Σ’ αναμμένα κάρβουνα

by Δήμητρα Μπενίση

Σημεία και Τέρατα και πώς να γλυτώσετε από δαύτα

«Σ’ αναμμένα κάρβουνα»

της Δήμητρας Μπενίση – που όλα τα κακά σκορπά!

(Προσοχή! Το παρόν περιέχει τοποθέτηση προϊόντος)

Αααχ! Τέλος καλοκαιριού πια! Και τι πιο ειδυλλιακό από το να αράζεις στην παραλία με το ουζάκι σου το μεσημεράκι, κάτω από ένα πυκνό αρμυρίκι. Να ακούς το κυματάκι πλίτσι-πλίτσι, ενώ από δίπλα οι πιο μερακλήδες της παρέας να έχουν ανάψει τα καρβουνάκια. Και να σου τα μπαρμπούνια και να σου το ψωμάκι το αλειμμένο με λάδι και ρίγανη – και πιες, κύριε Σκουντρή και ξαναπιές, κύριε Σκουντρή – και γέλια και τρικ-τρακ το τάβλι… Που και που κανένα φιλάκι με κανένα αγόρι ή κορίτσι – ανάλογα τα γούστα, βρε παιδί μου – και να σου βγαίνει κι ο βουτηχτής με τη τρίτη χταποδάκλα – οι άλλες δυο ήδη βρίσκονται στο στομάχι σου. Βάρα-βάρα στο βράχο, την ψιλοκόβει και την αμολάει στα κάρβουνα.
Κι εκεί που το έκτο καραφάκι αδειάζει, πώς σου έρχεται και λες «Δεν παίζουμε ρακέτες, ρε φίλε;». Μπορεί κάποιοι να στραβομουτσουνιάζουν, αλλά είναι τέλος καλοκαιριού κι ακόμα δεν είδαν όλοι τα καινούργια σου τατουάζ. Ο φίλος δέχεται, γιατί πρέπει να κι αυτός να δείξει πόσο προσεκτικά περιποιείται το μαλλί και το μούσι του με την νέα λοσιόν Τριχοπλέξ.
Κι αρχίζετε το ντάκα-ντούκα, ντάκα-ντούκα. Τι ωραία που ανεμίζουν τα μούσια του φίλου – τελικά η Τριχοπλέξ κάνει θαύματα. Τι ωραία που γυαλίζει το δέρμα σου, το πασαλειμένο με Μαυρέξ για τέλειο μαύρισμα και προστασία για τα θαυμάσια τατού σου.
«Παιδιά, το χταπόδι είναι έτοιμο!», ακούς τη φωνή του ως άνω μερακλή και γυρίζεις την κεφάλα σου, γιατί πράγματι μύρισε.
Και «ντουκ», εκείνη τη στιγμή το μπαλάκι σκάει μεγαλόπρεπα στην κουτέλα σου και σωριάζεσαι φαρδύς-πλατύς καταγής – ή κατά άμμοις, όπως το πάρει κανείς. Πας να σηκωθείς. Αμ δε! Το πόδι σου μοιάζει καρφωμένο! Ανασηκώνεις το κεφάλι λιγουλάκι και τα μάτια σου γουρλώνουν. Φυσικά και θα γούρλωναν. Καθότι η παρέα σου έχει παρατήσει όλα τα εκδρομικά σας σύνεργα φύρδην-μίγδην στην παραλία και τρέχουν αλλόφρονες προς το αλσύλλιο που απέχει τουλάχιστον πεντακόσια μέτρα από εκεί που εσύ ακόμα είσαι ξαπλαρωμένος κι ανήμπορος να κουνηθείς. Και μάλλον ένα σύννεφο σκέπασε τον ήλιο το λαμπρό και ξάφνου κάνει και λίγο ψύχρα.
Οι κραυγές τους και τα χέρια τους που κινούνται πάνω κάτω μοιάζουν αληθινά αστεία, ειδικά εκείνης της ψηλοκάπουλης που είχες βάλει στο μάτι. Το μαλλί του φίλου που παίζατε ρακέτες ανεμίζει εντυπωσιακά και σκέφτεσαι μήπως πρέπει να πάρεις κι εσύ την ίδια λοσιόν τελικά. Μα αυτό που προέχει είναι να σηκωθείς μπας και καταλάβεις γιατί έφυγαν και σε άφησαν σύξυλο. Καταφέρνεις να ανασηκωθείς στους αγκώνες σου. Τα ματάκια σου γουρλώνουν ακόμα περισσότερο από την πρώτη φορά, καθότι στο τριχωτό σου ποδάρι είναι τυλιγμένο ένα… πλοκάμι. Χταποδιού φυσικά. Και δεν είναι μονάχο του βέβαια. Για την ακρίβεια είναι ένα από τα πολυάριθμα πλοκάμια που φυτρώνουν στα μούτρα ενός χταποδόμορφου πλάσματος που το μέγεθός του είναι τόσο τιτάνιο που σκιάζει τον ήλιο. Κάτι σου θυμίζει… Κάτι σου θυμίζει…
Μια ταινία με τον κάπτεν Τζακ Σπάρροου; Όχι, δεν είναι αυτό.
«Φτου! Πώς λέγεται τώρα αυτό το πράμα;», μουρμουρίζεις ασυναίσθητα.
Και είναι τα τελευταία λόγια που βγαίνουν από τα χείλη σου, διότι το πλοκάμι – και το υπόλοιπο πλάσμα φυσικά – σε τραβά στα βάθη της θάλασσας. Ή στα βάθη της ανοικονόμητης καταπιόνας του. Δεν μπορείς να καταλάβεις γιατί η πίεση του νερού είναι τόσο αβάσταχτη που ο κόσμος σβήνει…
Ξυπνάς – μάλλον δηλαδή είναι ξυπνημός αυτός – και μάλιστα σε έναν αληθινό εφιάλτη. Είσαι σε μια θεόρατη αίθουσα σκαλισμένη στην πιο παλιά και τιτάνια πέτρα. Το χρώμα είναι αυτό της ώχρας. Οι κολώνες είναι θεόρατες και χοντρές όσο μια ντουζίνα ρινόκεροι –ναι, σαν αυτούς που είχες δει στο ζωολογικό κήπο κάποτε. Το ταβάνι είναι τόσο ψηλό που μετά βίας ξεχωρίζεις τα σκαλίσματα… αδρά, βάρβαρα σχέδια που έχουν φτιαχτεί από πλάσματα με μέλη, θαρρείς, μη ανθρώπινα. Μπροστά σου βρίσκονται οκτώ κολοσσιαίου μεγέθους θρόνοι.
Μα αυτά που είναι επάνω είναι πέρα από κάθε περιγραφή. Δεν είναι πλάσματα, με την έννοια που είχες μάθει ως τώρα. Είναι περισσότερο… ενέργειες αν μπορεί να το πει κανείς έτσι. Θυμάσαι αμυδρά κάποια μεταχειρισμένα βιβλιαράκια τσέπης που είχε καταχωνιασμένα στα ράφια της βιβλιοθήκης του εκείνος ο περιεργάκιας φίλος στο ΤΕΙ, που ποτέ δεν το τελείωσες. Που τα είχες ξεφυλλίσει και μετά πετάξει γελώντας ειρωνικά. Μυθολογία Κθούλου ή κάτι τέτοιο.
Οκτώ είναι οι θρόνοι και οκτώ οι οντότητες που μοιάζουν πότε να υλοποιούνται και πότε να χάνονται πίσω από δύσοσμες ομίχλες.
«Κακωσόρισες, θνητέ»
Η φωνή δεν ανήκει σε κανένα από αυτά τα όντα. Στο κέντρο της αίθουσας υπάρχει ένα πέτρινο βάθρο. Και επτά μορφές στέκουν σε ημικύκλιο. Καθεμιά αντιστοιχεί στον κάθε θρόνο. Και είναι ανθρώπινες ή τουλάχιστον έτσι μοιάζουν. Τα σώματά τους είναι ντυμένα με μαύρες ρόμπες κεντημένες με ένα αρρωστημένο ασπριδερό σχέδιο στους καρπούς και στο λαιμό. Σαν χειροπέδες…; Σαν λαιμαριές…; Δεν είσαι και βέβαιος.
«Είμαι ο Νγκλουνγκ Μπλγκαργκλ, ο αρχιερέας της κάστας μας», σου απευθύνεται η ίδια φωνή που αντιλαμβάνεσαι πως αντιστοιχεί στο θρόνο απ’ όπου φαίνεται πού και πού να μπαίνει στο πεδίο της όρασής σου ένα συνονθύλευμα από βρωμερές φυσαλίδες, που όταν σκάνε αφήνουν μια τρομερή αποφορά. «Ο συνάδελφος αρχιερέας Νγκλαργκλ Φτουάνγκλνρτλ», και δείχνει προς τη μορφή που αντιστοιχεί στο θρόνο που μοιάζει να φιλοξενεί ένα ον γεμάτο πλοκάμια, «χρειάστηκε να ξοδέψει αρκετή από την παλαιοενέργεια ώστε να σε φέρει εδώ μέσα από το όνειρο του Μέγα Κθούλου, με τη βοήθεια του Νουργκλίστλουγκλρ Πρντορφφφ, του αρχιερέα του Τρομερού Νυαρλαθοτέπ».
Οι προσπάθειες που κάνεις να ανοίξεις το στόμα σου στέφονται με επιτυχία, αλλά το μόνο που βγαίνει είναι ένα σαλάκι που στάζει ακατάσχετα στο σαγόνι σου, κι όχι η διαμαρτυρία που θέλεις να εκστομίσεις ότι είναι εφιάλτης κι αφήστε με να φύγω να πάω στη μαμά μου.
«Δεν χρειάζεται να μιλήσεις. Άλλωστε για αυτό σε φέραμε εδώ. Ο Μπγκλουργκλσρφντ Κφρτουντγκόλργκλ, που εκπροσωπούσε τον Αζαθώθ είχε ένα μικρό ατύχημα», λέει και δείχνει μια πεσμένη μορφή μπροστά σε έναν αδειανό θρόνο. «Έκαψε και το τελευταίο του εγκεφαλικό κύτταρο όταν βρέθηκε μπροστά στον Υπέρτατο Ηλίθιο Τυφλό θεό. Γι’ αυτό και σκεφτήκαμε να φέρουμε εσένα σε αυτή τη διάσταση, σε αυτόν τον τόπο. Για να πάρεις τη θέση του. Άλλωστε δεν χρειάζεται να έχει κάποιος μεγάλη ευφυΐα για να επικαλεστεί τον Αζαθώθ. Για την ακρίβεια όσο μικρότερη έχει τόσο καλύτερα. Ήσουν ο ιδανικός υποψήφιος. Έλα, λοιπόν. Λάβε τη θέση σου»
Χωρίς να μπορείς να αντισταθείς, νιώθεις το σώμα σου να ίπταται προς το πέτρινο βάθρο. Ο Νγκλουνγκ Μπλγκαργκλ με μια απλή κίνηση των ματιών του και ένα πλατάγισμα της γλώσσας του μοιάζει να κινεί το σώμα σου σαν μαριονέτα. Σε χρόνο μηδέν βρίσκεσαι ντυμένος με τις ρόμπες του Μπγκλουργκλσρφντ Κφρτουντγκόλργκλ και την ίδια στιγμή γυρίζεις χωρίς τη θέλησή σου να αντικρίσεις τον άδειο θρόνο.
«Η επίκληση αρχίζει», λέει με στόμφο ο Νγκλουνγκ Μπλγκαργκλ.
Κι αρχίζει να τραγουδάει μια επωδό με λαρυγγώδεις απαίσιους ήχους που μοιάζουν να δονούν το σώμα σου και το μυαλό σου σε συχνότητες φρικτής αηδίας και ανείπωτου τρόμου. Μοιάζει να αντιλαμβάνεσαι με κάποιο απώτατο ίχνος συνείδησης ότι αυτό που θα επακολουθήσει θα είναι ίσως το τέλος της ζωής σου, ίσως και του κόσμου όπως τον ξέρεις. Στον άδειο θρόνο αρχίζει να εμφανίζεται μια μορφή. Στον απόηχο της επωδού είναι σαν ακούγεται ο αντίλαλος από φάλτσους αυλούς που τσιρίζουν μέσα στα αυτιά σου.
Μια ομίχλη πράσινη και μουχλιάρα μισοσχηματίζεται στο θρόνο και μετά εξαφανίζεται. Μπόχα φτάνει στα ρουθούνια σου. Είσαι έτοιμος να ξεράσεις το χταποδάκι. Το ταραγμένο στομάχι σου δεν αντέχει.
«Μπλιέχ», είναι ο μόνος ήχος που βγαίνει καθώς εκτοξεύεις τη ρουκέτα προς τον άδειο θρόνο.
Οι κραυγές τρόμου που ακούγονται γύρω σου είναι το λιγότερο φρικιαστικές.
«Μη, ηλίθιε!» είναι το μόνο που ξεστομίζει ο Νγκλουνγκ Μπλγκαργκλ.

***

«Παναγιά μου, πρόφτασε!»
Είναι η δική σου φωνή. Έχεις πέσει άγαρμπα από την αιώρα, ενώ το ντάκα-ντούκα από τις ρακέτες ακούγεται ακόμα κάπου παραπέρα.
«Αχ, καημενούλι, συνήλθες», ακούς το ψηλοκάπουλο κορίτσι να λέει ενώ σου χαϊδεύει απαλά το μέτωπο. «Έλα, κάτσε λίγο ακόμα ξαπλωμένος. Θα συνεχίσω να σου διαβάζω από το βιβλίο μέχρι να ξεζαλιστείς εντελώς».
Το φιλί στο μέτωπό σου είναι καλοδεχούμενο, αλλά στη μούρη σου μοστράρει ο τρομερός τίτλος του βιβλίου. Πετάγεσαι έντρομος και κουνώντας υστερικά τα χέρια στον αέρα, τρέχεις προς το αλσύλλιο. Μακριά από τη θάλασσα. Μακριά από το χταποδάκι. Μακριά ακόμα κι από την κοπέλα που σου άρεσε. Γιατί το μόνο που σε γλυτώνει από το τρομερό ον είναι – νομίζεις – η απόσταση.
«Ανόητε!», αντηχεί μια αόρατη φωνή στα αυτιά σου… η φωνή του Νγκλουνγκ Μπλγκαργκλ.
Στην παραλία η ωραία ψηλοκάπουλη κοπέλα ανασηκώνει τους ώμους της παραξενεμένη. «Κρίμα», σκέφτεται, «κι είναι ωραίο γκομενάκι».
Και ξαναγυρίζει στο βιβλίο της. Ναι, αυτό με τον τίτλο «Κθούλου Φτουνγκ».

Cover art: antemortemarts.com

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά