Το Μαύρο Παλτό

by Nyctophilia

από την Mehreen Ahmed (μετάφραση: Μηλέβα Αναστασιάδου)

Ήταν ένα σκοτεινό χειμωνιάτικο βράδυ, όταν ο Χαβιέ σκόνταψε σε κάποιον, καθώς διέσχιζε την περιφερειακή λεωφόρο. Μόλις έφτασε απέναντι, ο άνθρωπος στην άλλη πλευρά δεν ήταν πλέον ορατός, κι ήταν σαν να άνοιξε η γη και να τον κατάπιε μέσα στο σκοτεινό Παριζιάνικο σοκάκι. Όταν κοίταξε καλύτερα, είδε ένα μαύρο παλτό να χάνεται στην γωνία. Ο Χαβιέ άρχισε να περπατά όλο και πιο γρήγορα μέχρι που συνειδητοποίησε ότι έτρεχε. Ωστόσο, όσο περισσότερο έτρεχε, τόσο πιο πολύ εκείνος ο άνθρωπος απομακρυνόταν. Λαχανιασμένος πια σταμάτησε να ξεκουραστεί. Το βλέμμα του κινήθηκε προς ένα γυαλιστερό αντικείμενο που φάνηκε στην ανομοιογενή άσφαλτο. Μόλις έσκυψε να το πιάσει, η ανθρώπινη φιγούρα είχε ήδη εξαφανιστεί.

Ήταν ένα μενταγιόν με σπασμένο κούμπωμα. Το φως του δρόμου ήταν αρκετό για να δει ότι περιέκλειε την φωτογραφία ενός κοριτσιού. Το αντικείμενο αυτό θα μπορούσε να έχει συναισθηματική αξία, σκέφτηκε ο Χαβιέ. Ωστόσο, ο άνθρωπος με το μαύρο παλτό είχε ήδη φύγει και δεν υπήρχε πια τρόπος να το επιστρέψει στον ιδιοκτήτη του.

Πίσω στο διαμέρισμά του, καθώς κοιτούσε την φωτογραφία του κοριτσιού, η σκέψη της φευγαλέας σκοτεινής φιγούρας του δημιούργησε ένα σωρό ερωτήματα. Το μυαλό άρχισε να ταξιδεύει σκεπτόμενος τον περίεργο ξένο. Πού κατοικούσε ο κάτοχος τούτου του αντικειμένου; Πόσο μακριά του ήταν; Και ποιο ήταν το κορίτσι της φωτογραφίας; Ο Χαβιέ άρχισε να φαντάζεται αχαλίνωτα σενάρια για τον κάτοχο του μενταγιόν, που ίσως να ήταν η μητέρα, ο πατέρας ή ίσως ο μεγάλος αδελφός ή αδελφή του μικρού κοριτσιού.

Του έδινε τεράστια χαρά να σκέφτεται ότι ίσως επρόκειτο για μία ελκυστική νέα γυναίκα, με την οποία θα μπορούσε να συνάψει κάποια σχέση. Αναλαμπές από την συνάντηση ενίσχυαν αυτή τη φαντασίωση. Έμοιαζε ο μυστηριώδης εκείνος άνθρωπος να έχει περπάτημα γυναίκας περισσότερο παρά άντρα. Ήταν κομψή και ψιλόλιγνη. Το πρόσωπο που εκείνος οραματιζόταν πλαισιωνόταν από μαύρα, κοντά, κατσαρά μαλλιά που έπεφταν πάνω στο αρυτίδωτο, λευκό, στενό μέτωπό της. Η ανασηκωμένη γαλλική της μύτη στεκόταν πάνω από τα γεμάτα, κόκκινα χείλη της, σ’ένα καλοσχηματισμένο οβάλ πρόσωπο. Τα λακκάκια στα μάγουλά της σχηματίζονταν κάθε φορά που χαμογελούσε. Τα ίσια, εκτυφλωτικά λευκά της δόντια ακτινοβολούσαν από τις στρογγυλεμένες γωνίες των χειλιών της. Όταν τον κοίταζε με το ντροπαλό αδιάφορο βλέμμα της, τα μεγάλα γαλαζοπράσινα μάτια της αχνοφαίνονταν μέσα από τα μισόκλειστα βλέφαρά με τις μακριές, πλούσιες βλεφαρίδες.

Ζαλισμένος από τη σκέψη, ο Χαβιέ δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Τον πήρε ο ύπνος, ένας ύπνος ελαφρύς και παράξενος, κάπου μεταξύ αληθινού και φανταστικού. Μια γυναίκα τέτοιας περιγραφής ίσως και να υπήρχε, αλλά μήπως ήταν τελικά μόνο αποκύημα της φαντασίας του; Θα μπορούσε μήπως να πάρει σάρκα και οστά κάποια μέρα γι’αυτόν; Κοίταξε τη φιλενάδα του που ήταν ξαπλωμένη δίπλα του και αναρωτήθηκε πώς θα αντιδρούσε αν τα άκουγε όλα αυτά. Ταξίδεψε μετά σε μια χώρα γεμάτη όνειρα κι ακόμα περισσότερα οράματα.

Το επόμενο πρωί, η κοπέλα του η Λόρνα αγόρασε δυο κρουασάν από τον φούρνο απέναντι. Έφτιαξε φρέσκο καφέ. Του πρόσφερε ένα φλιτζάνι και δάγκωσε το κρουασάν της παρακολουθώντας τον να βάζει γάλα στον καφέ του.

«Ήσουν ανήσυχος χθες βράδυ.»
«Ναι,» της είπε.
«Δεν είσαι καλά;»

Ήταν απογοητευτικό να σκέφτεται ότι συμμετείχε σε μια συνωμοσία εναντίον του εαυτού του, εναντίον των δυο τους. Αν η Λόρνα γνώριζε την αλήθεια, θα μπορούσε άραγε να τον εμπιστευτεί ξανά;

«Καλά είμαι, λίγο πονοκέφαλο έχω και φοβάμαι πως είμαι μάλλον λίγο αγχωμένος με την έκθεση.»

«Έχεις σκεφτεί κάτι; Υπάρχει κάποια διορία, έτσι δεν είναι;»

«Ναι, υπάρχει. Δεν είμαι αρκετά έτοιμος κι αυτό με ενοχλεί κάπως.»

Η σκέψη της διορίας και της γυναίκας με το μαύρο παλτό εμφανίστηκαν ταυτόχρονα. Δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τις δυο σκέψεις.

Ήταν μπλεγμένες με τρόπο που τον έκανε πιο σκεπτικό από ποτέ. Η Λόρνα δεν τον πίεσε για εξηγήσεις. Ό,τι κι αν συνέβαινε μέσα στο μυαλό του ήταν ολοδικό του για να το μοιραστεί μόνο με τις μούσες του κι όχι μαζί της.

Πάντα έτσι ήταν. Η Λόρνα μπορούσε να δει μόνο το τελικό προϊόν, την τέχνη αυτή καθεαυτή, και δεν ήταν ποτέ μέρος της διαδικασίας ή του εσωτερικού μονόλογου. Τον αγαπούσε ανεξάρτητα από το άτομο που ήταν ή τον καλλιτέχνη που επιδίωκε να γίνει μια μέρα. Οι κριτικοί πάντα έβρισκαν ότι η απεικόνιση των γυναικών του δεν ήταν αρκετά ρεαλιστική, τα μάτια ήταν υπερβολικά πληκτικά και τα σώματα πολύ άκαμπτα. Εκείνος όμως επέμενε και προσπαθούσε.

Η Λόρνα καθάρισε το τραπέζι και πήγε να κάνει ένα μπάνιο και να ετοιμαστεί για τη δουλειά. Βαθιές ρυτίδες εμφανίστηκαν στο μέτωπο του Χαβιέ καθώς βυθίστηκε στις καλλιτεχνικές σκέψεις του. Στο δρόμο του προς το ατελιέ, κοντοστάθηκε στο σταθμό, κοιτάζοντας όλες τις γυναίκες που φορούσαν μαύρο παλτό. Γυναίκες σε όλα τα μεγέθη και σχήματα. Η γυναίκα των ονείρων του δεν ήταν όμως ανάμεσά τους.

***

Στο τρένο, βρήκε θέση δίπλα στο παράθυρο κι αναστέναξε απελπισμένα. Άρχισε να φαντάζεται ότι βγαίνει με αυτή την γυναίκα μέσα από αποσπασματικά στιγμιότυπα: να κρατιούνται χέρι -χέρι στο πάρκο, να την φιλά στα χείλη κάτω από μια κλαίουσα, να κάνουν έρωτα με πάθος πάνω σε ολόλευκα σεντόνια φτιαγμένα από παραδεισένια ευτυχία. Την φαντάστηκε με κάθε δυνατό τρόπο, τόσο πολύ που τώρα σχεδόν πονούσε. Ήταν εκεί, κι ωστόσο δεν ήταν. Απατούσε την Λόρνα; Σκεπτόμενος μ’αυτόν τον τρόπο; Μπορούσε τελικά να αντισταθεί; Αυτή ήταν μια πραγματικά σημαντική ερώτηση.

Το τρένο σταμάτησε στον κεντρικό σταθμό. Καθώς έβγαινε, σκεφτόταν πως αυτή ήταν η ζωή του πια. Η ζωή που θα ζούσε, υποδουλωμένη στην φαντασία του. Δεν μπορούσε να την ξεχάσει, μια ξένη, ένα απρόσωπο φάντασμα με το οποίο συζητούσε, δυνατά μερικές φορές, μοιραζόταν το γεύμα του το σούρουπο, οδηγούσε το ηλιοβασίλεμα, ή χόρευε μαζί της μέσα στη σιωπή της νύχτας. Κοίταζε τα μάτια της και συνέχιζε να κοιτάζει σαν να μην υπάρχει αύριο. Ένα κορνάρισμα τον επανέφερε στην πραγματικότητα. Είχε ήδη προσπεράσει το ατελιέ. Γύρισε προς τα πίσω αναλογιζόμενος ότι θα μπορούσε να τα πηγαίνει πολύ καλύτερα με τη Λόρνα, αν κατάφερνε να την αγαπήσει με την ίδια ένταση.

Κι ενώ ο χρόνος κυλούσε αργά, ο Χαβιέ συνέχιζε να ζωγραφίζει τα στιγμιότυπα. Ζωγράφιζε μανιωδώς πάνω στον καμβά τα μάτια της, την μύτη, το στόμα και μετά τα χέρια και τα πόδια της, μέχρι που μια λιγνή μορφή άρχιζε να παίρνει μορφή. Δεν έμοιαζε και τόσο αληθινή, έφερνε ίσως λίγο στον κυβισμό του Πικάσο. Στο τέλος εμφανίστηκε μια ολόσωμη ολοκληρωμένη φιγούρα, την οποία σκέπασε με ένα μαύρο παλτό.

Δίχως να το επιδιώξει, το πορτραίτο έμοιαζε αρκετά σουρεαλιστικό, κυρίως επειδή το μοντέλο δεν ήταν παρά μια παραίσθηση. Κάθε λεπτομέρεια σχεδιάστηκε στην εντέλεια, όσο έφτανε η φαντασία του, ως αποζημίωση για την έλλειψη ενός πραγματικού μοντέλου, ακόμα και το ξεκούμπωτο μενταγιόν που κρεμόταν από τα μακριά της δάχτυλα. Δεν έλειπε ούτε το πορτραίτο του μικρού κοριτσιού που κρυφοκοίταζε από το άνοιγμα του μενταγιόν. Ονόμασε το έργο του Το Μαύρο Παλτό.

Κάθισε μπροστά του και το εξέτασε επίμονα για αρκετή ώρα. Τα ανακατωμένα του μαλλιά έδειχναν την ηλικία του, ιδίως στους κροτάφους. Προσπάθησε να διεισδύσει στην εικόνα για να ανακαλύψει αυτό που δεν ήταν ορατό. Άφησε το πινέλο στο στρογγυλό τραπέζι δίπλα στον καμβά. Ένα λαμπερό χαμόγελο ικανοποίησης απλώθηκε στο πρόσωπό του. Σκέπασε τον πίνακα, τον οποίο έκρινε έτοιμο για την έκθεση.

Στον δρόμο του προς το σπίτι, επισκέφτηκε ξανά το ίδιο μέρος. Τα μάτια του την αναζήτησαν παντού τριγύρω, με την ελπίδα να την εντοπίσουν κάπου. Ξαφνικά, συνειδητοποίησε πως δεν ήξερε καν πώς μοιάζει στ’αλήθεια. Ένιωσε άδειος, αλλά ακόμα αισθανόταν σίγουρος ότι με κάποιον τρόπο την ήξερε και μύρισε ακόμα και το άρωμά της στον αέρα. Συντετριμμένος από την θλίψη, κάθισε στο παγκάκι δίπλα στον φανοστάτη. Έγειρε το κεφάλι του στην παλάμη του, με τον αγκώνα του να στηρίζεται στα γόνατά του. Άρχισε να ψιχαλίζει. Η βροχή που σύντομα ακολούθησε σκοτείνιασε το φως της λάμπας, κάτω από τον σκοτεινό, συννεφιασμένο ουρανό.

Μούσκεμα από την βροχή, σηκώθηκε και περπάτησε μέχρι το σπίτι, ελπίζοντας πως κάποια μέρα, ίσως να την συναντούσε και στην πραγματικότητα. Με την έκθεση σε επτά μέρες, η εμμονή του όλο και μεγάλωνε γι’αυτό το άγνωστο, αφανές ανθρώπινο πλάσμα. Ανησυχούσε πως η κατάσταση ξέφευγε από τον έλεγχο του, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κι αλλιώς. Η συσσωρευμένη συγκίνηση τον τρέλαινε μερικές φορές. Είχε ανάγκη από μια διέξοδο.

Την μέρα της έκθεσης, Το Μαύρο Παλτό κρεμόταν σε έναν από τους τοίχους της γκαλερί Tάις. Τράβηξε πολλή προσοχή, πολύ περισσότερη απ’ όσο είχε φανταστεί ο Χαβιέ. Ο σουρεαλισμός άρεσε στους εραστές της τέχνης. Και ξαφνικά, μ’ έναν μοιραίο τρόπο, ακούστηκε μια κραυγή. Ένα κορίτσι ακούστηκε να φωνάζει μέσα στο εκλεπτυσμένο, φιλότεχνο πλήθος. Ο Χαβιέ γύρισε προς το μέρος που ακούστηκε η κραυγή. Στάθηκε παγωμένος στη μέση του δωματίου. Ο χρόνος σταμάτησε για μια στιγμή.

Οι φιλοφρονήσεις που του απηύθυνε ο κόσμος, τα αυτόγραφα που του ζητούσαν ή ακόμα και οι πιθανοί αγοραστές που τον πλησίαζαν, δεν τον ένοιαζαν πια και περνούσαν γρήγορα στη λήθη. Σημασία είχε μόνο η ηχηρή κραυγή που είχε πλημμυρίσει το δωμάτιο. Αυτό που είχε δει δεν ήταν όνειρο. Η γυναίκα με το μαύρο παλτό μαζί και το παιδί, η υλοποίηση της φωτογραφίας στο μενταγιόν, βρίσκονταν μέσα στο δωμάτιο. Ήταν εκεί. Μόλις η αμήχανη τούτη στιγμή πέρασε, αποφάσισε να την πλησιάσει και να συστηθεί.

Μάζεψε όλο του το κουράγιο και κινήθηκε προς το μέρος τους. Το κορίτσι είχε μια έκφραση απόλυτης έκπληξης στο πρόσωπό της, ενώ η συνοδός του στεκόταν και κοίταζε τον πίνακα κατάπληκτη. Ο Χαβιέ έβηξε λίγο καθώς πλησίαζε. Μόλις εισήλθε στο οπτικό τους πεδίο, πρόσεξε ότι εκείνη δεν είχε μαύρα μαλλιά όπως την είχε φανταστεί. Ήταν πολύ μακρύτερα και κυματιστά. Το βλέμμα της δεν ήταν ούτε φωτεινό, ούτε ντροπαλό. Ήταν μάλλον αιχμηρό, τα μάτια της ήταν μικρά και μαύρα και τον κοιτούσαν. Εξακολουθούσαν να είναι ελκυστικά, αλλά όχι ακριβώς όπως τα είχε συλλάβει με την φαντασία του.

Απογοητευμένος; Όχι, δεν ήταν απογοητευμένος. Προχώρησε προς το μέρος που στέκονταν με το ίδιο πάθος που διατηρούσε όλες τις προηγούμενες μέρες. Όταν πλησίασε, εκείνη έκανε να φύγει.

«Γεια,» είπε ο Χαβιέ εκτείνοντας στα γρήγορα το χέρι του.

«Γεια,» απάντησε η γυναίκα, γυρνώντας προς την πλευρά του να του σφίξει το χέρι.

Όσο κράτησε αυτή η απίστευτη στιγμή, το δέρμα της ακουμπούσε το δικό του.

«Είμαι ο Χαβιέ. Θα αναρωτιέστε μάλλον από που μου ήρθε αυτή η ιδέα.»

«Όντως αναρωτιόμουν. Κι αυτή η εικόνα δεν μου μοιάζει καθόλου,» του γρύλισε με στριγκή, τρομοκρατημένη φωνή, κουνώντας ακούσια το δάκτυλο στον αέρα και δείχνοντας προς το πορτραίτο.

«Έχετε δίκιο,» της απάντησε.

Η καρδιά του πήγαινε να σπάσει, αλλά ο λόγος του ήταν μετρημένος.

«Θα θέλατε να πάμε για έναν καφέ; Νομίζω πως σας οφείλω μια εξήγηση.»

«Βεβαίως, που θα θέλατε να πάμε;»

«Είναι ένα καφέ εδώ πιο κάτω.»

«Εντάξει.»

«Πάμε τότε;» Ο Χαβιέ της έδειξε τον δρόμο.

Πήγαν στο Εβραϊκό καφέ, που βρισκόταν ακριβώς απέναντι από τη γκαλερί. Ήταν αρκετά δημοφιλές στους ανθρώπους του είδους του. Διέσχισαν τον δρόμο μαζί. Ήταν μια απίστευτη στιγμή αυτή που ζούσε ο Χαβιέ, καθώς κρατούσε από το μπράτσο την γυναίκα με το μαύρο παλτό. Διάλεξαν ένα γωνιακό τραπέζι και κάθισαν.

«Γνωρίζετε το όνομά μου, αλλά δεν ξέρω το δικό σας,» της είπε μόλις βολεύτηκαν στις θέσεις τους.

«Με λένε Τζούλια,» είπε ελαφρώς αμήχανα που δεν είχε συστηθεί νωρίτερα. «Κι από εδώ είναι η Σεβόν, η κόρη μου.»

«Γεια σου Σεβόν,» είπε στο κορίτσι χαμογελώντας.

Παρήγγειλαν δυο καφέδες και ένα μιλκ-σέικ για την μικρή. Ο Χαβιέ πρόσεξε τα μεγάλα της μάτια που έκρυβαν περιέργεια. Της έδωσε το ρόφημά της. Τον κυρίευσε ένα παράξενο συναίσθημα. Καθώς της διηγιόταν τα γεγονότα εκείνης της νύχτας, βίωσε μία πολύ περίεργη συναισθηματική μετάβαση. Παραδόξως, άρχισε να νιώθει πιο συνδεδεμένος με το απρόσωπο μαύρο παλτό, παρά με αυτή τη νέα, ελκυστική γυναίκα που καθόταν απέναντί του. Για ποιαν άραγε έτρεφε όλα αυτά τα συναισθήματα τόσο καιρό;

«Με τι ασχολείστε;» ρώτησε ο Χαβιέ.

«Α, είμαι φοιτήτρια εικαστικών τεχνών στη σχολή Καλών Τεχνών. Προσπαθήσατε να με βρείτε;»

«Ναι,» απάντησε εκείνος.

Ήπιαν μια γουλιά από τον καφέ τους μέσα στην σιωπή. Κανείς από τους δυο τους δεν ήξερε τι να πει. Για να σπάσει τη σιωπή, η Τζούλια κοίταξε ψηλά και είπε με ειλικρίνεια: «Νιώθω πως πρέπει να σας εκμυστηρευτώ κάτι.»

«Σαν τι;»

«Χωρίσαμε.»

«Τι εννοείτε;»

«Ο σύντροφός μου κι εγώ βέβαια.»

«Α, μάλιστα.»

«Λοιπόν; Δεν θα με ρωτήσετε γιατί;»

«Δεν νομίζω.»

«Γιατί όχι;»

«Δεν το βρίσκω σωστό, μάλλον,» της είπε χαμηλόφωνα.

«Τι θα λέγατε να φάμε μαζί ένα βράδυ;»

«Ίσως.»

«Την επόμενη Κυριακή τότε; Σπίτι μου;» τον ρώτησε η Τζούλια.

Υπήρχε μια αμεσότητα στην συμπεριφορά της, που έμοιαζε σχεδόν παιδική. Η Τζούλια τον θεωρούσε δεδομένο. Ένιωσε ότι τον πίεζε.

Έτσι κι αλλιώς, η συζήτηση δεν οδηγούσε πουθενά. Κι αυτό τον έκανε απρόθυμο να δεχτεί.

«Κοιτάξτε, μπορούμε ίσως να το συζητήσουμε αργότερα αυτό;»

«Βεβαίως, αν αυτό επιθυμείτε.»

Άνοιξε την τσάντα της κι έψαξε για στυλό. Μόλις το βρήκε, έγραψε το τηλέφωνο και το όνομά της σε μια από τις χαρτοπετσέτες που τράβηξε από τον ασημένιο δίσκο. Δίνοντάς του τις πληροφορίες, χαμογέλασε φιλικά σαν έφηβη. Οι σκέψεις του ταξίδευαν αλλού, πίσω στη σκοτεινή γυναίκα των ονείρων του. Συνειδητοποίησε ότι η μαγεία με την Τζούλια είχε ήδη χαθεί. Του φάνηκε υπερβολικά τετριμμένο ή και βρώμικο ακόμα για τα καλλιτεχνικά γούστα του να συνεχίσει αυτή τη σχέση. Εξάλλου είχε και τη Λόρνα στην ζωή του.

«Πάρτε με τηλέφωνο,» του είπε κι εκείνος έγνεψε καταφατικά.

Η Τζούλια όμως είχε γοητευτεί. Δεν φάνηκε να την πτοεί καθόλου η μη δεσμευτική συμπεριφορά του, όταν αποχαιρέτησαν ο ένας τον άλλο.

Ο Χαβιέ ήξερε ότι ήταν ερωτευμένος, όχι όμως με την γυναίκα την αληθινή, αλλά με το φάντασμά της. Δοσμένος σ’ έναν έρωτα δίχως ανταπόκριση και σε μία διπλή ζωή, θα έπρεπε μάλλον να μοιραστεί την αλήθεια με τη Λόρνα, την αλήθεια για το φάντασμα δηλαδή, του οποίου το φωτεινό βλέμμα θα τον στοίχειωνε για πάντα και πάντα θα το αναζητούσε. Οι πρωινές ώρες τους έβρισκαν σφιχταγκαλιασμένους, σαν σιαμαία, και τότε ήταν που η Λόρνα τον είχε όλο δικό της. Ήταν επιτέλους διάσημος, όπως ακριβώς τον είχε φανταστεί. Κατά κάποιον τρόπο άλλωστε, ήταν κι εκείνη διάσημη, καθώς οι θριαμβευτικές φωτογραφίες της εμφανίζοντας σε όλες τις εφημερίδες. που είχαν αφιέρωμα στην εκδήλωση. Ωστόσο, οι μούσες γελούσαν γιατί είχε μπλέξει.

***

Η Τζούλια δεν τα παράτησε έτσι εύκολα. Πήγε στην γκαλερί μερικές μέρες αργότερα και αναζήτησε τον Χαβιέ. Δεν ήταν εκεί όμως. Κατάφερε να πάρει μερικές πληροφορίες επιδεικνύοντας την φοιτητική της ταυτότητα. Τώρα που ήξερε που μένει, αποφάσισε να τον επισκεφτεί στο διαμέρισμά του. Ο Χαβιέ δεν έκανε καμιά προσπάθεια να επικοινωνήσει μαζί της. Ούτε καν γνώριζε ότι εκείνη έψαχνε να τον βρει.

Μια μέρα, ενώ εκείνος είχε φύγει για το ατελιέ, βουτηγμένος στην μεθυστική σαγήνη και μαγεμένος ακόμα από την σκοτεινή γυναίκα ψυχή τε και σώματι, η Τζούλια αποφάσισε να πάει στο σπίτι του. Φαινόταν όλο και πιο χλωμός κάθε μέρα και σταδιακά έχανε την όρεξή του. Αν η Λόρνα δεν είχε προσέξει τίποτα, θα ήταν διαφορετικά. Αλλά καθώς η αρρώστια του Χαβιέ άρχιζε να φαίνεται, δεν ήταν δυνατό να την αγνοήσει. Δεν μπορούσε, ωστόσο, να κάνει και πολλά για να τον γιατρέψει. Το μυαλό του ήταν διαρκώς αλλού κι αυτό επηρέαζε αρνητικά την σχέση τους. Κάθε προσπάθεια που έκανε να τον ρωτήσει τι συνέβαινε αποτύγχανε, καθώς εκείνος την έκανε πέρα με ένα χαμόγελο, υποστηρίζοντας ότι δεν ήταν τίποτα σοβαρό. Η Λόρνα δεν τον πίστευε. Σκεφτόταν ότι τα αίτια της κακοδιαθεσίας αυτής δεν ήταν οργανικά, αλλά ψυχολογικά. Ούτε στην πιο τρελή της σκέψη όμως, δεν φανταζόταν την ύπαρξη ενός φαντάσματος.

Εκείνο το πρωί, λίγο αφού έφυγε ο Χαβιέ, χτύπησε το κουδούνι. Η Λόρνα το άκουσε από το μπάνιο. Βγήκε γρήγορα από το ντους κι τύλιξε γύρω της μια πετσέτα. Περίμενε ότι θα ήταν αυτός. Σκέφτηκε ότι ίσως κάτι είχε ξεχάσει κάτι, μέσα στην αφηρημάδα του, καθώς ήταν όλο και πιο χαμένος τον τελευταίο καιρό. Διέσχισε το αραιά διακοσμημένο καθιστικό και κοίταξε μέσα από το ματάκι της πόρτας, αλλά δεν αναγνώρισε την γυναίκα που στεκόταν απ’έξω. Ξεκλείδωσε και άνοιξε την πόρτα.

Η Τζούλια της έριξε μια ματιά από πάνω μέχρι κάτω και μετά από ένα γρήγορο μπονζούρ, ρώτησε αν μπορούσε να μιλήσει με τον Χαβιέ. Η Λόρνα την πληροφόρησε ότι εκείνος είχε φύγει πριν μία-δύο ώρες.

«Θα θέλατε να περάσετε;» ρώτησε η Λόρνα.

«Δεν θέλω να ενοχλήσω.»

«Μην ανησυχείτε. Έχω ρεπό σήμερα.»

Η Λόρνα ήταν περίεργη. Ήθελε να μάθει ποια είναι αυτή η γυναίκα. Τι δουλειά είχε να ψάχνει τον Χαβιέ;

«Είμαι η Λόρνα. Η κοπέλα του Χαβιέ.»

Η έκφραση της Τζούλια ξαφνικά σκοτείνιασε και το χαμόγελό της μεταμορφώθηκε σε μια απροκάλυπτη γκριμάτσα, καθώς αναμετρούσε νοητικά τις δυνάμεις της με την γυναίκα που στεκόταν απέναντί της. Το πρόσεξε αυτό η Λόρνα και την ρώτησε με ενδιαφέρον: «Από που τον ξέρετε τον Χαβιέ;»

«Μεγάλη ιστορία. Είμαι φοιτήτρια στην Καλών Τεχνών. Και μετά από την επιτυχημένη του έκθεση, και ποιος δεν τον ξέρει;»

«Αυτό είναι αλήθεια. Θα θέλατε να του μεταφέρω κάποιο μήνυμα ίσως;»

Η Λόρνα θα μπορούσε να είχε δώσει την διεύθυνση του ατελιέ της. Ωστόσο, καταπίεσε την επιθυμία της να το κάνει. Δεν ένιωθε ότι θα μπορούσε να εμπιστευτεί αυτή τη γυναίκα. Είχε προσέξει πώς το φιλικό της χαμόγελο μετατράπηκε σ’ ένα κακόβουλο μειδίαμα.

«Ναι, αυτό θα ήταν υπέροχο. Θα μπορούσατε να του πείτε να μου τηλεφωνήσει;»

«Να κρατήσω το τηλέφωνό σας;»

«Το έχει.»

«Το έχει;»

«Ναι, του το έδωσα τότε που ήπιαμε καφέ.»

«Ήπιατε καφέ μαζί;»

«Α ναι, δεν σας το είπε;»

«Όχι, τι να μου πει;»

«Την ιστορία εννοώ.»

«Ποια ιστορία;»

Ήταν δύσκολο για την Λόρνα να συγκρατηθεί. Κατέβαλε προσπάθεια να κρύψει την νευρικότητά της και η Τζούλια πρόσεξε την αντίδρασή της.

«Νομίζω πως θα ήταν καλύτερα να μη σας πω περισσότερα.»

Σηκώθηκε νωχελικά και, καθώς έσπρωχνε προς τα πίσω την καρέκλα, την κοίταξε με την άκρη του ματιού της. Μετά από ένα συγκαταβατικό χαμόγελο, της είπε πως θα επιστρέψει άλλη φορά για να μιλήσει στον Χαβιέ. Και μετά στράφηκε προς την πόρτα.

«Δεν μου είπατε το όνομά σας.»

«Τζούλια. Απλώς πείτε στον μεσιέ Χαβιέ ότι πέρασε η Τζούλια και θα καταλάβει.»

«Ναι ε; Και πως είπαμε πάλι πως σας ξέρει;»

Αντιλαμβανόμενη την απροκάλυπτη περιέργειά της, η Τζούλια απάντησε σε ήρεμο τόνο:

«Ναι, αλήθεια», και την αποτελείωσε λέγοντας «Ρωτήστε τον ίδιο. Ωρεβουάρ.»

«Ωρεβουάρ.»

Η Λόρνα δεν ζήτησε περισσότερες εξηγήσεις και την οδήγησε στην πόρτα. Κλείδωσε πίσω της κι ένιωσε να σβήνει από την έξαψη, αν και μόλις είχε βγει από το ντους. Από κάπου εκεί κοντά ακουγόταν το ρυθμικό μουρμούρισμα από ένα ρυάκι που κυλούσε αλλά αυτό δεν της πρόσφερε καμιά παρηγοριά. Σκούπισε μια σταγόνα ιδρώτα από το άνω χείλος της. Τώρα που οι σπόροι του κακού είχαν φυτευτεί, οι υποψίες της Λόρνα άρχισαν να θεριεύουν. Ποια ήταν αυτή η γυναίκα και με ποιο δικαίωμα χωνόταν στη ζωή τους;

Η Τζούλια βγήκε έξω. Με το πονηρό μυαλό της, διασκέδασε με την σκέψη ότι η Λόρνα ενοχλήθηκε. Σουφρώνοντας τα χείλη της, ένιωσε ότι είχε κάνει αρκετή ζημιά μέσα σε μία μέρα και ότι άξιζε μία ανταμοιβή. Το σχέδιό της ήταν υπέροχο. Μόλις η Λόρνα έφευγε από το σπίτι, θα μετακόμιζε εκεί με τη Σεβόν. Σχεδόν άρχισε να φαντάζεται την ζωή της με τον Χαβιέ.

***

Εκείνο το πρωί στο ατελιέ, ο Χαβιέ προσπάθησε να καθαρίσει το μυαλό του, διώχνοντας το φάντασμα από τη σκέψη του. Ζωγράφιζε τον έναν πίνακα μετά τον άλλο μανιωδώς. Ήταν εικόνες από πρόσωπά μόνο ή ενίοτε υπήρχε μαζί και το σώμα, με ένα ή – πιο σπάνια – με δυο άτομα. Το ζευγάρι στους πίνακες δεν ήταν άλλο από εκείνον και την γυναίκα, την οποία τώρα ονόμαζε Εύα. Και μάλιστα, την Εύα την ζωγράφιζε όχι μόνο μαζί του, αλλά και με το φίδι επίσης, το οποίο προσπαθούσε να την καταβροχθίσει κι εκείνος επιχειρούσε να την σώσει από τον επικείμενο κίνδυνο. Πλέον, ο καλλιτέχνης προσπαθούσε να ζωγραφίσει ιστορίες που να την περιλαμβάνουν, μιμούμενος τη Δημιουργία του Ανθρώπου του Μικελάντζελο στην Καπέλα Σιξτίνα. Ήταν ερωτευμένος με την αγνότητά της. Δεν μπορούσε να την αγγίξει κανένα κακό.

Έμοιαζε παλαβό αλλά μεταμορφωνόταν σε τρελό αρτίστα. Τρελός όμως ήταν κι αυτός για εκείνη. Το ατελιέ σταδιακά έγινε το μυστικό μέρος συνάντησης, η παιδική χαρά των εραστών, μέσα στο οποίο ακουγόταν η Εντίθ Πιάφ να τραγουδά το Les Amants de Paris. Συνεπαρμένος από τις μελωδικές, παθιασμένες εξάρσεις του, ζωγράφιζε την Εύα όπως ήθελε, γυμνή και ξαπλωμένη στον καναπέ, καθιστή ή όρθια. Την ζωγράφιζε ντυμένη και την έντυνε κανονικά από πάνω έως κάτω, άλλοτε με κοντές φούστες, άλλοτε με μακριά φορέματα, ροζ, μωβ και καφέ, με ή χωρίς ομπρέλα στο λυκόφως κάποιου πρωινού. Στεκόταν εκεί, με το φως του ήλιου να μπαίνει μέσα από το ανοιχτό παράθυρο και, τα χειμωνιάτικα βράδια, τυλιγμένη στο μαύρο παλτό να λιώνει δίπλα στη φωτιά. Ήταν όλα μαγευτικά. Ήταν η ερωμένη του, το μοντέλο του και η ζωή του η ίδια. Δεν υπήρχε πια ζωή χωρίς εκείνη.

Κολυμπούσε ήδη σε βαθιά νερά ο Χαβιέ, όταν τον αιφνιδίασε ένα ξαφνικό ελαφρύ χτύπημα στην πόρτα του ατελιέ. Κάποιος στεκόταν εκεί και διέκοπτε τον έρωτά του. Στην αρχή σκέφτηκε να τον αγνοήσει. Αλλά τα χτυπήματα γίνονταν όλο και πιο δυνατά λες κι αυτός που χτυπούσε την πόρτα ήταν έτοιμος να την διαλύσει. Απρόθυμα, σηκώθηκε από το σκαμνί του κι απαγκιστρώθηκε από τα κόκκινα, σαρκώδη χείλη της Εύας.

Τοποθέτησε το πινέλο πάνω στο τραπέζι. Αφού σκούπισε τις παλάμες του με ένα πανί, λες κι είχαν πάνω τους μέλι, πλησίασε την πόρτα με τα βλέφαρα βαριά και το ένα του χέρι να καλύπτει το εξόγκωμα στον καβάλο του παντελονιού του. Άνοιξε την πόρτα, κι εκεί έξω στεκόταν αυτή, η δικιά του Εύα. Στεκόταν, αγνή σαν το φως της μέρας και τόσο αληθινή όσο ήταν κάποτε η Αφροδίτη για τους Έλληνες. Χαμογέλασε και μπήκε μέσα περνώντας μπροστά του, ενώ εκείνος την κοίταζε εκστατικά. Κράτησε τα χέρια του μέσα στα δικά της και τον γέμισε με γλυκόλογα.

«Δεν ξέρεις πόσο καιρό περίμενα αυτή την στιγμή.»

«Ήρθες. Επιτέλους ήρθες,» της ψιθύρισε στο αυτί ο Χαβιέ.

«Ναι, ήρθα.»

«Αλλά για πόσο;»

«Για όσο εσύ επιθυμείς. Είμαι δικιά σου Χαβιέ, και κανείς δεν μπορεί να με πάρει μακριά σου. Εσύ με έφτιαξες. Είμαι το δημιούργημά σου.»

«Όχι, κανείς δεν μπορεί να σε έχει, ούτε ο ίδιος ο Θεός. Δεν θα σε αφήσω να φύγεις Εύα, γιατί είσαι δικιά μου. Είσαι δικιά μου και θα είσαι δικιά μου για πάντα. Περίμενα καιρό, πολύ καιρό γεμάτος προσμονή, αλλά τώρα επιτέλους θα είμαστε μαζί.»

Η Εύα κάθισε στο σκαμνί. Το μακρύ της φόρεμα ακούμπησε χάμω, κι εκεί δίπλα της στο πάτωμα κάθισε ο Χαβιέ. Ανασήκωσε το βλέμμα του στα τρεμάμενα κόκκινα χείλη της και τα στητά της στήθη. Ήταν εκείνη, η δικιά του Εύα, το φάντασμα που πήρε σάρκα και οστά. Έσκυψε και τον φίλησε με τα σαρκώδη, γλυκά της χείλη. Όταν το παρατεταμένο τούτο φιλί έλαβε τέλος, έπιασε το πρόσωπό του με τη παλάμη της, το έγειρε στην αγκαλιά της και το χάιδεψε. Πέρασε τα μακριά της δάχτυλα μαλακά μέσα από τα μαλλιά του. Ένιωσε την ζεστή της ανάσα στο πρόσωπό του. Η φαντασίωση και η πραγματικότητα έγιναν ένα. Ο Χαβιέ γαλήνεψε, και κάθε αγωνία πέταξε μακριά. Ήταν ένα πια με το όνειρό του.

«Κοιμήσου, αγαπημένε μου, για όσο θες εσύ,» του είπε η Εύα. «Είμαι όσο αληθινή με θες εσύ, μέσα στον φανταστικό σου κόσμο.»
Όταν η γοητεία του φαντάσματος ξέφτισε, εκείνη έφυγε στα κλεφτά, παίρνοντας μαζί της την καρδιά του Χαβιέ πιο μακριά κι από τ’ αστέρια, δίχως να αφήσει πίσω τίποτε για την Λόρνα. Γιατί μετά από όλα αυτά, ο Χαβιέ δεν ήταν ποτέ ξανά ο ίδιος.

Cover art: The Black Coat Project – New York Sessions – Lucy by Charles Malinsky

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά