Σκοτεινοί Αιώνες: Η κυριαρχία του Θρύλου στην Αλήθεια

by Βασίλης Καθάρειος

Ένας βαθύφωνος άντρας με ένα χοντροκομμένο έγχορδο απαγγέλλει μελωδικά γύρω απ’ τη φωτιά. Μιλά για κατορθώματα ανδρείων και αθάνατων ηρώων. Μιλά για χιλιάδες Έλληνες που ρίχτηκαν σε έναν δεκαετή πόλεμο για τα μάτια μιας βασίλισσας, υπό τη σκέπη των θεών. Στο σκοτάδι της αίθουσας η οικογένεια και οι ευνοούμενοι του άρχοντα τον παρακολουθούν τρώγοντας, σχεδόν αδιάφοροι, ενώ κάποιοι λιγοστοί κοιμούνται.

Χωρίς να ενοχλήσουμε κανέναν όμως θα αλλάξουμε το σκηνικό. Ο ραψωδός έχει μετατραπεί σε έναν γενειοφόρο υπερήλικα που σιγοψέλνει σε μια βαριά σαξονική διάλεκτο. Η ιστορία του υμνεί έναν αρχέγονο θρυλικό βασιλιά, εξορισμένο στο νησί του Άβαλον, που περιμένει καρτερικά την ανάστασή του. Στο διπλανό τραπέζι, ο ρίγας δειπνεί με το συμβούλιο των βαρόνων, ενώ συνομιλούν δυνατά. Φορά ένα πρόχειρο χρυσαφένιο στέμμα και το όνομά του έχει κεντηθεί στα βασιλικά λάβαρα, σε ανορθόγραφα λατινικά. Αυτή η βάρβαρη μεγαλοπρέπεια όμως δεν τον εμποδίζει να τρώει με τα χέρια, να βρίζει και να φτύνει στο πάτωμα.

Γκραβούρα του John Flaxman (1795) με σκηνή από την Ιλιάδα

Η μετάβαση ήταν απροσδόκητα ομαλή. Ίσως και οι δυο άρχοντες που περιέγραψα να ήξεραν πολύ καλά ότι δεν έζησαν και στα καλύτερα χρόνια. Ο Ιταλός ποιητής Πετράρχης είχε πιθανόν καταλάβει το ίδιο, όταν έγραφε για τους αρχαίους σοφούς: «Παρά τα λάθη τους, η ευφυΐα τους έλαμπε. Τα μάτια τους δεν έχαναν σε δεινότητα, παρότι ήταν κυκλωμένοι από πυκνό σκοτάδι». Ο Πετράρχης όμως αναφερόταν στον αρχαίο παγανισμό ως «σκοτάδι» και στη χριστιανική του πίστη ως «φως». Ο πατέρας του όρου “σκοτεινοί αιώνες“, γύρω στο 1330, είχε απόλυτη επίγνωση ότι μια «ζοφερή» περίοδος τελείωνε. Οι λαοί γύρω του όφειλαν να αναζητήσουν καινούρια πρότυπα για μια χρυσή νέα εποχή, και τι καλύτερο απ’ τα διδάγματα μιας αρχαίας, πιο «φιλοσοφημένης» κοινωνίας ανθρώπων. Η ιδέα αυτή, στην πραγματικότητα, δεν αποτελεί απλώς συμπέρασμα της μελέτης ενός διανοούμενου· πρόκειται για διαχρονικό πολιτιστικό μοτίβο.

Οι χρονικές περίοδοι που ανέφερα, δυο απλά παραδείγματα, είναι οι ελληνικοί σκοτεινοί αιώνες και η σαξονική εισβολή στη Βρετανία. Τελευταίος θρυλικός βασιλιάς της Σπάρτης ήταν ο Τισαμενός, εγγονός του Αγαμέμνονα. Για τους επόμενους τρεις αιώνες (1100-800 π.Χ.), εξαιτίας διαφόρων παραγόντων, η πολιτιστική δραστηριότητα βρέθηκε στο ναδίρ. Η τέχνη υποβιβάστηκε, τα ανάκτορα εγκαταλείφθηκαν και το κυριότερο, η προϊστορική Γραμμική Β εξαλείφθηκε. Με έναν αντίστοιχο τρόπο, κάθε ρωμαϊκή απόπειρα «εκπολιτισμού» της Βρετανίας ουσιαστικά ισοπεδώθηκε από την επίθεση τον Σαξόνων (5ος-7ος αι. μ.Χ.). Σε ένα τέτοιο κλίμα απόλυτου σκοταδισμού, μοναδικός τρόπος μεταφοράς της αρχαίας ιστορίας είναι η προφορική παράδοση. Ελλείψει γραφής, οι επόμενες γενιές κληρονομούν ένα κράμα ιστορίας, αντιλήψεων του αφηγητή και θρύλων, και τα μεγάλα έπη της ανθρωπότητας γεννιούνται.

“Saxon Ambush” από τον χρήστη RobbieMcSweeney του deviantart

Οι λαϊκές παραδόσεις που επωάζουν οι σκοτεινοί αιώνες δεν καταγράφονται στη διάρκειά τους και δεν γνωρίζουμε τίποτα άμεσο γι’ αυτές. Η πρώιμη καταγραφή, που δίνει σε γνωστούς θρύλους την τελική διαχρονική τους μορφή, συμβαίνει κατά κανόνα κοντά –αλλά όχι ακριβώς– στη δύση της σκοτεινής εποχής. Η γενικευμένη καταγραφή, αντίθετα, στα πρώτα άγαρμπα στάδια της νέας εποχής. Κατά τον Ηρόδοτο, ο «Όμηρος» (= πρώτη εμφάνιση των επών του) έζησε περίπου τέσσερεις αιώνες (850 π.Χ.) πριν τον ίδιο. Πρώτη συστηματική καταγραφή της Ιλιάδας και της Οδύσσειας έγινε επί τυράννου Πεισιστράτου (561-527 π.Χ.). Οι αρχαιότερες, αντίστοιχα, γνωστές αναφορές του Βασιλιά Αρθούρου (10ος αιώνας, χειρόγραφο Annales Cambriae) και του Beowulf (975 μ.Χ.) έγιναν αφού ο βασιλιάς Αλφρέδος ο Μέγας (871-899 μ.Χ.) είχε οργανώσει κάπως τα βρετανικά νησιά. Πρώτη γενικευμένη καταγραφή του θρύλου του Εξκάλιμπερ έγινε το 1136 μ.Χ. στο Historia regum Britanniae, αφού ο Γουλιέλμος ο Κατακτητής είχε ιδρύσει επίσημα το αγγλικό βασίλειο.

Ο πρώτος λόγος για κάτι τέτοιο είναι καθαρά πρακτικός. Το 850 π.Χ. η αρχαία ελληνική γραφή είχε μόλις αναπτυχθεί. Κατά τη βασιλεία του Αλφρέδου, η σαξονική διάλεκτος είχε μόλις αποκτήσει αλφάβητο και ήταν έτοιμη να εξελιχθεί στην αρχαΐζουσα αγγλική. Ο δεύτερος λόγος, πιο φιλοσοφημένος, ήταν η αυτογνωσία. Για τον Πετράρχη, που μπορούσε πια να διακρίνει το αναγεννησιακό φως στον ορίζοντα, η περίοδος που τελείωνε με τον ίδιο ήταν απλώς «σκοτεινοί αιώνες». Οι Έλληνες του 850 π.Χ. και οι Βρετανοί του 950 μ.Χ. ήταν μακράν πιο εξευγενισμένοι από τους άμεσους προγόνους τους. Ήταν πια απόλυτα ικανοί να καταλάβουν ότι δεν ζούσαν και στην καλύτερη εποχή, και με μια ασίγαστη αισιοδοξία για το μέλλον, νοσταλγούσαν την «ευδαιμονία» των «αρχαίων» χρόνων.

Χαριτωμένη μεσαιωνική αναπαράσταση

Σε αυτό το σημείο, επεμβαίνει η εξιδανίκευση. Πολλοί σύγχρονοι άνθρωποι εξακολουθούν να πιστεύουν ότι θα ήταν αδύνατο για τους αρχαίους Αιγυπτίους να κατασκευάσουν τις πυραμίδες μόνοι. Επιβάλλεται, φυσικά, να τους καθοδήγησαν εξωγήινοι. Μια ανάλογη σκέψη, σε ένα ζοφερό παρελθόν, θα είχε ριζώσει αβίαστα. Οι χρυσοστόλιστοι Αχαιοί βασιλείς δεν θα μπορούσαν, φυσικά, να έχουν πολεμήσει επί δέκα χρόνια για κάτι πεζό, όπως η κυριαρχία στο Αιγαίο. Πρέπει να υπήρξε ένας πιο ευγενής σκοπός, όπως μια κλεμμένη βασίλισσα, αλλά και η ενεργή συμμετοχή ολόκληρου του δωδεκάθεου. Ο θρυλικός βασιλιάς των Βρετανών αποκλείεται να αντιστάθηκε στους Σάξονες με πέτρες και ρόπαλα. Είχε, λοιπόν, στη διάθεσή του τους πιο ευγενείς ιππότες, που αναζητούσαν το Άγιο Δισκοπότηρο και την λόγχη του κεντυρίωνος, αλλά και ένα μυθικό ξίφος πλασμένο στη φωτιά.

Οι φιλολογικοί παραλληλισμοί όμως δεν σταματούν εδώ. Η έλλειψη πρακτικών ιστορικών στοιχείων οδηγεί, αρχικά, σε αμέτρητους αναχρονισμούς. Ο Όμηρος αναφέρεται σε σίδηρο κατά την εποχή του χαλκού και η ιστορία του Αρθούρου σε ιππότες και φεουδαρχία κατά την ύστερη αρχαιότητα. Η «γενικευμένη» καταγραφή που ανέφερα πριν έχει μια άμεση παραφυάδα, την κρατική προπαγάνδα. Τα ομηρικά έπη χρησιμοποιήθηκαν με αυτόν τον τρόπο από τον Πεισίστρατο, αλλά και κατά τους περσικούς πολέμους. Η δήθεν ανακάλυψη του «τάφου» του Αρθούρου στο Glastonbury γιορτάστηκε με επισημότητα (και δωρεές) το 1191. Λες και αναγνωρίζουν την πάλη ενός αρχέγονου φωτός που απέπνεε, οι θρύλοι αναφέρονται συνήθως στα τελευταία χρόνια του παλιού μεγαλείου. Όπως ανέφερα, ο Τρωικός Πόλεμος έλαβε χώρα μόνο μια γενιά πριν την κατάλυση της αχαϊκής δυναστείας. Ο βασιλιάς Αρθούρος ήταν όχι απλώς ο τελευταίος «Βρετανός» βασιλιάς πριν τους Σάξονες, αλλά και ο μόνος που τράβηξε το ξίφος απ’ την πέτρα. Εννοώ, τους νίκησε.

Το Εξκάλιμπερ επιλέγει τον βασιλιά του

Μπορούν, όμως, λιγότερο γνωστοί σκοτεινοί αιώνες και οι θρύλοι τους να ακολουθήσουν τέτοια μοτίβα; Σε μια ανάλογη κατάσταση με τη Βρετανία, όταν λαοί όπως οι Ούγγροι, οι Άβαροι και οι Σλάβοι εισέβαλαν στην κοιλάδα του Δούναβη (αρχαία Δακία), εκεί συνάντησαν τους εκλατινισμένους Δάκες, τους προγόνους των Ρουμάνων. Αποτέλεσμα των συγκρούσεων ήταν ολόκληροι αιώνες (5ος-11ος αι. μ.Χ.) προφορικής μετάδοσης της ιστορίας, που έδωσαν ζωή στους εθνικούς θρύλους χωρών, όπως η Ουγγαρία, η Ρουμανία, η Βουλγαρία και λοιπές βαλκανικές. Ο τελευταίος βασιλιάς της ανεξάρτητης Δακίας Δεκέβαλος θεωρείται σήμερα εθνικός ήρωας της Ρουμανίας.

Η αντίστοιχη περίοδος αραβικής κατάκτησης των νότιων βυζαντινών επαρχιών (7ος-9ος αι. μ.Χ.) χαρακτηρίζεται από έλλειψη γραπτών πηγών στα ελληνικά. Οι μοναδικές ιστορίες που έφταναν απ’ τα σύνορα ήταν οι παραφουσκωμένες διηγήσεις των Ακριτών συνοριοφυλάκων, γεμάτες περιπέτειες και κατορθώματα. Σε συνδυασμό με φράγκικα παραμύθια, οι ακριτικές ιστορίες γέννησαν τον θρύλο του σπουδαιότερου Ακρίτα, του Διγενή. Όπως είναι προφανές, πριν παλέψει με τον Χάρο προσωπικά, σε ένα δικό του Άβαλον, ο Διγενής Ακρίτας ήταν αθάνατος. Ένα ανάλογο βυζαντινό παράδειγμα, κάπως πιο οικείο, είναι η ιστορία του τελευταίου μαρμαρωμένου αυτοκράτορα.

Ακόμη όμως κι αν φτάσουμε πολύ μακριά, στην Ινδοκίνα, κάποια στοιχεία παραμένουν ίδια. Μετά την εγκατάλειψη της πρωτεύουσας Άνγκορ (μέσα 15ου αι. μ.Χ.), ο λαός της Καμπότζης έπαψε να χρησιμοποιεί τη γραφή. Η δυναστεία Χμερ που είχε την εξουσία για έξι αιώνες κατέρρευσε και για τα επόμενα διακόσια χρόνια, δεν έχουμε πηγές για το όνομα ούτε ενός βασιλιά. Στην πραγματικότητα, οι σκοτεινοί αιώνες τελείωσαν το 1863, με τη γαλλική κατάκτηση, αλλά η ανάμνηση των πανίσχυρων Χμερ ήταν αρκετή, ώστε να ντοπάρει ιδεολογικά τους Ερυθρούς Χμερ, εκατό και πλέον χρόνια αργότερα.

Ερείπια της πόλης Άνγκορ

Ένα πρώτο συμπέρασμα θα ήταν ότι, πέρα από το ακριβώς αντίθετο, οι σκοτεινοί αιώνες θα μπορούσαν να κατανοηθούν καλύτερα μέσα απ’ τους θρύλους τους. Βασικότερο φίλτρο στη μετάδοση πληροφοριών κατά την προφορική παράδοση είναι οι λαϊκές αντιλήψεις. Αναλύοντας το αποτέλεσμα, τους θρύλους, μπορούμε να καταλάβουμε αρκετά για τους μυστικούς ανθρώπους που τους έπλασαν. Απ’ την άλλη πλευρά, με αυτόν τον τρόπο μπορούμε να καθορίσουμε καλύτερα τα πραγματικά όρια των σκοτεινών εποχών. Βασισμένοι στην ευρεία διάθεση χειρόγραφων από τον 11ο αιώνα και έπειτα, παραδείγματος χάρη, μπορούμε να περιορίσουμε τον ευρωπαϊκό «Μεσαίωνα» στο διάστημα από τον 5ο αιώνα ως τότε το πολύ. Μια εποχή, κοινώς, κατά την οποία, σε αντίθεση με τα κλισέ, δεν υπήρχε ούτε ισχυρή κρατική, ούτε ισχυρή εκκλησιαστική εξουσία.

Το δεύτερο συμπέρασμα και ο επίλογος είναι η ακλόνητη ανάγκη του ανθρώπου να γεννά παραδόσεις και θρύλους μέσα στο σκοτάδι. Ως κάτοικος μιας ζοφερής εποχής, η φαντασία μπορεί να στραφεί είτε μπροστά, στο φως μιας αναγέννησης που αχνοφέγγει, είτε πίσω, σε ένα ένδοξο και ηρωικό παρελθόν. Αναζητώντας ένα κατάλληλο πρότυπο για το πρώτο, καταφεύγει στο δεύτερο, μέσα πάντα από έναν φακό εξιδανίκευσης. Εδώ όμως χρειάζεται προσοχή. Στην ικανότητα να εμπνέει η εξιδανίκευση είναι μοναδική, αλλά παράλληλα και στην ικανότητα να παραγράφει και να θολώνει. Όσο ιδανικό κι αν φαντάζει, το παρελθόν εγκυμονεί όλα τα λάθη που μας οδήγησαν, σε πρώτη φάση, στη σκοτεινή εποχή. Αν τα αγνοήσουμε ρίχνοντας όλη την ευθύνη στα γεγονότα του παρόντος, είμαστε ήδη στην κατάλληλη πορεία, με ακρίβεια χιλιοστού, για να την ξαναζήσουμε.

Πηγές:

-Theodore E. Mommsen – Petrarch’s Conception of the Dark Ages (1942)
Ancient History Encyclopedia – Λήμμα “Greek Dark Age”
-John Cannon, Ralph Griffiths – The Oxford Illustrated History of the British Monarchy (2000)
-Barry B. Powell – Homer and the Origins of the Greek Alphabet (1996)
-John Morris – The Age of Arthur, a history of the British Isles from 350 to 650 (1973)
-Colin Chase – The dating of Beowulf (1997)
-Lewis Thorpe – Geoffrey of Monmouth, the History of the Kings of Britain (1966)
-A. W. Johnston, N. Stampolidis, V. Karageorghis – The alphabet (2003)
uni-due.de
-John William Sutton – The Tomb of King Arthur (2011)
-Lucian Boia – Myth in Romanian Consciousness (2001)
-Paul Lemerle – Byzantine Humanism (1986)
-Michael Vickery – Cambodia and Its Neighbors in the 15th Century (2004)
-David Lindberg – The Beginnings of Western Science (1992)

Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Νέστορα, Γλωσσολόγος & Επιμελήτρια κειμένων

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά