα λέγεται αυτό;»

«Αυτό λέγεται εφηβεία, Αρετή. Τον Σεπτέμβρη μπαίνει στα δεκατρία. Άφησέ τον στην ησυχία του. Μην του κολλάς», της είπε χωρίς να πάρει τα μάτια του από την τράπουλα και συνέχισε το παιχνίδι με τα άλλα του ανίψια που δεν έδιναν δεκάρα τσακιστή για τον αδερφό τους.

Ο Άγγελος κρύφτηκε στο δωμάτιο του. Δεν καταλάβαινε ούτε αυτός τι του είχε συμβεί. Χώθηκε στο κρεβάτι του. Έβαλε την πρώτη κασέτα που βρήκε στο walkman, ανέβασε την ένταση του ήχου στο τέρμα κι άφησε την μουσική να του προσφέρει το καταφύγιο που δεν μπορούσε να του δώσει ο κόσμος. Ο King Diamond ούρλιαζε ευχάριστα στα αυτιά του «Knocking at the preacher’s door none of them were ever here before, Sammael, God in his eyes, leads them into the silent room,Oh such a holy gloom» κι ο Άγγελος ένιωθε την ψυχή του να ελευθερώνεται μέσα από την κραυγή του τραγουδιστή. Κάποια στιγμή άκουσε φασαρία αλλά με πείσμα κράτησε τα μάτια του κλειστά με την ευχή πως θα περάσει ότι κι αν ήταν και θα τον αφήσει στην ησυχία του.

H Αρετή στεκόταν στην πόρτα του δωματίου χτυπώντας παλαμάκια για να την ακούσει. Χίλιες φορές προτιμότερο από τον τρόπο της μητέρας του που του τραβούσε τα ακουστικά από τα αυτιά βάναυσα, επαναφέροντας τον με βία στην πραγματικότητα που μισούσε. Πίσω από την θεία του πηγαινοερχόταν η αδερφή του φωνάζοντας χαρωπά ακατάληπτες λέξεις που δήλωναν τον ενθουσιασμό της και την ίδια στιγμή την απελπισία της.

«Θα βγούμε έξω», φώναζε. «Τι να φορέσω;»

Όταν ο Άγγελος αποφάσισε να βγάλει τα ακουστικά, η θεία του, του ανακοίνωσε το μεγάλο γεγονός.

«Ήρθε το παιδί από δίπλα, ο Δημήτρης. Θα βάλει δίσκους απόψε στο πάρτι που θα γίνει κάτω στην παραλία, στο μαγαζί του φίλου του θείου σου. Ξέρεις ποιον λέω; Τον κύριο Κώστα. Μας προσκάλεσε όλους. Εγώ δεν έχω καμιά όρεξη. Αλλά θα σας πάει ο θείος σου και θα σας φέρει. Η μικρή έχει χαλάσει τον κόσμο από την χαρά της. Ο αδερφός σου δεν βλέπει την ώρα. Γυναικοκατακτητής βλέπεις το νιάνιαρο. Έλα, καμάρι μου. Σήκω κι εσύ να ετοιμαστείς. Ναι;» ρητόρευε η θεία Αρετή προσπαθώντας να κρύψει πόσο την είχε βολέψει αυτή η πρόσκληση προκειμένου να βγάλει τον Άγγελο από το σπίτι για να τον δει να συνέρχεται.

Ο Άγγελος νωχελικά ανακάθισε στο κρεβάτι. Δεν είχε ούτε αυτός όρεξη αλλά για το δικό της το χατίρι θα ακολουθούσε τους υπόλοιπους. Δεν άλλαξε ρούχα. Όπως ήταν έμεινε. Με το τζιν και την ξεχειλωμένη μπλούζα των Scorpions. Mπήκε στο αμάξι λες και θα πήγαινε για εκτέλεση. Ο Βαγγέλης κι η Έφη μιλούσαν ακατάπαυστα ενώ θείος τραγουδούσε Καζαντζίδη αυξομειώνοντας συνέχεια την ένταση του ραδιοφώνου σε όλη την διαδρομή. Ο Άγγελος συνειδητοποίησε πόσο είχε αλλάξει κατά την διάρκεια των εβδομάδων που έμεινε μόνος στην κατασκήνωση. Το προηγούμενο καλοκαίρι θα συμμετείχε κι ο ίδιος στο πανηγύρι και μάλλον όταν έφταναν στο πάρτι θα έβγαινε από το παράθυρο του αυτοκινήτου, όπως οι Dukes. Όμως απόψε κουβαλούσε έναν άλλον εαυτό, βαρύ κι ασήκωτο, δύσθυμο και απρόσιτο. Ο θείος πήρε την μικρή από το χέρι συνοδεύοντας την υπερήφανος για την ανιψιά του, ο μεγάλος αδερφός κατόρθωσε να ανακαλύψει στο παλλόμενο φως των φωτορυθμικών την καλοκαιρινή του παρέα κι εξαφανίστηκε, κι ο Άγγελος απόμεινε μόνος σαν να μην νοιαζόταν κανείς γι αυτόν. Ο θείος κι η αδερφή του κάθισαν στο μπαρ. Ο Βαγγέλης αγκαλιαζόταν και φιλιόταν στο κέντρο του κυκλώνα του πάρτι. Ο Άγγελος όσο πιο αθόρυβα και διακριτικά μπορούσε, πέρασε ανάμεσα από τον κόσμο που χόρευε κι έπινε και κατόρθωσε να βρει τον δρόμο για την παραλία, εκεί όπου ο απόηχος του κόσμου δεν τον ενοχλούσε τόσο. Κάθισε στην άμμο κι άναψε τσιγάρο αποφασισμένος να περάσει την βραδιά συντροφιά με τη θάλασσα.

«Τι κάνεις, Άγγελε;» άκουσε κάποιον να τον ρωτάει και γύρισε να δει ποιος μπορεί να είναι.

«Είμαι ο Αντώνης. Ο αδερφός του Δημήτρη. Δεν με θυμάσαι;»

«Ναι. Σε θυμάμαι. Απλώς σήμερα δεν είμαι στα καλά μου. Έλειπα κατασκήνωση και μου φαίνονται όλα κάπως μυστήρια».

«Απότομη προσγείωση, ε; Όπως ο Ε.Τ;»

«Ναι, κάπως έτσι», γέλασε ο Άγγελος.

«Κερνάς τσιγάρο;»

«Κερνάω», απάντησε ο Άγγελος προσφέροντας του ανοικτό το πακέτο.

«Prince σκληρό; Τρελάθηκες; Θέλεις να πεθάνεις;»

«Αυτά έμαθα, αυτά καπνίζω», αποκρίθηκε σαν να κάπνιζε εκατό χρόνια.

«Να καθίσω;»

«Κάτσε».

«Τι μουσική ακούς;»

«Heavy metal», απάντησε ο Άγγελος προκλητικά για να τον δοκιμάσει.

«Κι εγώ! Φίλε, το ξέρεις ότι ο Alice Cooper πήρε το όνομα του από μια μάγισσα;»

Ο Άγγελος στο άκουσμα της ερώτησης, χάρηκε όσο δεν μπορούσε να χωρέσει η φαντασία. Μάλλον δεν θα ήταν τόσο απαίσιο το καλοκαίρι όσο είχε φοβηθεί πως θα ήταν. Τα δυο αγόρια έμειναν να συζητούν για μουσική ώσπου η κουβέντα ήρθε στην μαύρη μαγεία και τον σατανισμό. Ο Αντώνης σηκώθηκε χωρίς να εξηγήσει που πηγαίνει. Όταν επέστρεψε κρατούσε δυο μεγάλες μπύρες. Πίνοντας ζαλίστηκαν κι ο Άγγελος μίλησε για όλα όσα είχαν συμβεί στην κατασκήνωση και πάνω από όλα μοιράστηκε το μυστικό για τη Σολομωνική.

«Θα στο βρω εγώ το βιβλίο, φίλε».

«Αλήθεια; Πώς;»

«Αυτό να μην σε νοιάζει. Θα στο βρω αλλά υπό έναν όρο».

«Δεκτός».

«Περίμενε να ακούσεις».

«Ακούω».

«Όταν εκείνος ο μυστήριος τύπος, ο Θωμάς, σου πει τον τίτλο του δεύτερου βιβλίου, θέλω να μου τον πεις».

Ο Άγγελος κατάλαβε τι είχε κάνει. Μια μπύρα έφτανε για να προδώσει τα πάντα. Όμως ήθελε τόσο πολύ να διαβάσει τη Σολομωνική κι ήταν αρκετά ζαλισμένος ώστε να μην μπορεί να αντισταθεί. Άλλωστε η κατασκήνωση, ο Θωμάς κι η υπόσχεση φάνταζαν τόσο μακρινά που δεν μπορούσαν να τον συγκρατήσουν από την πρόκληση της παρούσας στιγμής.

«Εντάξει. Στο υπόσχομαι», είπε νιώθοντας ψεύτης για δεύτερη φορά κι ικανός να κάνει τα πάντα για να αποκτήσει αυτό που θέλει ώστε να φέρει εις πέρας το Μεγάλο Σχέδιο του.

«Αύριο. Να πούμε στις εφτά το απόγευμα; Καλά είναι; Πες στους θείους ότι θα πάμε για μπάσκετ. Θα το φάνε μια χαρά. Είμαι παιδί της εμπιστοσύνης εγώ. Θα περάσω να σε πάρω. Φρόντισε να μην καρφώνεσαι».

«Έγινε. Αύριο εδώ», απάντησε ο Άγγελος αποδεχόμενος το ραντεβού χωρίς να καταλαβαίνει τι σημαίνει η έκφραση “μην καρφώνεσαι”.

«Πάμε τώρα πίσω στο πάρτι και φρόντισε να συμπεριφερθείς φυσιολογικά. Δεν μας έψαξε κανείς επειδή είπα στον αδερφό μου ότι είμαστε με κορίτσια», τον ενημέρωσε ο Αντώνης, κλείνοντάς του το μάτι. Όταν γύρισαν στο πάρτι, ο Άγγελος έκανε ότι έβλεπε τον φίλο του να κάνει. Τον αντέγραφε σε όλα. Χόρευε, μιλούσε με όλους, τσούγκριζε την μπύρα που τον κέρασε ο θείος του, θέλοντας να έχει συμμετοχή στην μύηση του στον ανδρισμό. Όταν έφτασαν σπίτι κάθισαν όλοι μαζί στο τραπέζι της βεράντας τρώγοντας παγωτό και λέγοντας αστεία μέχρι το ξημέρωμα. Όλοι ήταν ευχαριστημένοι. Ο Άγγελος άρχισε να καταλαβαίνει πως έπρεπε να παίξει το παιχνίδι. Όμως ακόμη και την στιγμή που το κεφάλι του θα άγγιζε το μαξιλάρι, η μόνη του σκέψη ήταν στα βιβλίο που θα έπαιρνε στα χέρια του αύριο.

Η Αρετή γελούσε δήθεν αμέριμνη όμως το βλέμμα της λοξό, έλεγχε τον αγαπημένο της ανιψιό που, έχοντας πίσω από την πλάτη του το κόκκινο τριαντάφυλλο, υποκρινόταν τον εαυτό που όλοι ήθελαν να βλέπουν για να κοιμούνται ήσυχοι. Εκείνος όμως δεν θα κοιμόταν ποτέ ξανά ήσυχος. Θα έπαυε κάθε ηρεμία γι αυτόν. Δεν το ήξερε ακόμη. Ίσως το προαισθανόταν.

Καθώς έκλεινε, αποκαμωμένος από όλη την ασάφεια της ημέρας, τα μάτια του για να αποκοιμηθεί, η μυρωδιά των ρόδων από τον κήπο τον τύλιξε σαν γυναικείο στοιχειό κι ο Άγγελος της παραδόθηκε αδύναμος να πολεμήσει. Ο λαβύρινθος τον υποδέχτηκε. Μια ολόγυμνη γυναίκα που φορούσε κομμάτια διάφανου μαύρου πέπλου στην σάρκα της κι είχε στα πόδια της φίδια να την προσκυνούν και να της γλείφουν τα δάχτυλα με τις διχαλωτές τους γλώσσες, άνοιξε τα χέρια της διάπλατα σε μια αγκαλιά που δεν μπορούσε να αρνηθεί. Τον τύλιξε κι ανοίγοντας τα χείλη τον άφησε να δει την άβυσσο που κρυβόταν μέσα της. Ο Άγγελος αφέθηκε και τα τείχη έλιωσαν πνίγοντας τους στο κόκκινο υγρό. Ένιωθε απόλαυση μαζί με απόγνωση κι εκείνη την ώρα η εφηβική του ψυχή πήρε μια γεύση της Κόλασης.

«Θα ξυπνήσω», σκεφτόταν, « κι όταν ξυπνήσω θα τον καταστρέψω. Θα ξεριζώσω τα καταραμένα του κέρατα και θα τα μπήξω στα μάτια του».

Την σκέψη του σκέπαζε ένα γέλιο τόσο δαιμονικό που θαρρείς πως ακουγόταν από το πηγάδι που έβγαζε το νερό της αβύσσου.

…Συνεχίζεται

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά