Το Δάσος

by Nyctophilia

Το διήγημα που ακολουθεί ανήκει στον Γιώργο Μεσημέρη και κέρδισε την 3η θέση στον διαγωνισμό ΦantasticWords 2016 στην κατηγορία του Τρόμου.

1.

Η αλήθεια είναι πως ποτέ δε βρήκαν τις σωρούς τους, αλλά οι έρευνες της αστυνομίας δεν κατέληξαν πουθενά και στη συνέχεια, με τις κλασσικές γραφειοκρατικές διαδικασίες, η υπόθεση απλά καταχωνιάστηκε σε ένα από τα ντουλάπια του αρχείου να θάβεται στη σκόνη. Ο Στεφάν θα είχε πιέσει να συνεχιστούν οι έρευνες, αλλά ειδοποιήθηκε πολύ αργά, καθώς όταν οι γονείς του εξαφανίστηκαν ο ίδιος βρισκόταν στην Ελλάδα όπου ζούσε και εργάζονταν μέχρι και δέκα μέρες πριν.  Πλέον βρίσκονταν στη Ρουμανία όπου και κατάγονταν, στο πατρικό του σπίτι μερικά χιλιόμετρα έξω από τη πόλη Πιέτρα Νεάμτ, στους πρόποδες των Καρπαθίων, νοτιοδυτικά από την δεύτερη μεγαλύτερη πληθυσμιακά πόλη της Ρουμανίας, Ιασό. Όταν έμαθε τα δυσάρεστα νέα, είχαν περάσει ήδη έξι μέρες από την εξαφάνιση των δικών του, αν και πιθανόν να είχε περάσει ακόμα περισσότερος χρόνος που αγνοούνταν από τη στιγμή της δήλωσης της εξαφάνισης τους, μιας και οι γονείς του ζούσαν απομονωμένοι μέσα στους πρόποδες του βουνού, αρκετά χιλιόμετρα μακριά από το πλησιέστερο χωριό. Κυρίως, ζούσαν από τη κτηνοτροφία, πρόβατα και γουρούνια, αλλά και πουλώντας στην Πιέτρα Νεάμτ, βότανα με θεραπευτικές αλλά και μαγικές – όπως υποστήριζαν – ιδιότητες.

Την εξαφάνιση είχε δηλώσει ένας οδηγός από το γειτονικό χωριό που τους προμήθευε με ζωοτροφές κάθε δεκαπέντε μέρες. Ο Στεφάν είχε διαβάσει τη κατάθεση του οδηγού ελπίζοντας να βρει κάποια στοιχεία που θα τον βοηθούσαν να ξεδιαλύνει το μυστήριο της τύχης των δικών του, αλλά δυστυχώς η κατάθεση ήταν ελλιπέστατη, χειρόγραφη με ακαταλαβίστικα γράμματα και γεμάτη μουτζούρες. Όλα αυτά, σε συνδυασμό με τα σπαστά Ρουμάνικα του Στεφάν, είχαν μετατρέψει τις πρώτες μέρες του στα πάτρια εδάφη σε ένα συνονθύλευμα πικρίας, λύπης και δυσφορίας.

Είχαν περάσει δεκαοχτώ χρόνια από τότε που οι γονείς του τον έστειλαν, σε ηλικία πέντε ετών και μετά από επίπονες οικονομίες, στους θείους του στην Αθήνα, για μια καλύτερη ζωή από αυτή που προσέφερε τότε το κομμουνιστικό καθεστώς της χώρας. Από τότε δεν τους ξαναείδε, παρά μόνο μιλούσαν στο τηλέφωνο κάθε εβδομάδα και στη συνέχεια, όταν ξεκίνησε τις σπουδές του στη γυμναστική ακαδημία, μιλούσαν ακόμα πιο αραιά.

Από τη ζωή του στη Ρουμανία ο Στεφάν δε θυμόταν πολλά. Είχε μια καλή ανάμνηση του αγροκτήματος που μόλις είχε κληρονομήσει, μόνο που το θυμόταν σε σαφώς καλύτερη κατάσταση από την τωρινή. Θυμόταν το ξύλινο σπίτι που βρίσκονταν τώρα, με μυρωδιές φαγητού και γλυκών να έρχονται από την κουζίνα και να πλημμυρίζουν τα ρουθούνια του. Θυμήθηκε τη μητέρα του, με τα μακριά μαύρα μαλλιά της και τα καταπράσινα μάτια της να του χαμογελά γλυκά, ενώ αυτός καταβρόχθιζε τις λιχουδιές που του ετοίμαζε. Θυμήθηκε τον πατέρα του να μπαίνει στο σπίτι ιδρωμένος και κουρασμένος αλλά χαμογελαστός, έναν σωματώδη άντρα που σχεδόν έφτανε τα δύο μέτρα, με έντονα καφέ μάτια και πυκνά φρύδια που του έδιναν μια αγριωπή όψη. Ο Στεφάν είχε κληρονομήσει τα μάτια της μητέρας του και τη σωματοδομή και τα πυκνά φρύδια του πατέρα του. Στη γυμναστική ακαδημία δεν μπορούσε κανένας να τον ξεπεράσει σε οποιοδήποτε άθλημα δύναμης, τόσο μεγάλη και επιβλητική ήταν η ρώμη του, ώστε πολλοί συμφοιτητές του τον απέφευγαν και ψιθύριζαν πίσω από τη πλάτη του.

Η περιοχή που βρίσκονταν το σπίτι, ήταν μέσα σε ένα μικρό ξέφωτο στο δάσος που κάλυπτε τους πρόποδες του βουνού. Το σπίτι ήταν περικυκλωμένο από μεγάλα δέντρα όπως οξιές, σφεντάμια και φτελιές, ενώ ανεβαίνοντας πιο ψηλά στο βουνό, συναντούσες πεύκα και έλατα. Ανατολικά, άκουγες το κελάρυσμα των νερών από έναν παραπόταμο που κύλαγε λίγα μέτρα μακριά από το αγρόκτημα και νότια άνοιγε λίγο το δάσος και εκεί πήγαινε τα πρόβατα να βοσκήσουν ο Στεφάν μαζί με τον πατέρα του.

Αυτό που ακόμα και τώρα θυμόνταν ξεκάθαρα ο Στεφάν, ήταν η αυστηρή απαγόρευση των γονιών του, ανακατεμένη με απειλές για τρομακτικές τιμωρίες, να μπει στο βόρειο κομμάτι του δάσους. Κρύβονταν κάτω από τα σκεπάσματα του κρεβατιού του όταν η μητέρα του, περιέγραφε τρομακτικές ιστορίες για τα δαιμόνια Μορόι, που τριγυρνούσαν σε αυτό το τμήμα του δάσους, κατάλευκα, κρυμμένα όπου υπήρχε πηχτό σκοτάδι και έβγαιναν από τις σπηλιές τους όταν δεν υπήρχε φεγγάρι, με σκοπό να κλέψουν ζώα ή ακόμα χειρότερα μικρά παιδιά για να τα πάνε στη Μοροάικα, τη μητέρα του κακού, που είχε καταραστεί το δάσος. Έβλεπε εφιάλτες, εφιάλτες που συνεχίστηκαν ακόμα και όταν μετακόμισε στην Ελλάδα και το καταραμένο δάσος βρίσκονταν πλέον εκατοντάδες χιλιόμετρα μακριά του. Κάθε βράδυ έβλεπε τον εαυτό του να κατευθύνεται προς το μοχθηρό δάσος, όπου τα δέντρα φαίνονταν ξεραμένα, αλλά σα να είναι ζωντανά τον κοίταζαν κακόβουλα, ενώ μέσα στο πηχτό σκοτάδι έβλεπε λευκές μορφές να τρέχουν δεξιά και αριστερά και άκουγε τα συρσίματα που έκαναν, σηκώνοντας στον αέρα τα νεκρά φύλλα που βρίσκονταν στο χώμα. Θυμόνταν στους εφιάλτες του, να ακούει ψιθύρους σε μια περίεργη γλώσσα, που έμοιαζε με κακάρισμα και έκρυβε μια αρχαία μοχθηρία μέσα της για κάθε τι ζωντανό. Ήξερε μέσα του ο Στεφάν ότι στο δάσος υπήρχε ένα αρχέγονο κακό που τον παρακολουθούσε και τον παραμόνευε στέλνοντας κάθε βράδυ αυτά τα τρομακτικά όνειρα.

Άλλες φορές όμως, λιγότερες είναι η αλήθεια, τα όνειρα του ήταν διαφορετικά. Έβλεπε ότι βρίσκονταν πάλι στο δάσος, αλλά ήταν πιο φωτεινό σε σχέση με τα άλλα όνειρα του. Τα ρουθούνια του πνίγονταν από μια έντονη μυρωδιά αίματος, όπως όταν παρακολουθούσε το πατέρα του να σφάζει ένα γουρούνι ή αρνί. Ένιωθε κάποιος ή κάτι να τον παρακολουθεί και τότε άκουγε ένα τρομερό ουρλιαχτό, αλλόκοτο, που δεν μπορούσε να το βγάλει άγριο ζώο, αλλά μόνο κάποιο αλλόκοσμο πλάσμα. Και τότε ένιωθε την ανάγκη να τρέξει μακριά και έτσι γίνονταν. Έτρεχε με όλη του τη δύναμη, ρουφώντας με βουλιμία τον αέρα στα πνευμόνια του και ήξερε ότι κάτι έτρεχε πίσω του. Η κατάρα του δάσους βρίσκονταν πίσω του και την άκουγε να ουρλιάζει και με τη σειρά του και αυτός να ουρλιάζει από τρόμο και να πετάγεται από το κρεβάτι μούσκεμα στον ιδρώτα, βογκώντας από την εξάντληση, στα αυτιά του ακόμα αντηχούσε το απόκοσμο ουρλιαχτό του θηρευτή του.

Ο Στεφάν πήρε άλλη μια τζούρα, ενώ βρίσκονταν σε βαθιές σκέψεις σχετικά με τις μελλοντικές του κινήσεις για την ανακαίνιση του σπιτιού και την αναπλήρωση των χαμένων ζώων, που έφυγαν ή χάθηκαν σε όλο αυτό το διάστημα που είχαν εξαφανιστεί οι γονείς του. Βρίσκονταν σε βαθιά περισυλλογή, αγνοώντας ότι οι εφιάλτες που τον βασάνιζαν σε όλη τη παιδική ηλικία του και μετέπειτα, ήταν πέρα για πέρα αληθινοί και τον παρακολουθούσαν αυτήν ακριβώς τη στιγμή.

2.

Ήταν αργά την ίδια νύχτα, όταν ο Στεφάν ξύπνησε από τον εκκωφαντικό γδούπο προερχόμενο από το σαλόνι, δίπλα από το δωμάτιο που χρησιμοποιούσε ως κρεβατοκάμαρα ο ίδιος. Αλαφιασμένος σηκώθηκε και άκουσε τη βροχή να πέφτει δυνατά στη στέγη του και στο παράθυρο του, δημιουργώντας έναν αδιάκοπο θόρυβο σα ραπτομηχανή, ενώ η καταιγίδα λυσσομανούσε. Δοκίμασε να ανοίξει τα φώτα, χωρίς αποτέλεσμα, λογικά η τροφοδότηση του ρεύματος είχε διακοπεί λόγω της καταιγίδας. Σημείωσε νοητά να ψάξει να αγοράσει μια φτηνή γεννήτρια καθώς άνοιγε το συρτάρι του κομοδίνου του για να βρει το φακό που είχε αφήσει εκεί.

Άνοιξε την πόρτα του δωματίου του και φώτισε το διάδρομο. Ένιωσε ένα ψυχρό ρεύμα να αγκαλιάζει το πρόσωπο του και παραξενεύτηκε μιας και θυμόταν ότι είχε μανταλώσει όλα τα παράθυρα πριν πέσει για ύπνο. Πιθανότατα, με τον δυνατό αέρα κάποιο παράθυρο θα άνοιξε και αυτό θα ήταν που έκανε και τον θόρυβο που τον ξύπνησε. Έριξε φως στο σαλόνι και όντως ένα από τα παράθυρα είχε ανοίξει διάπλατα με αποτέλεσμα η βροχή να μπαίνει με ορμή μέσα. Ο Στεφάν το έκλεισε και το μαντάλωσε σφιχτά, για να σιγουρευτεί ότι δεν θα ανοίξει ξανά με τον αέρα. Βλαστήμησε τον καιρό και έριξε το φως του φακού έξω από το παράθυρο να παρατηρήσει τη βροχή. Τα σύννεφα ήταν τόσο πυκνά στον ουρανό καλύπτοντας το σχεδόν γεμάτο φεγγάρι και χωρίς το φακό δεν θα μπορούσε να διακρίνει τίποτα ούτε σε δέκα εκατοστά, σε τόσο σκοτάδι είχε βυθιστεί η περιοχή.

Φώτισε έξω στην αυλή και είδε το νερό να έχει κάνει μικρά ρυάκια και να γεμίζει μικρές λακκούβες, ξεχειλίζοντας με δύναμη στις διάφορες κατηφοριές. Μετακίνησε τη φωτεινή σφαίρα που δημιουργούσε ο φακός στα αριστερά του και είδε κάτι που τον έκανε να παγώσει. Ένιωσε τις τρίχες στο σβέρκο του να σηκώνονται, ενώ άκουγε την καρδιά του να σφυροκοπά από το τρόμο που τον είχε παραλύσει, ανίκανος να κουνηθεί παρά μόνο να κοιτά με γουρλωμένα μάτια, το πλάσμα στα πέντε μέτρα μπροστά του. Ήταν εντελώς άτριχο και κατάλευκο σα το γάλα, με ένα χρώμα άρρωστο, που το συναντάς σε ανθρώπους λίγα λεπτά πριν τους αγγίξει ο θάνατος. Δεν πρέπει να ήταν πιο ψηλό από ενάμισι μέτρο, αλλά τα μέλη του σώματός του, βρίσκονταν σε αλλόκοτες γωνίες, λες και αυτό το πλάσμα δεν είχε μυς, συνδέσμους και αρθρώσεις στο σώμα του. Όταν κοίταξε το πρόσωπο του ο Στεφάν έπνιξε με πολύ κόπο μια κραυγή τρόμου και απελπισίας. Το κεφάλι του ήταν αυτό ενός νεογέννητου μωρού, μεγάλο και πρησμένο. Τα μάτια του ήταν κλειστά, σαν το φως να το ενοχλούσε και το στόμα του έχασκε ανοικτό απειλητικά, δείχνοντας τα δόντια του, που έμοιαζαν με τα μυτερά δόντια που έχουν τα σαρκοβόρα ψάρια που ζουν σε μεγάλο βάθος στον ωκεανό. Τότε, άνοιξε τα μάτια του και ο Στεφάν διαπίστωσε ότι ήταν κατάμαυρα ενώ δεν είχαν καθόλου κόρες. Ένας ήχος βγήκε από το στόμα του, σαν μια πόρτα που τρίζει έντονα ενώ ανοίγει, διαπερνώντας τα αυτιά του Στεφάν, σκίζοντας το καταιγιστικό θόρυβο της καταιγίδας που λυσσομανούσε. Κοιτάχτηκαν για μια ελάχιστη στιγμή όταν ο ουρανός φωτίστηκε απότομα και ο άγριος θόρυβος ενός κεραυνού σκέπασε το διαπεραστικό ήχο που έβγαινε από τα κολασμένα πνευμόνια του πλάσματος, λες και η ίδια η φύση επαναστατούσε απέναντι σε αυτή τη παρωδία πλάσματος που δεν υπάκουσε κανένα νόμο των ζωντανών.

Πλάσμα και Στεφάν ούρλιαξαν ταυτόχρονα, το πλάσμα τυφλωμένο από το έντονο φως του κεραυνού, ο Στεφάν από ανάγκη να διώξει αυτή τη φρίκη που είχε σφιχτεί γύρω του και τον πίεζε σα μέγγενη. Το πλάσμα άρχισε να τρέχει, μακριά από το σπίτι, προς το βόρειο τμήμα του δάσους με τα τέσσερα, πόδια και χέρια να διανύουν την απόσταση λυγίζοντας σε παράλογες γωνίες, μια γκροτέσκα ανάμνηση των εφιαλτών του Στεφάν να ζωντανεύει, απειλώντας να λυγίσει λογική του. Το πλάσμα χάθηκε στο δάσος και ο Στεφάν έπεσε στα γόνατα, ανασαίνωντας ακανόνιστα, προσπαθώντας να καταλάβει αν βρίσκονταν σε εφιάλτη ή αν όντως ήταν ξύπνιος.

Όπως ήταν και αναμενόμενο δε κοιμήθηκε το υπόλοιπο βράδυ. Προσπαθούσε, τώρα που είχε συνέλθει κάπως από το αρχικό σοκ, να καταλάβει τι ήταν αυτό που είδε. Ήταν αυτό το πλάσμα ίδιο με αυτά που τον είχαν προειδοποιήσει οι δικοί του όταν ήταν μικρός; Ήταν αυτό το πράγμα ένα από τα Μορόι; Ανατρίχιασε όταν σκέφτηκε ότι οι γονείς του μπορεί να είχαν απαχθεί από αυτά τα πλάσματα. Αν είναι αλήθεια τότε θα βρίσκονταν στο δάσος, ίσως ήταν ζωντανοί και χρειάζονταν τη βοήθεια του.

3.

Νωρίς το πρωί ο Στεφάν οδήγησε προς το διπλανό χωριό. Ήταν αποφασισμένος να πάει στο τοπικό αστυνομικό τμήμα και να απαιτήσει από τους αστυνομικούς την επανεξέταση της υπόθεσης των γονιών του, καθώς  και την έναρξη νέας έρευνας στο δάσος. Όταν συναντήθηκε με τον αξιωματικό και μίλησε μαζί του, αρχικά τα λεγόμενά του προκάλεσαν το ενδιαφέρουν του Ρουμάνου αστυνομικού. Όταν όμως, ο Στεφάν ανέφερε τα Μορόι, και τη πεποίθηση του ότι αυτά ευθύνονταν για την εξαφάνιση των δικών του, ο αξιωματικός, προς μεγάλη ενόχληση του Στεφάν, κυριολεκτικά έσκασε στα γέλια, περιγελώντας το νεαρό για αυτά που μόλις του εξιστόρησε.

Ο αστυνομικός πρόσεξε ότι ο Στεφάν με το ζόρι συγκρατούσε τα νεύρα του, φοβούμενος την έκρηξη του σωματώδη γυμναστή, έπνιξε τα γέλια του και προσπάθησε να διατηρήσει ένα πιο σοβαρό ύφος. Πληροφόρησε το Στεφάν ότι θα ενημέρωνε τα κεντρικά στην Ιασό, αν και ο ίδιος θεωρούσε απίθανο ν’ ασχοληθούν οι ανώτεροι του με μύθους και λαϊκές δοξασίες. Όταν είδε την απογοήτευση και την απόγνωση να πλημμυρίζουν το πρόσωπο του Στεφάν, μαλάκωσε και του πρότεινε να επισκεφτεί τη γριά Βέρα στη πλατεία του χωριού. Πρόκειται, είπε, για το πιο ηλικιωμένο άτομο στο χωριό, με πολλές γνώσεις για περιπτώσεις όπως Μορόι και άλλα πλάσματα του κακού, προσπαθώντας να μη χαμογελάσει περιπαικτικά. Ο Στεφάν τον ευχαρίστησε, χωρίς να το εννοεί πραγματικά, και αποφάσισε να επισκεφτεί αυτή τη γριά, έτσι και αλλιώς ένιωθε τόσο απελπισμένος, δεν είχε να χάσει τίποτα.

Η γριά Βέρα ήταν ένα σταφιδιασμένο κοντό ανθρωπάκι, ντυμένη με ένα φόρεμα που της έφτανε ως τις γάμπες με έντονα φανταχτερά χρώματα. Κοίταξε με περιέργεια τον Στεφάν όταν μπήκε μέσα στο σπίτι της, ίσως πιο λάγνα από ότι θα ήθελε ο Στεφάν. Όταν του μίλησε, δυσκολεύτηκε να τη καταλάβει μιας και μιλούσε έντονα τη τοπική διάλεκτο. «Τι θέλει ο όμορφος νεαρός; Θέλει μαγικό φίλτρο αγάπης; Αν και δεν το χρειάζεσαι καλέ μου» είπε γελώντας. Ο Στεφάν χωρίς καμιά διάθεση να συνεχίσει, μπήκε κοφτά στο θέμα. «Πες μου τι ξέρεις για τα Μορόι!» Η γριά γούρλωσε τα μάτια και άρχισε να κουνά αρνητικά το κεφάλι της. «Μακριά μακριά, κακά δαιμόνια. Φύγε, θα φέρεις κακή τύχη.» Ο Στεφάν σηκώθηκε απογοητευμένος και περπάτησε προς την πόρτα, πριν της ανοίξει γύρισε προς αυτήν. «Σε παρακαλώ, πήραν τους γονείς μου. Τους έχουν στο δάσος». Η γριά κοκάλωσε και τον κοίταξε με τρόμο. «Είσαι το παιδί των Τσελ Τραντατ;» ρώτησε ενώ η φωνή της έτρεμε. Ο Στεφάν την κοίταξε παραξενεμένος, μη μπορώντας να καταλάβει προς τι αυτή η αντίδρασή της απέναντι του. Τελικά ένευσε θετικά. Η γριά σταυροκοπήθηκε δεκάδες φορές και πήγε να του ανοίξει τη πόρτα, κοιτάζοντας τον φοβισμένα, ενώ μουρμούραγε κάτι για κατάρα και καταραμένος, ενώ έλεγε συνέχεια «πρικολίτσι» μια λέξη που ο Στεφάν δεν γνώριζε τι σήμαινε. Λίγα μέτρα αφού είχε βγει η γριά του φώναξε. Γύρισε και άκουσε να του λέει ότι τα Μορόι δεν αντέχουν το φως και σήμερα που έχει πανσέληνο και καθαρό καιρό δεν θα τον ενοχλήσουν. Πριν προλάβει να της πει κάτι, έκλεισε απότομα την εξώπορτα της και την άκουσε να διπλοκλειδώνει.

Ο Στεφάν κοντοστάθηκε σκεπτικός. Ναι μεν η γριά είχε δίκιο για τη πανσέληνο αλλά όπως φαίνονταν δε διάβαζε εφημερίδες, αλλιώς θα ήξερε πως για τρεις ώρες απόψε το βράδυ, το φως του φεγγαριού θα χάνονταν λόγω της ολικής έκλειψης που θα συνέβαινε, και θα βύθιζε στο σκοτάδι τη Ρουμανία, αλλά και τις γείτονες χώρες της.

4.

Τελικά αποφάσισε να πάει στο αγρόκτημα. Η περιέργεια και η εσωτερική ανάγκη που ένιωθε μέσα του να μάθει τι απόγιναν οι γονείς του, κέρδισαν τον φόβο του. Η αλήθεια ήταν πως πλέον, όσο το σκέφτονταν, είχε αμφιβολίες αν το χθεσινοβραδινό συμβάν ήταν αληθινό ή άλλος ένας εφιάλτης, τόσο ζωντανός που τον έκανε να μπερδέψει τη πραγματικότητα με το όνειρο.

Είχε ήδη αρχίσει να σκοτεινιάζει όταν έφτασε στο αγρόκτημα. Κοίταξε το φεγγάρι και πρόσεξε ότι η έκλειψη ήταν στα πρώτα στάδια και ένα μικρό κομμάτι του φεγγαριού είχε χαθεί στο σκοτάδι. Κλείδωσε τις πόρτες και μαντάλωσε σφιχτά τα παράθυρα. Αφού τα έλεγξε για μια ακόμα φορά και σιγουρεύτηκε ότι όλα ήταν κλειδωμένα όπως θα ήθελε, αποφάσισε να καθίσει στον καναπέ του σαλονιού. για να χαλαρώσει λίγο. Το ρεύμα δεν είχε επανέλθει ακόμα, και όπως τον είχαν ενημερώσει στο χωριό, συνήθως έπαιρνε γύρω στις τρεις μέρες για να αποκατασταθεί η βλάβη. Άναψε μερικά κεριά που αγόρασε και ακούμπησε δίπλα του τον φακό και το τσεκούρι που είχαν οι δικοί του για τα ξύλα. Χαμογέλασε ειρωνικά με τον εαυτό του ανοίγοντας το ουίσκι που είχε αγοράσει λίγες ώρες πριν. «Στεφάν, έχεις αρχίσει και τα χάνεις» μουρμούρισε, ενώ κατέβασε το ποτήρι με τη μία. Μετά από τέσσερα ποτήρια, ένιωσε επιτέλους τα τεντωμένα νεύρα του να χαλαρώνουν λίγο, και τη κούραση από την ένταση της ημέρας να τον καταβάλει. Ενώ ήταν στο καναπέ ένιωσε το νανούρισμα του Μορφέα, ώσπου στο τέλος ο Στεφάν έπεσε ηττημένος στις αγκάλες του. Όμως ο ύπνος του δεν ήταν ήσυχος, και οι τρόμοι πήραν μορφή και έγιναν εφιάλτες.

Βρέθηκε σε έναν από τους εφιάλτες της παιδικής του ηλικίας, μέσα στο δάσος που απαγορεύονταν να πάει, μέσα στο δάσος που τον κοίταζαν κακόβουλα μάτια και άκουγε περίεργους ψιθύρους γύρω του. Ήταν ξανά παιδί, τρομαγμένος και μόνος έτρεχε ανάμεσα από τα δέντρα, που όλο και πιο πολύ πύκνωναν γύρω του. Κοίταξε ψηλά με λαχτάρα να δει το φεγγάρι αλλά είχε χαθεί, μια μαύρη μπάλα το είχε καταπιεί όπως ο λύκος που περιέγραφαν στις βόρειες μυθολογίες. Άρχισε να τρέχει πιο γρήγορα, και τότε άκουσε τους άναρθρους ήχους που έβγαζαν και έμοιαζαν με αργόσυρτο τρίξιμο πόρτας. Δάκρυα τρόμου κυλούσαν στα μάγουλα του, ενώ το σκοτάδι γύρω του φαίνονταν λες και αποκτούσε υφή , εμποδίζοντας τον να τρέξει, κόβοντας του τη φόρα. Πηχτά αόρατα πλοκάμια σκοταδιού τυλίγονταν γύρω από τα λεπτά ποδαράκια του. Ο μικρός Στεφάν έπεσε και τότε τους είδε γύρω του να τον κοιτάνε, κρυμμένοι πίσω από τα δέντρα, άκουσε τον ήχο που έβγαινε από το στόμα τους και είδε με μάτια γουρλωμένα από τον τρόμο τους Μορόι να τον πλησιάζουν.

Πετάχτηκε απο το καναπέ ουρλιάζοντας με τρόμο. Όταν συνειδητοποίησε ότι όλα ήταν ένας εφιάλτης, ένας πάρα πολύ ζωντανός εφιάλτης, άρχισε να πάιρνει βαθιές γρήγορες ανάσες προσπαθώντας να καταλαγιάσει τους παλμούς του. Αν ήταν πιο μεγάλος σε ηλικία, ίσως να κινδύνευε απο καρδιακό επεισόδιο. Σηκώθηκε και πήγε προς τη κουζίνα, να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπο του μήπως και συνέλθει κάπως απο το σοκ του εφιάλτη. Ήταν ακόμα αρκετά σκοτεινά και υπέθεσε ότι η έκλειψη διαρκούσε ακόμα μιας και πέρα απο το φως των κεριών το σκοτάδι ήταν πολύ πηχτό και πνιγηρό.

Άναψε το φακό και φώτισε προς τη κουζίνα, όμως σταμάτησε απότομα. Για μια ακόμα φορά ένιωσε τις τρίχες του να σηκώνονται, και σιγά σιγά έτεινε το φως του φακού προς το παράθυρο απέναντι του. Άφησε μια πνιχτή κραυγή τρόμου όταν είδε το πλάσμα με το λευκό άρρωστο δέρμα να τον κοιτά ακριβώς απο την άλλη μεριά του παραθύρου. Άνοιξε το στόμα του με τα απόκοσμα κοφτερά δόντια και άφησε αυτό τον χαρακτηριστικό  υπόκωφο ήχο να περάσει στα αυτιά του Στεφάν και να του ξυπνήσει αρχαίους απόκοσμους τρόμους. Ένιωσε τα πλοκάμια του πανικού να τον πνίγουν όταν αυτός ο ήχος του πλάσματος πολλαπλασιάστηκε, και έριξε το φως στα υπόλοιπα παράθυρα διαπιστώνοντας με τρόμο, ότι σε κάθε παράθυρο βρίσκονταν ένα ή δυο Μορόι, κοιτάζοντας τον, βγάζοντας αυτούς τους διαολεμένους θορύβους. Ο Στεφάν είχε παραλύσει απο τον τρόμο  κοιτάζωντας σαν υπνωτισμένος, ώσπου ξαφνικά άκουσε ένα τζάμι να σπάει, μετά άλλο ένα και ακόμα ένα. Σε κλάσματα δευτερολέπτου η ησυχία του αγροκτήματος μετατράπηκε σε μια αλληλουχία ήχων απο τζάμια να σπάνε, αλλόκοσμους ήχους, που κανένα πλάσμα δε θα μπορούσε να βγάλει και τις κραυγές τρόμου του Στεφάν.

Τα είδε να έρχονται κατά πάνω του με αυτές τις τόσο λάθος κινήσεις των ποδιών και των χεριών τους, είδε τα κεφάλια των μωρών να ανοίγουν το στόμα τους και να προσπαθούν να τον δαγκώσουν. Το ένστικτο της επιβίωσης ανέλαβε, και ο Στεφάν έτρεξε προς ένα από τα Μορόι και το γρονθοκόπησε με όλη του τη δύναμη. Κλώτσησε ένα άλλο μακριά του και τότε ένιωσε ένα τσίμπημα στη δεξιά του γάμπα. Ένα από αυτά είχε βυθίσει τα σουβλερά δόντια στη σάρκα του. Ένιωσε το εσωτερικό του σπιτιού να στροβιλίζεται, και ξαφνικά να βυθίζονται όλα σε βαθύ σκοτάδι. Το τελευταίο πράγμα που κατάλαβε, πριν χάσει τις αισθήσεις του και τον καταπιεί η λήθη, ήταν τα Μορόι να τον σηκώνουν και να τον βγάζουν έξω προς τη βόρεια πλευρά του δάσους.

5.

Ξύπνησε και κατάλαβε ότι ήταν δεμένος πάνω σε κάτι που έμοιαζε με πέτρινο βωμό. Κοίταξε γύρω του, διαπιστώνοντας ότι ήταν μέσα στο δάσος, περιτριγυρισμένος από δεκάδες Μορόι να τον κοιτάνε κακόβουλα. Την άκουσε όταν γέλασε και γύρισε να την κοιτάξει. Είχε και αυτή το ίδιο λευκό δέρμα όπως και τα υπόλοιπα Μορόι, όμως έμοιαζε με μια πολύ αδύνατη γριά, που είχε τεράστια πρησμένα στήθη, ένας παραλογισμός σε οποιαδήποτε έννοια κανονικότητας και φυσικότητας σε αυτόν τον κόσμο. Τον κοίταξε με τα κατάμαυρα μάτια της και δυο Μορόι την πλησίασαν, άρπαξαν τα στήθη της και ακούμπησαν τα στόματα τους πάνω στους μαστούς της. Αυτή τα χάιδευε με μια γκροτέσκα μητρική τρυφερότητα, και τους τραγούδαγε κάτι που μάλλον ήταν νανούρισμα. Τον κοίταξε και του χαμογέλασε χαιρέκακα, τα χείλη της σουφρωμένα , το στόμα της στεγνό και χωρίς δόντια. Ο Στεφάν αντίκριζε για πρώτη φορά τη Μοροάικα, τη μητέρα του κακού.

Προσπάθησε να σπάσει τα δεσμά του, αλλά το σχοινί ήταν πολύ σφιχτό. Η Μοροάικα τον παρατηρούσε γελώντας. Γύρισε οργισμένος και της φώναξε. «Τι θες από μένα; Άφησε με να φύγω δαίμονα.» Αυτή ξαναγέλασε και ο Στεφάν ένιωσε έτοιμος να βγάλει τα σωθικά του από την αηδία και τη δυσωδία που ανάβλυζε το στόμα της. «Θα μου δώσεις νέους γιους νεαρέ! Θα γίνεις πατέρας». Ο Στεφάν την κοίταξε με μάτια γουρλωμένα από έκπληξη και αηδία. Δάκρυα κύλισαν στα μάτια του καθώς η απελπισία τον κατέλαβε και ξέρασε. Η γρια συνέχισε να γελά όλο και πιο δυνατά, ενώ ο Στεφάν πλέον παραιτημένος κοίταζε  προς τον ουρανό.

Την άκουσε να σηκώνεται και να τον πλησιάζει. Ένα κομμάτι της Σελήνης ξεπρόβαλε, καθώς η έκλειψη ξεκίνησε να υποχωρεί. Την ένιωσε να στέκεται μπροστά του, αλλά ο Στεφάν πλέον δεν ήταν εκεί. Ο εφιάλτης είχε επιστρέψει, όμως αυτή τη φορά δεν ήταν ο ίδιος. Έτρεχε στο δάσος, ενώ κάτι τον κυνηγούσε. Ένιωθε τη ζωώδη δύναμη του κυνηγού πίσω του καθώς τον έφθανε. Η Μοροάικα χάιδεψε το πρόσωπο του και ξεκούμπωσε το πρώτο κουμπί από το πουκάμισο του. Ο Στεφάν έτρεχε φρενιασμένα να γλιτώσει από το νέο κυνηγό, ενώ το φεγγάρι πλέον ήταν ορατό κατά το ήμισυ. Πλέον άκουγε τη καυτή ανάσα του κτήνους που τον καταδίωκε λίγα μέτρα μακριά του. Τα χέρια της γριάς αφού ξεκούμπωσαν το πουκάμισο  έφτασαν στο παντελόνι. Ήταν πλέον ακριβώς πίσω του, δεν είχε καμιά ελπίδα. Κοίταξε ψηλά τη Σελήνη, ήταν σχεδόν γεμάτη, η έκλειψη σχεδόν είχε τελειώσει. Η μητέρα των Μορόι ανέβηκε πάνω του, πηχτό μαύρο σάλιο έσταζε από το στόμα της ενώ τα παιδιά της γύρω άνοιγαν το στόμα τους, αφήνοντας εκείνον τον διαβολεμένο ήχο να πλημμυρίζει το δάσος.

Βαρέθηκε να τρέχει, κουράστηκε πια. Κοίταξε ψηλά, και είδε το φεγγάρι λαμπρό και γεμάτο, σε όλη του τη δόξα. Σταμάτησε και γύρισε να αντιμετωπίσει το κυνηγό του, τον είδε να πετάγεται μέσα από τα δέντρα, ένα τεράστιο θηριώδες πλάσμα, μια γκροτέσκα μίξη λύκου και ανθρώπου. Πρόσεξε όλες τις πυκνές τρίχες στο σώμα του πλάσματος, τα τεράστια δόντια με τους κυνόδοντες να ξεπροβάλλουν από το ρύγχος του και τα πυκνά φρύδια που ήταν τόσο γνώριμα και οικεία στο Στεφάν. Ο άνθρωπος λύκος χίμηξε και δάγκωσε το Στεφάν στο λαιμό, το αίμα πετάχτηκε σα πίδακας, λαμπυρίζοντας κάτω από το έντονο φως της Πανσέληνου. Ο Στεφάν ούρλιαξε, όμως αυτή τη φορά το ουρλιαχτό του ακούστηκε διαφορετικά. Δεν ήταν τρόμου αλλά δύναμης. Δεν ήταν ανθρώπινο αλλά ζωώδες. Δεν ήταν πλέον άνθρωπος αλλά κάτι άλλο, πιο δυνατό, πιο επικίνδυνο.

Άνοιξε τα μάτια του και είδε τη Μοροάικα να τον κοιτά γουρλωμένη με ανοικτό το στόμα. Πλέον, δεν τον κοίταζε με μοχθηρία, αλλά με τρόμο. Ο Στεφάν άφησε ένα μούγκρισμα και ένιωσε τη σάρκα του να σκίζεται καθώς τα κόκαλά του μεγάλωναν αλλάζοντας μορφή, το στόμα του να πλαταίνει και τα δόντια του να γίνονται πιο κοφτερά. Η γριά τον κοίταζε αποσβωλομένη και το μόνο που ψέλλισε ήταν «Πρικολίτσι… Λυκόμορφος». Ο Στεφάν Λύκος βύθισε τα δόντια του στο λαιμό της και πίεσε με δύναμη. Το κεφάλι αποκολλήθηκε από τη θέση του με ένα υγρό ήχο και η Μοροάικα, η μητέρα του Κακού, κείτονταν νεκρή. Ο Λυκόμορφος σήκωσε το κεφάλι του θριαμβευτικά και το ουρλιαχτό του λύκου αντήχησε σε όλο το δάσος. Τα Μορόι φοβισμένα σκόρπισαν προς το δάσος να κρυφτούν από το δήμιο της μητέρας τους, όμως το φεγγάρι ήταν γεμάτο αυτό το βράδυ.

Το κυνήγι του Λύκου μόλις είχε ξεκινήσει.

Βιογραφικό του συγγραφέα

Ο Γιώργος Μεσημέρης γεννήθηκε στην Κέρκυρα ένα ζεστό καλοκαίρι του 1980. Σπούδασε μηχανολόγος στις Σέρρες και ολοκλήρωσε την παιδαγωγική του κατάρτιση στην ΑΣΠΑΙΤΕ Ιωαννίνων.
Λάτρης του κόσμου του Warhammer 40000, του Graham Masterton και του Mad Max. Γατομπαμπάς εφτά μοναδικών αιλουροειδών, όταν βρίσκει χρόνο προσπαθεί να αποτυπώσει ιστορίες τρόμου, επικές συγκρούσεις και ποιητικά παραληρήματα στο ψηφιακό χαρτί του υπολογιστή.
Ιστορίες του έχουν εκδοθεί σε διάφορες ανθολογίες και ελπίζει στο μέλλον να καταφέρει να γράψει το πρώτο του μυθιστόρημα.

Cover pic by Despina Kitidou

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά