Το πατρικό

by Nyctophilia

Η Κλώντια διάβαζε το αγαπημένο της βιβλίο για πολλοστή ίσως φορά, στην αγαπημένη της θέση μέσα στην κουζίνα. Μια κουνιστή πολυθρόνα που την βοηθούσε να απολαμβάνει περισσότερο κάθε φορά το διάβασμα με το ήσυχο λίκνισμά της. Είχε χαθεί εντελώς μέσα στις εικόνες του, όταν ένιωσε ένα ψυχρό ρίγος να της αγγίζει σκληρά την πλάτη.

“Τι ψοφόκρυο είναι αυτό σήμερα; Θα ξυλιάσουμε. Μα από πού έρχεται τόσο ρεύμα;” μονολόγησε βγαίνοντας από την κουζίνα για να κάνει έναν έλεγχο στο σπίτι.

Μπαίνοντας στο σαλόνι γούρλωσε τα μάτια από την έκπληξη.

“Μη χειρότερα! Ποιος άφησε την μπαλκονόπορτα ανοιχτή; Λες να την ξέχασε ο Πήτερ; Έλεος με αυτή την αφηρημάδα του! Τι να σου κάνουν και τα καλοριφέρ όταν μπαίνει τόσο κρύο μέσα στο σπίτι.”

Παραμέρισε τις κουρτίνες που ανέμιζαν ρυθμικά ακολουθώντας το μουρμούρισμα του αέρα και έκλεισε την μπαλκονόπορτα ασφαλίζοντάς την καλά. Τυλίχτηκε με το σάλι της και κατευθύνθηκε πάλι στην κουζίνα. Άνοιξε την κατσαρόλα και βούτηξε μέσα ένα κουτάλι. Φύσηξε τον αχνιστό ζωμό και το δοκίμασε.

“Μμμ! Τι καλύτερο από βραστό με αυτό τον καιρό; Και νοστιμότατο όπως πάντα. Ελπίζω να μην αργήσει ο Πήτερ με τα παιδιά, αλλιώς θα με βρουν ολόκληρη μέσα στην κατσαρόλα. Ας συνεχίσω το βιβλίο μου. Έχω λίγο χρόνο ακόμα”, είπε φεύγοντας από το μάτι της κουζίνας.

Το ρίγος την διαπέρασε ακόμα πιο πολύ μαζί με μια παράξενη ανησυχία αυτή τη φορά και έσφιξε ακόμα πιο δυνατά το σάλι πάνω της. Βγήκε πάλι από την κουζίνα να κάνει έναν έλεγχο ακόμα. Αφού βεβαιώθηκε πως η μπαλκονόπορτα ήταν καλά ασφαλισμένη, κατευθύνθηκε προς την κουζίνα. Περνώντας δίπλα από το τραπεζάκι το μάτι της έπεσε στο κινητό. Το πήρε μαζί της και σκέφτηκε να τηλεφωνήσει στον άντρα της να τον ρωτήσει σε πόση ώρα θα έφταναν στο σπίτι. Για κάποιο λόγο, δεν ήθελε να μείνει πολλή ώρα ακόμα μόνη της. Πήρε τη θέση της στην πολυθρόνα και ανοίγοντας το κινητό, είδε πως είχε ένα μήνυμα από την αδερφή της. Το διάβασε και μια μελαγχολία σκίασε το βλέμμα της, το οποίο ταξίδεψε αμέσως κάπου μακριά. Λίγα λεπτά μετά σχημάτισε το νούμερό της και την κάλεσε.

Την ίδια στιγμή στην άλλη άκρη της πόλης, η αδερφή της απολάμβανε τα ερωτικά χάδια του συντρόφου της ξαπλωμένη σε μια παχιά φλοκάτη, μπροστά στο τζάκι, όταν χτύπησε το τηλέφωνό της.

“Έλα Κλώντια, τι κάνεις;”

“Γεια σου Μισέλ, ελπίζω να μη σε διακόπτω από κάτι”.

“Η αλήθεια είναι πως δεν είμαι μόνη μου, όμως δεν πειράζει, πες μου τι ήθελες”.

“Να, σκεφτόμουν το αυριανό. Δεν μου είναι βέβαια εύκολο, αλλά πρέπει να το κάνουμε. Θα κάνει κρύο όμως. Λες να μας δυσκολέψει;”

“Έχεις δίκιο Κλώντια, ούτε εμένα μου είναι ευχάριστο, αλλά όπως είπες πρέπει να γίνει. Τώρα όσο για το κρύο, θα ντυθούμε καλά και μάλλον θα πρέπει να κόψουμε λίγα ξύλα. Δεν φαντάζομαι να μπορεί να γίνει διαφορετικά”.

“Ναι”, συμφώνησε η Κλώντια, “έχεις δίκιο. Θα περάσεις εσύ να με πάρεις έτσι; Ίσως χρειαστούν εδώ το αυτοκίνητο”.

“Ναι, βέβαια. Απλά πες μου τι ώρα θέλεις”.

“Άσε να έρθουν πρώτα ο Πήτερ και τα παιδιά να μιλήσω μαζί τους και θα σου στείλω μήνυμα”.

“Εντάξει καλή μου, θα τα πούμε λοιπόν. Να δώσεις σε όλους τους χαιρετισμούς μου”.

“Θα το κάνω. Γεια σου Μισέλ”.

“Να υποθέσω ότι αναβάλλεται η αυριανή εκδρομή στο βουνό που είχα στο μυαλό μου;” την ρώτησε ο Ρομπ χαϊδεύοντας το γυμνό της στήθος.

“Θα μου άρεσε”, του απάντησε νωχελικά, “αλλά είπαμε με την αδερφή μου να πάμε στο πατρικό μας να ρίξουμε μια ματιά. Έχει ερημώσει από τότε που πέθαναν οι γονείς μας. Βέβαια πηγαίνουμε πού και πού, αλλά τόσο αραιά που κάθε φορά είναι σαν να επισκεπτόμαστε στοιχειωμένο πύργο”.

“Πότε πέθαναν οι γονείς σας;”

 Δαγκώθηκε στην ερώτησή του και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη.

“Έχουν περίπου δέκα χρόνια”, απάντησε με μουδιασμένη φωνή.

“Πώς πέθαναν;”

Τινάχτηκε απότομα και σηκώθηκε όρθια πηγαίνοντας στο μικρό μπαρ που υπήρχε στο σαλόνι. Έβγαλε ένα μπουκάλι κόκκινο κρασί και πήρε δύο ποτήρια.

“Δεν θέλω να το συζητήσω”, είπε κάπως απότομα. “Το θέμα είναι πως αύριο δεν μπορώ. Μια άλλη μέρα θα μου άρεσε πολύ”.

“Όπως θέλεις. Με συγχωρείς αν σε έφερα σε δύσκολη θέση. Δεν αφήνεις το κρασί να έρθεις εδώ να σε χαλαρώσω;”

“Καλύτερα όχι. Το έχω ανάγκη να πιω λίγο αυτή τη στιγμή”.

“Όπως νομίζεις. Έλα τουλάχιστον να καθίσουμε εδώ μαζί”.

Πήγε δίπλα του και του έδωσε το ένα ποτήρι. Έβαλε το δικό της στο στόμα της κατεβάζοντας την πρώτη γουλιά. Αφέθηκε στο κόκκινο του κρασιού, στο κόκκινο της φωτιάς που έκαιγε δυνατά στο τζάκι και στο κόκκινο του αίματος των αναμνήσεων που την συνόδευαν τόσα χρόνια. Δεν ήθελε να πάει. Δεν ήθελε γενικά να πηγαίνει. Όμως το είχαν υποσχεθεί στη μάνα τους. Τους το είχε ζητήσει.

“Αν πεθάνουμε, θα το προσέχετε τούτο το σπίτι ή θα καταντήσει ένα ρημαδιό τώρα που φύγατε και οι δύο μακριά;” τις ρωτούσε συχνά και αυτές κάθε φορά της έδιναν το λόγο τους πως θα το φρόντιζαν.

Άλλωστε το αγαπούσαν το σπίτι τους. Τόσα χρόνια έζησαν εκεί μέσα. Πώς θα μπορούσαν να το εγκαταλείψουν; Πέραν αυτού, θεωρούσαν και οι δύο πως η υπόσχεση στη νεκρή μάνα είναι ιερή. Ήταν η επιθυμία της και τώρα πια είχε φύγει για πάντα. Για πάντα… Δάκρυα άρχισαν να κυλάνε από τα μάτια της δίχως να μπορεί να τα σταματήσει.

“Μισέλ; Γιατί κλαις γλυκιά μου; Μίλησέ μου”.

“Συγχώρεσέ με, αλλά θέλω να μείνω μόνη μου. Καλύτερα να τα πούμε όταν γυρίσω. Λογικά Κυριακή θα είμαστε πίσω”.

“Είσαι σίγουρη; Δεν θέλω να σε αφήσω σε αυτή την κατάσταση”.

“Δεν υπάρχει κάτι να κάνεις. Σ’ ευχαριστώ πάντως. Μην περιμένεις να σου τηλεφωνήσω όσο λείπω”.

“Εντάξει. Φρόντισε σε παρακαλώ να είσαι καλά”.

“Θα είμαι”.

Σκούπισε τα μάτια της και άδειασε το ποτήρι μονομιάς. Ο Ρομπ ντύθηκε και ήπιε μία τελευταία γουλιά κρασί. Έβαλε το μπουφάν του και η Μισέλ τον συνόδεψε στην πόρτα. Του έδωσε ένα φιλί στα χείλη και έκλεισε όταν τον είδε να μπαίνει στο αυτοκίνητο. Ένα δυνατό μπουμπουνητό ακούστηκε και έπιασε μια ξαφνική βροχή.

“Φτου γαμώτο! Ελπίζω να μη βρέξει πολύ”.

Πήγε γρήγορα στην κουζίνα να βάλει ένα χαλάκι πίσω από την πόρτα. Απόρησε γιατί την είδε μια χαραμάδα ανοιχτή. Θυμήθηκε όμως πως είχε  βγει πιο νωρίς έξω για να ψωνίσει και είχε χρησιμοποιήσει την πόρτα της κουζίνας.

“Δεν παλεύομαι ρε πούστη μου! Δεν φτάνει που δεν κλειδώνω, αφήνω και ανοιχτά”.

Και πώς μπήκαν στο σπίτι σας και σας βίασαν;” “Ω, πού να ξέρω κύριε δικαστά! Εγώ απλά άφησα ανοιχτή την πόρτα του σπιτιού μου”.

“Ηλίθια!” ολοκλήρωσε την κουβέντα της.

Κλείδωσε και ετοίμασε κάτι πρόχειρο να φάει πριν πάει στην κρεβατοκάμαρά της να ξαπλώσει.

Την ίδια στιγμή, η Κλώντια στο σπίτι της, έτρωγε με την οικογένειά της ανακοινώνοντάς τους πως αύριο επρόκειτο να πάει με τη Μισέλ στο πατρικό τους.

“Θα τα καταφέρετε ένα διήμερο χωρίς εμένα;” τους ρώτησε σκουπίζοντας με μια πετσέτα τα χείλη της.

“Έλα βρε μαμά, πρώτη φορά θα ‘ναι; Σταμάτα πια ν’ ανησυχείς”, απάντησε η κόρη της, βάζοντας ένα μεγάλο κομμάτι κρέας στο πιάτο της. “Φυσικά και θα τα καταφέρουμε. Θα μαγειρεύω εγώ και θα είμαστε μια χαρά. Άλλωστε ο μπαμπάς δεν δουλεύει αύριο”.

“Καλό θα ήταν να μην βγείτε με αυτό το κρύο. Ή αν θέλετε να πάτε κάπου, να ντυθείτε καλά και φυσικά με το αυτοκίνητο. Κι εσύ μικρέ κοίτα μη φύγεις, εντάξει;” ρώτησε τον γιο της, ο οποίος αρκέστηκε να κουνήσει καταφατικά το κεφάλι μιας και δεν μπορούσε να μιλήσει έτσι μπουκωμένος που ήταν.

“Μήπως να το αφήνατε για την άλλη εβδομάδα; Ο καιρός δεν είναι καθόλου καλός”, μίλησε τώρα ο άντρας της.

“Το ξέρω Πήτερ. Η αλήθεια είναι πως θα προτιμούσα να μείνω εδώ, αλλά από την άλλη ακριβώς επειδή είναι έτσι ο καιρός, θα πρέπει να δούμε σε τι κατάσταση βρίσκεται το σπίτι. Μην πλημμυρίσει κιόλας από καμιά βροχή. Μην ανησυχείς, θα προσέχουμε”, τον καθησύχασε.

Λίγη ώρα αργότερα, το φαγητό είχε τελειώσει, τα πιάτα είχαν πλυθεί και τα παιδιά ήταν στα δωμάτιά τους. Ο Πήτερ αποσύρθηκε για λίγο στο γραφείο του να ελέγξει κάποια μέηλ και η ίδια κάθισε στο σαλόνι πίνοντας ένα ουίσκι να χαλαρώσει, αφού πρώτα έστειλε μήνυμα στη Μισέλ λέγοντάς της να περάσει νωρίς το πρωί.  Σκεφτόταν την αυριανή μέρα. Ήταν κάτι που έκανε κάθε φορά πριν πάει. Όπως ήξερε πως και για την αδερφή της ήταν το ίδιο. Οι αναμνήσεις την κατέκλυσαν. Αγαπούσε πολύ το πατρικό της. Είχε περάσει όμορφα παιδικά χρόνια. Ήταν ένα σπίτι σε αγρόκτημα. Είχε τα πάντα. Περιβολάκια με διάφορα κηπευτικά, δέντρα, μεγάλους κήπους, τον στάβλο για τα ζώα, το κοτέτσι που η Μισέλ δεν πλησίαζε ποτέ επειδή φοβόταν τις κότες. Χαμογέλασε στην ανάμνηση της Μισέλ που αρνιόταν πεισματικά να πλησιάσει εκεί ακόμα και μεγάλη που ήταν. Μα ποιος άνθρωπος φοβάται τις κότες;

“Εγώ!” δήλωνε αποφασιστικά η Μισέλ κάθε φορά που την ρωτούσαν και δεν σήκωνε κουβέντα κιόλας.

Ακόμα και ένα πηγάδι υπήρχε και μέχρι που συνέβη το κακό λειτουργούσε. Το κακό… Πόσος πόνος στην σκέψη του! Γνώριζαν και οι δύο πως ποτέ πια δεν θα ήταν ίδιες, ποτέ πια δεν θα συνέχιζαν τη ζωή τους κανονικά. Όχι με τόσο σκληρές αναμνήσεις. Έβαλε άλλο ένα ουίσκι και βυθίστηκε και πάλι στο παρελθόν. Σύντομα τα δάκρυα άρχισαν να κυλάνε καυτά ρυάκια στο πρόσωπό της.

“Αχ, μαμά μου, μπαμπά μου!” μουρμούρισε.

Δεν άργησε να ζαλιστεί και αποφάσισε να ξαπλώσει αμέσως.

Την άλλη μέρα το πρωί, η Μισέλ πέρασε αρκετά νωρίς. Είχαν περίπου δύο ώρες δρόμο και προτιμούσαν να είναι εκεί όσο πιο πρωί γινόταν. Δεν χαιρέτησε τα παιδιά, ούτε τον Πήτερ για να μην τους ξυπνήσει. Θα τους έπαιρνε αργότερα ένα τηλέφωνο να τους έλεγε πως έφτασαν.

Φίλησε την αδερφή της μπαίνοντας μέσα και αγκαλιάστηκαν εγκάρδια.

“Τι βλέπω, αλλαγές; Πάει το κόκκινο; Πάει και το μακρύ;” την ρώτησε βλέποντας το κοντοκουρεμένο και μαύρο πλέον μαλλί της αδερφής της.

“Πάει”, απάντησε η Μισέλ χαμογελώντας. “Είχα ανάγκη από μια αλλαγή”.

“Έτσι ε; Εσύ δεν ήσουν που έλεγες πως το κόκινο μαλλί, δεν είναι απλά ένα χρώμα, αλλά ολόκληρη φιλοσοφία;” την ξαναρώτησε γελώντας.

“Εντάξει μωρέ, μπορώ να έχω την φιλοσοφία και με το μαύρο. Εσύ πάλι, όσο πας ξανθαίνεις. Τι έγινε; Μεγαλώνουμε και το ανοίγουμε να μας φωτίζει το πρόσωπο; Έχουμε ανασφάλειες αδελφούλα;”

“Ρε άντε να χαθείς που θα μου πεις ότι μεγαλώνω. Άστα τώρα αυτά να δούμε τι θα κάνουμε. Να περάσουμε από κάποιο σούπερ μάρκετ. Εκτός από τα τρόφιμα που θα χρειαστούμε, να πάρουμε μερικά καθαριστικά. Ούτε θυμάμαι τι έχουμε αφήσει εκεί. Τι άλλο; Κανά δυο μουσαμάδες, όλο και κάπου θα τους χρησιμοποιήσουμε, καμιά κόλλα γερή, μήπως έχει σπάσει κάτι, κάτι άλλο; Σκέψου κι εσύ”.

“Γάντια σίγουρα, χοντρά κιόλας, βενζίνη για το πριόνι να κόψουμε μερικά ξύλα για να μην μας βρουν κοκκαλωμένες… δεν μπορώ να σκεφτώ τώρα κάτι άλλο. Πάμε και βλέπουμε”.

Με καθυστέρηση μιας ώρας σχεδόν στο σούπερ μάρκετ, τρεις ώρες μετά είχαν φτάσει. Η Μισέλ είχε παρκάρει, αλλά δεν είχαν βγει από το αυτοκίνητο. Κοίταζαν και οι δύο το σπίτι μ’ ένα πόνο βουβό να βασανίζει την ψυχή τους. Ξάφνου, ένας δυνατός λυγμός ξέφυγε από την Κλώντια και η αδερφή της, της έσφιξε το χέρι.

“Πάμε”, της είπε μαλακά.

Η Κλώντια τον συγκράτησε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου. Βγαίνοντας έξω, έκαναν τον συνηθισμένο γύρο του σπιτιού να ελέγξουν αν ήταν όλα εντάξει. Οι ματιές τους χάιδευαν τα περιβόλια, τους κήπους, όλα αφρόντιστα πια, όλα ρημαγμένα.

“Πόσο όμορφα τα είχε όλα η μαμά… αχ, μαμά!” ξέσπασε πια η Κλώντια πέφτοντας στα γόνατα.

Η Μισέλ την μιμήθηκε παίρνοντάς την αγκαλιά. Δεν μιλούσε, μόνο την κρατούσε σφιχτά. Και τι να της έλεγε; Μήπως αυτή είχε ξεχάσει το αποτρόπαιο έγκλημα; Σάμπως ήταν λίγες οι νύχτες που οι εφιάλτες κυριαρχούσαν στα όνειρά της δείχνοντας την υπεροχή τους; Μήπως δεν ήταν και οι δικές της μνήμες ματωμένες;

Συνέχιζε να κρατά την Κλώντια σφιχτά, ενώ δάκρυα είχαν αρχίσει να κυλάν και από τα δικά της μάτια. Πάλι το ίδιο συναίσθημα της οργής φούντωνε μέσα της και οι μαύρες σκέψεις είχαν πάρει ήδη τον γνωστό δρόμο επιθυμώντας για άλλη μία φορά ό,τι πιο δυσοίωνο και μακάβριο για τον υπεύθυνο της τραγωδίας.

“Πάμε μέσα”, της είπε μετά από λίγο, αφού την είχε αφήσει να ξεσπάσει αρκετά. “Κάνει κρύο”.

Η Κλώντια καταρρακωμένη υπάκουσε και την ακολούθησε. Η Μισέλ με τρεμάμενο χέρι και παγωμένη από την θλίψη καρδιά, άνοιξε την πόρτα. Μπαίνοντας μέσα, για άλλη μία φορά τα ίδια συναισθήματα δέκα χρόνων τώρα. Ερημιά, απόγνωση, απελπισία, οργή, πόνος, πόνος, ατελείωτος πόνος. Το σπίτι άδειο κι όμως τόσο γεμάτο από αναμνήσεις, τόσο γεμάτο από τους γονείς κι ας μην υπήρχαν πια. Ας μη ζούσαν. Η παρουσία τους γέμιζε τους χώρους. Έκλεισαν την πόρτα πίσω τους και ξεκίνησαν να επιθεωρούν τους χώρους. Είχαν μήνες να έρθουν και η σκόνη ήταν εκεί για να επιβεβαιώσει την απουσία τους. Κάποιες αράχνες είχαν στήσει τους ιστούς τους σε διάφορα σημεία, η μυρωδιά της κλεισούρας διάχυτη στον χώρο, αλλά ως εκεί. Καμία ζημιά δεν υπήρχε ούτε στο εσωτερικό, αλλά ούτε και στις βεράντες όπως διαπίστωσαν ανοίγοντας τις μπαλκονόπορτες.

“Πάω να κάνω καφέδες”, είπε η Κλώντια και τράβηξε για την κουζίνα.

“Δυνατό και μπόλικο”,  φώναξε πίσω της η Μισέλ.

“Ξέρω, ξέρω”, απάντησε η αδερφή της, ακουμπώντας πάνω στο τραπέζι της κουζίνας όλα τα τρόφιμα.

Άνοιξε τις σακούλες και άρχισε να βγάζει τα πράγματα έξω. Καφές, καστανή ζάχαρη, βουτήματα, κρουασάν, χυμοί, ένα έτοιμο κέικ, έξι σάντουιτς μιας και δεν είχαν σκοπό να ασχοληθούν με μαγείρεμα, ψωμί, τυρί, λίγο καπνιστό κρέας, μια τυρόπιτα κατεψυγμένη και δύο πίτσες και φυσικά δύο μπουκάλια κόκκινο κρασί.

“Μου φαίνεται έπρεπε να πάρουμε άλλο ένα”, μουρμούρισε ψάχνοντας το μπρίκι για να βάλει τους καφέδες να γίνονται ώσπου να τακτοποιήσει τα πράγματα.

Το βρήκε και αφού άφησε τον καφέ στην κουζίνα να ψήνεται, έβαλε το ψυγείο στην πρίζα και άρχισε να τακτοποιεί τα τρόφιμα στα ντουλάπια που βρίσκονταν πάνω από τον νεροχύτη.

Μια ανεπαίσθητη αίσθηση πως κάτι δεν πήγαινε καλά ένιωσε, όμως δεν μπορούσε να το εντοπίσει. Κι όμως… κάτι υπήρχε. Σταμάτησε για μια στιγμή να τακτοποιεί και κοίταξε γύρω της. Έμοιαζαν όλα εντάξει. Συνέχισε να βάζει τα πράγματα στη θέση τους. Στο ένα ντουλάπι είδε πως υπήρχε ήδη ένα πακέτο με καφέ κι άλλο ένα με ζάχαρη και παραξενεύτηκε.

“Θα τα είχαμε ξεχάσει την προηγούμενη φορά” μουρμούρισε. “Τουλάχιστον να θυμηθούμε τώρα να τα πάρουμε φεύγοντας”.

Όταν ετοιμάστηκε ο καφές πήρε δύο κούπες και μία πιατέλα στην οποία έβαλε λίγο κέικ, μερικά κρουασάν και βουτήματα και πήγε στο σαλόνι. Κάθονταν στον καναπέ συζητώντας για το πρόγραμμά τους, αλλά η Κλώντια δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί. Κάτι την ενοχλούσε, αλλά δεν μπορούσε να καταλάβει τι. Ήταν όμως πολύ έντονο. Η Μισέλ το παρατήρησε και την ρώτησε τι συμβαίνει.

“Δεν ξέρω, μια δυσφορία. Όχι η συνηθισμένη, κάτι άλλο. Σα να μου έχει ξεφύγει κάτι. Αλλά δεν ξέρω τι. Το ένιωσα αμέσως μόλις ξεκίνησα να βάζω τα πράγματα στο ντουλ…”

Γούρλωσε τα μάτια και πετάχτηκε σαν ελατήριο πηγαίνοντας τρέχοντας στην κουζίνα. Η αδερφή της την ακολούθησε παραξενεμένη. Την βρήκε πάνω από τον νεροχύτη άσπρη σαν πανί.

“Τι έπαθες; Τι συμβαίνει;”

Δεν της απάντησε, παρά έστρεψε τα μάτια της για να καταλάβει η αδερφή της τι ήταν αυτό που κοιτούσε. Η Μισέλ κοίταξε μέσα στον νεροχύτη και είδε μία κούπα του καφέ που έδειχνε πως κάποιος την είχε χρησιμοποιήσει και μάλιστα πρόσφατα. Κοιτάχτηκαν απορημένες.

“Τι διάολο είναι πάλι αυτό;” μίλησε πρώτη η Μισέλ.

“Κάποιος ήταν εδώ. Πάμε να φύγουμε!” της είπε τρομαγμένη η Κλώντια.

“Ηρέμησε. Είμαστε τόση ώρα εδώ και δεν έχουμε δει ή ακούσει κάτι. Μήπως είχε δώσει η μαμά τα κλειδιά σε καμιά φίλη της; Μπορεί να έρχεται κάποιος γνωστός και να προσέχει το σπίτι. Δεν είναι δα και τόσο σπουδαίο το να ήπιε ένα καφέ και να ξέχασε να πλύνει την κούπα. Άσε που δεν είχαμε αφήσει απορρυπαντικό. Καλά που πήραμε κιόλας”.

“Μα τι λες; Ακούς τι λες; Ποιος να έχει κλειδιά; Και για ποιο λόγο; Και γιατί δεν ξέρουμε τίποτα; Κι αν πράγματι ισχύει κάτι τέτοιο, γιατί κάθε φορά που ερχόμαστε είναι όλα αφρόντιστα; Η σκόνη είναι μέχρι πάνω, το σπίτι μυρίζει όλο κλεισούρα, πως είναι δυνατόν να το επισκέπτεται κάποιος εκτός από εμάς;”

Η Μισέλ σκεφτόταν τα λόγια της αδερφής της. Δεν είχε καθόλου άδικο. Τι άλλο μπορεί να συνέβαινε όμως;

“Μπορεί κάποιος περαστικός. Ίσως να έψαχνε καταφύγιο. Αν ας πούμε πέρασε χθες, είχε κακό καιρό. Δεν ξέρω Κλώντια. Δεν μπορώ να σκεφτώ κάτι λογικό”.

“Βρήκα καφέ και ζάχαρη στο ντουλάπι” της απάντησε η Κλώντια.

“Μάλλον θα τα είχαμε ξεχάσει. Ηρέμησε τώρα”.

“Μισέλ κάποιος μπήκε στο σπίτι και έφτιαξε καφέ στο επαναλαμβάνω”.

“Και πώς μπήκε χωρίς κλειδιά; Το διέρηξε;”

Έτρεξαν και οι δύο στην πόρτα. Κοίταζαν καλά, τα χέρια τους ψαχούλευαν, έψαχναν σημάδια. Τίποτα. Δεν φαινόταν τίποτα.

“Λες να είναι κάπου εδώ; Μήπως είναι ακόμα μέσα στο σπίτι;” κλαψούρισε σιγανά η Κλώντια.

“Τι μαλακίες λες τώρα; Για ποιο λόγο να είναι κάποιος εδώ;” απάντησε ψύχραιμα η Μισέλ με το αίσθημα της ανησυχίας όμως να της τσιμπάει την καρδιά.

Την τράβηξε από το χέρι και πήρε την μασιά από το τζάκι.

“Τι θα κάνεις με αυτό;” την ρώτησε η Κλώντια.

Η Μισέλ ξεφύσηξε αγανακτισμένη.

“Θα τον χτενίσω” της είπε ψιθυριστά, “εσύ τι λες; Αν κάποιος είναι εδώ, θα τον χτυπήσω”.

Πήγαν με προσοχή στα δωμάτια και στη συνέχεια ανέβηκαν στη σοφίτα. Τίποτα. Ήταν όλα καθαρά. Δεν υπήρχε κανείς. Κοίταξαν και έξω από το παράθυρο που υπήρχε εκεί. Ψυχή. Αναστέναξαν ανακουφισμένες. Κάθισαν πάνω στο κρεβάτι και η Μισέλ άρχισε να γελάει δυνατά. Η Κλώντια την μιμήθηκε.

“Ακόμα ανησυχώ, να ξέρεις” της είπε όταν σταμάτησε να γελά.

“Μοιάζει περίεργο, το ξέρω” απάντησε η Μισέλ, “όμως σίγουρα υπάρχει λογική εξήγηση. Ίσως κάποιος περαστικός να ξέμεινε λόγω του καιρού. Μπορεί ακόμα και να διανυκτέρευσε εδώ. Άλλωστε δεν υπάρχει καμία ζημιά στο σπίτι. Το είδε προφανώς εγκαταλελειμένο και μπήκε”.

Η Κλώντια έδειχνε να το σκέφτεται για λίγο.

“Ναι, δεν είναι τόσο απίθανο τελικά. Όμως πώς μπήκε; Αφού δεν βρήκαμε σημάδια”.

“Δεν βρήκαμε εξωτερικά σημάδια. Ίσως να κατάφερε ν’ ανοίξει με κάποιο λεπτό σύρμα. Σε αυτή την περίπτωση δεν μπορούμε να ξέρουμε αν έχει παραβιαστεί ο αφαλός. Έλα, δεν είναι τίποτα. Κάποιος βρήκε καταφύγιο, αυτό είναι όλο. Ο καιρός είναι χάλια. Ήδη σηκώθηκε αέρας έξω”.

Η Κλώντια έμοιαζε καθησυχασμένη.

“Έστω”, απάντησε. Ας σηκωθούμε να κάνουμε καμιά δουλειά. “Πρέπει να καθαρίσουμε εδώ πάνω. Σε λίγο δεν θα χωράμε από τις αράχνες” συνέχισε καθαρίζοντας τα ρούχα της.

“Ας ανοίξουμε το μπαούλο. Ούτε θυμάμαι τι έχει μέσα” απάντησε η Μισέλ και το τράβηξε κοντά τους.

Ήταν γεμάτο με όλα όσα ομορφαίνουν τον κόσμο των κοριτσιών. Λευκώματα, κόλλες αλληλογραφίας, περιοδικά, άλμπουμ με φωτογραφίες και πολλά ακόμα που άρχισαν να ξεθάβουν.

Πήραν το ένα λεύκωμα στα χέρια τους και το άνοιξαν. Τα μαθητικά τους χρόνια είχαν ξεπηδήσει μπροστά στα μάτια τους και διάβαζαν φωναχτά, γελώντας με τις απαντήσεις. Το άφησαν και πήραν στη συνέχεια τα γράμματα που βρήκαν. Κάποια από αυτά ήταν από διάφορες φίλες ή φίλους που αλληλογραφούσαν τότε, πολλοί από αυτούς σε πιο μακρινά μέρη, κάποιοι ακόμα και στο εξωτερικό. Κάποια άλλα ήταν ερωτικά και γελούσαν νοσταλγικά διαβάζοντάς τα.

Συνεχίζοντας, παλιές κασέτες έπεσαν στα χέρια τους και θυμήθηκαν τα βράδια που ξενυχτούσαν με την αγαπημένη τους ραδιοφωνική εκπομπή περιμένοντας ν’ ακούσουν το αγαπημένο τους τραγούδι με την αφιέρωση που είχαν κάνει. Πολλές ήταν βέβαια γραμμένες στο δισκοπωλείο, αφού προηγουμένως είχαν φτιάξει με προσοχή τη λίστα. Η Μισέλ πήρε μία στα χέρια και κοίταξε τα τραγούδια που ήταν γραμμένα στο χαρτί στην πίσω πλευρά.

“Λαϊκά. Δικά σου φυσικά” είπε κοροϊδευτικά στην Κλώντια.

“Rock και Heavy Metal” διάβασε και η Κλώντια δυνατά το χαρτάκι της κασέτας που κρατούσε στο δικό της χέρι. “Ευχαριστώ, δεν θα πάρω”, είπε βάζοντάς την πάλι μέσα.

“Να λες πάλι καλά που υπήρχα κι εγώ και ακουγόταν μια μουσική της προκοπής εδώ μέσα” απάντησε γελαστά η Μισέλ.

“Φυσικά! Θα ξεχάσω εγώ τις μοναδικές αυτές στιγμές που δεν ήξερα αν σκοτώνει κάποιος τον τραγουδιστή ή αν απλά βρίζει;”

Έβαλαν και οι δύο τα γέλια δυνατά. Συνέχισαν την ανασκαφή στο μπαούλο και αυτή τη φορά είχαν ανοίξει από ένα άλμπουμ φωτογραφιών που έγραφαν απέξω “πενταήμερη” και τα δύο. Τα ξεφύλιζαν φλυαρώντας και δείχνοντας η μία στην άλλη φωτογραφίες. Κάποτε αποφάσισαν πως έπρεπε να ξεκινήσουν τις δουλειές και τακτοποιούσαν πάλι μέσα στο μπαούλο, όλα τα “κειμήλια”.

Ξάφνου το μάτι της Μισέλ έπεσε σε μια φωτογραφία στο βάθος του μπαούλου και την τράβηξε έξω. Η φωτογραφία τούς έδειχνε όλους μαζί. Ήταν πολλά χρόνια πριν, ίσως και δέκα πριν τον θάνατο των γονιών τους. Τη θυμόταν αυτή τη μέρα. Ήταν Πρωτομαγιά και είχαν πάει εκδρομή με οικογενειακούς φίλους. Το πρόσωπό της χλώμιασε και σκλήρυνε απότομα. Η Κλώντια δίπλα κοιτούσε και αυτή και άρχισε να κλαίει με απόγνωση. Ήταν τόσο όμορφη φωτογραφία! Χαμογελούσαν όλοι ευτυχισμένοι. Οι γονείς, τα κορίτσια και… αυτός. Αυτός ο καταραμένος που εδώ και δέκα χρόνια δεν είχαν αναφέρει ούτε το όνομά του. Ο αδερφός τους. Ο σκληρός και ανελέητος δήμιος των γονιών τους.

“Κάθαρμα!” γρύλισσε ξαφνικά η Μισέλ, “σιχαμερό σκουλήκι! Εύχομαι να σαπίσεις όπου και να σ’ έχουν! Στην φυλακή, στην κλινική, οπουδήποτε! Γαμημένε καριόλη!!!” ούρλιαζε τώρα υστερικά, “πώς μπόρεσες! Πώς μπόρεσες τους ίδιους τους γονείς σου αλήτη! Τους έκανες κομμάτια παλιοπούστη! Την μάνα που σε γέννησε!!! ΚΑΡΙΟΛΗΗΗΗ!!!”

Ήταν εκτός εαυτού. Η Κλώντια τρόμαξε βλέποντάς την. Δεν την είχε ξαναδεί να ξεσπάει. Θα έπρεπε να το περιμένει όμως. Θυμήθηκε την στιγμή που πήγαν στο σπίτι, αφού προηγουμένως τις είχε ειδοποιήσει η αστυνομία. Είχαν βρει τους γονείς τους διαμελισμένους και ενωμένα πάλι τα μέλη λες και ήταν τίποτα μαριονέτες. Καμία από τις δύο δεν το άντεξε. Λιποθύμησαν και όταν ξύπνησαν βρίσκονταν στο νοσοκομείο. Το αιμοσταγές τέρας το είχαν συλλάβει. Δεν θέλησαν φυσικά να μάθουν ποτέ ξανά νέα του. Στη θύμηση όλων αυτών η Κλώντια σωριάστηκε πάνω στο κρεβάτι.

“Ελπίζω να ‘χει πεθάνει,” είπε ξεψυχισμένα, “ελπίζω να μην τον άφησαν ζωντανό”.

Ένα δυνατό χτύπημα πόρτας που έκλεινε, τις έκανε να τιναχτούν και οι δύο. Έμειναν παγωμένες στη θέση τους. Δεν άκουγαν τίποτα. Για κάποιες στιγμές στέκονταν ακίνητες, κρατώντας ακόμα και την αναπνοή τους. Πρώτη της έκανε νόημα η Μισέλ να σηκωθούν. Ακροπατώντας έκαναν μερικά βήματα και κοίταξαν από την σοφίτα. Δεν υπήρχε κανείς.

“Ωραίο διήμερο βρήκες να έρθουμε”, μουρμούρισε η Μισέλ.

“Εγώ; Εσύ μου έστειλες μήνυμα”, απάντησε η Κλώντια με την απορία έκδηλη στο πρόσωπό της.

Η Μισέλ την κοίταξε σαν χαμένη.

“Κλώντια τι λες; Εσύ μου έστειλες”, της ξανάπε ταρακουνώντας την.

“Μισέλ τα έχεις χάσει; Το δικό σου μήνυμα έλαβα και σε πήρα τηλέφωνο”.

Η Μισέλ πάνιασε. Το μυαλό της δούλευε πυρετωδώς.

“Πώς το έκανε; Πώς είναι δυνατόν; Πώς, πώς;” μονολογούσε τώρα.

Οι κόρες των ματιών της γυρνούσαν γυρνούσαν γύρω γύρω σα να προσπαθούσαν να συλλάβουν και το παραμικρό στοιχείο. Το μυαλό της νόμιζε πως θα εκραγεί από τις πολλές σκέψεις που το είχαν καταλάβει. Ξάφνου, η διαπίστωση την κεραυνοβόλησε. Γούρλωσε τα μάτια και έβαλε τα χέρια στο στόμα.

“Η πόρτα της κουζίνας! Δεν την είχα ξεχάσει ανοιχτή! Ναι, αλλά και πάλι πως… κάθαρμα!” ολοκλήρωσε.

Η Κλώντια ενώ στην αρχή δεν μπορούσε να την παρακολουθήσει, τώρα πια την καταλάβαινε πλήρως. Μιμήθηκε την κίνησή της.

“Η μπαλκονόπορτα! Δεν την είχε ξεχάσει ο Πήτερ ανοιχτή! Όχι, όχι, δεν μπορεί να είναι δυνατόν, όχι!” είπε με την σειρά της.

“Ο Πήτερ!” ξανάπε και κοίταζε γύρω αλαφιασμένη. “Πού είναι η τσάντα μου; Να πάρουμε τηλέφωνο!”.

Κατέβηκαν τις σκάλες σχεδόν τρέχοντας. Έψαξαν στο σαλόνι, στα δωμάτια, στην κουζίνα. Άφαντες.

“Πού στο διάολο τις αφήσαμε γαμώτο;” φώναζε η Μισέλ.

“Μισέλ… Μισέλ…” άκουσε την Κλώντια ξέπνοη.

Γύρισε και την κοίταξε.

“Τι είναι;”.

Η Κλώντια έκλαιγε.

“Η κούπα στην κουζίνα… είναι η δική του, δεν θυμάσαι;”

Η Μισέλ δεν πρόλαβε να σκεφτεί. Το αλυσοπρίονο ακούστηκε να βρυγχάται δυνατά. Ούρλιαξαν και οι δύο τρομαγμένες. Όταν σταμάτησαν, το άκουσαν στην πίσω πλευρά του σπιτιού. Πήγαν σιγά σιγά στο παράθυρο. Και τότε… Τον είδαν. Τον αιμοσταγή δολοφόνο, το τέρας που είχε κομματιάσει τους γονείς τους ήταν εκεί. Έκοβε ξύλα.

“Πάμε να φύγουμε γρήγορα!” είπε η Μισέλ τραβώντας την χωρίς να περιμένει να συνέλθει από την έκπληξη.

Έτρεξαν στην πόρτα, απλά για ν’ ανακαλύψουν πως ήταν κλειδωμένη. Η Μισέλ έψαξε για την μασιά. Τίποτα. Πήγε γρήγορα στην κουζίνα και άρχισε ν’ ανοίγει τα συρτάρια με μανία. Κανένα μαχαίρι, τίποτα απολύτως που θα τις βοηθούσε ν’ αμυνθούν.

“Από το παράθυρο! Γρήγορα!” διέταξε την Κλώντια.

Δεν πρόλαβαν. Πηγαίνοντας είδαν το πρόσωπο του αδερφού τους να κοιτάει χαμογελαστός. Το αίμα τους πάγωσε.

“Μισέλ τι θα συμβεί;” την ρώτησε έντρομη η Κλώντια.

Η Μισέλ είχε σφίξει το πρόσωπό της. Ήξερε. Λυπήθηκε για την αδερφή της, για τα παιδιά που θα άφηνε πίσω.

“Θέλω να είσαι ψύχραιμη Κλώντια. Επειδή θα μας σκοτώσει,” απάντησε με παγωμένη φωνή.

“Τα παιδιά μου! Ο Πήτερ!” θρηνούσε η Κλώντια παύοντας απότομα όταν άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα ο αδερφός τους με το πριόνι και ένα σχοινί.

“Γεια σας κορίτσια. Δεν θα με υποδεχτείτε;”

“Άφησε την Κλώντια να ζήσει Ράιαν. Έχει οικογένεια” του είπε απευθείας η Μισέλ χωρίς υπεκφυγές.

Ο αδερφός τους χαμογέλασε.

“Κατευθείαν στο θέμα ε; Ήσουν πάντα το αντράκι Μισέλ. Έκοψα ξύλα. Θα τα χρειαστούμε για το τζάκι. Λέω να ψήσουμε σήμερα, να το γιορτάσουμε”.

“Άφησέ την Ράιαν. Κράτα εμένα. Άλλωστε δεν έχουμε κάτι να γιορτάσουμε. Αντιθέτως, μας βούτηξες στο πένθος”, του είπε πιο έντονα τώρα.

“Μα τι απαισιοδοξία είναι αυτή αδερφούλα; Φυσικά και έχουμε να γιορτάσουμε. Γύρισα πίσω. Δεν είναι και λίγο αυτό, ε;”.

Πήρε μερικά ξύλα από έξω και τα έβαλε στο τζάκι. Δεν τολμούσαν να τον πλησιάσουν. Όχι μόνο επειδή ήταν θεόρατος και γεροδεμένος. Απλά δεν είχε νόημα. Δεν μπορούσαν να χρησιμοποιήσουν τίποτα εναντίον του. Ήταν καταδικασμένες. Έμενε να μάθουν πώς θα τις σκότωνε.

“Λέω μέχρι να πέσει η φωτιά να μου πείτε τα νέα σας, να σας πω κι εγώ τα δικά μου. Αλήθεια δεν έχετε περιέργεια πώς πέρασα όλα αυτά τα χρόνια;”

“Μάλλον θ’ αστειεύεσαι” του απάντησε ψυχρά η Μισέλ. “Η μοναδική απορία που έχω είναι γιατί άφησαν ζωντανό ένα τέρας σαν και σένα”.

“Γίνεσαι κακιά αδερφούλα. Το παραβλέπω όμως και θα σου λύω την απορία. Η αλήθεια είναι πως ήθελαν πολύ να πάθω κάτι και το προσπάθησαν. Έπρεπε λοιπόν με κάποιο τρόπο να με αφήσουν ήσυχο. Και αυτό έγινε όταν ο αρχηγός τους, ας πούμε, τιμωρήθηκε για παραδειγματισμό. Στη συνέχεια ο γιατρός διέγνωσε σχιζοφρένεια. Αυτό με βόλευε, μιας και μπήκα σε κλινική. Δε λέω πως ήταν άσχημα, αλλά πόσο να καθίσεις; Τους ευχαρίστησα για την φιλοξενία και έφυγα”.

“Δραπέτευσες εννοείς” του αντιγύρισε και πάλι η Μισέλ. “Αποκλείεται να σε άφησαν να φύγεις”.

“Είσαι έξυπνη Μισέλ. Πάντα ήσουν. Ναι, πράγματι δε θα με άφηναν να φύγω κι έτσι έπρεπε απλά να τους πείσω”.

“Είσαι ένας άρρωστος δολοφόνος. Πόσους ακόμα θέλεις να σκοτώσεις; Πώς μπόρεσες και σκότωσες τους ίδιους τους γονείς σου αλήτη; Και τι ήρθες να κάνεις τώρα εδώ; Να σκοτώσεις κι εμάς;”

“Ας πούμε πως πεθύμησα τις αδερφούλες μου”.

Έστρεψε το βλέμμα του στο τζάκι.

“Νομίζω πως δεν θ’ αργήσει η φωτιά. Μισέλ θα σε δέσω επειδή χρειάζομαι την Κλώντια να με βοηθήσει με το φαγητό”.

“Άφησέ την να φύγει. Έχει οικογένεια. Κράτα εμένα. Μην της κάνεις κακό. Έχει παιδιά Ράιαν”.

Η Κλώντια όλη αυτή την ώρα έκλαιγε σιωπηλά.

“Ξέρεις ότι δεν θα το κάνω, σταμάτα λοιπόν,” της απάντησε δένοντάς την σε μία καρέκλα.

“ΑΦΗΣΕ ΜΑΣ!” άρχισε να ουρλιάζει υστερικά η Κλώντια. “ΘΕΛΩ ΝΑ ΓΥΡΙΣΩ ΣΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΜΟΥ!”.

Είχε πάθει αμόκ, όμως ο Ράιαν έδειχνε να μην της δίνει σημασία. Συνέχισε ν’ ασχολείται με τη Μισέλ, η οποία μάταια αντιστεκόταν. Βεβαιώθηκε πως την έχει δέσει καλά και στη συνέχεια το σκληρό του βλέμμα έπεσε στην Κλώντια, που δεν είχε σταματήσει λεπτό να ουρλιάζει.

“Κλώντια βγάλε τα ρούχα σου”.

Τον κοίταζε έντρομη έχοντάς τα χαμένα. Στράφηκε στη Μισέλ που τώρα πια έκλαιγε και αυτή σιωπηλά.

“Άφησέ την Ράιαν,” τον παρακάλεσε για τελευταία φορά.

Ο Ράιαν όμως αδιαφόρησε και πάλι για την έκκλησή της και ήταν ακόμα στραμμένος στην Κλώντια.

“Κάνε αυτό που σου λέω Κλώντια! Δεν μπορώ να ψήσω και να φάω κάποιον που φοράει τα ρούχα του!” είπε αγριεμένος.

Τα ουρλιαχτά τους δυστυχώς δεν μπορούσε να τ’ ακούσει κανείς.

“Μάλιστα. Πρέπει να σε δέσω και να το κάνω μόνος μου”.

Την έδεσε πρόχειρα ενώ η Κλώντια ούρλιαζε και ζητούσε βοήθεια από τη Μισέλ, η οποία συνέχιζε να τον παρακαλά να μην το κάνει. Στο τέλος, καταλαβαίνοντας πως είναι όλα μάταια, φώναξε κλαίγοντας στην αδερφή της να κάνει κουράγιο. Ο στυγνός εγκληματίας πλησίασε την Κλώντια και με το πριόνι της έκοψε τα δύο χέρια  από τον ώμο. Μετά την έλυσε. Στη συνέχεια ελευθέρωσε τα χέρια από το ύφασμα που είχαν πάνω και τα έβαλε μπροστά στην φωτιά. Η Κλώντια σε κατάσταση αμόκ, βλέποντας τα χέρια της να ψήνονται, βούτηξε ολόκληρη στο τζάκι. Η Μισέλ άρχισε να ουρλιάζει υστερικά κοιτώντας την αδερφή της να καίγεται. Ο Ράιαν γύρισε και την κοίταξε.

“Στο είπα καλή μου. Έχουμε να γιορτάσουμε την επανένωση της οικογένειας”, είπε.

Η Μισέλ λιποθύμησε την στιγμή που ο αδερφός της την πλησίαζε βάζοντας μπροστά το πριόνι…

Βιογραφικό της συγγραφέως:

Σοφία Κραββαρίτη
Γεννήθηκα, παρά την θέλησή μου, πριν κάποια χρόνια στην Αθήνα. Κι ενώ θεώρησα πως η παρουσία μου έγινε σε λάθος timing, αλλά και σε λάθος κόσμο, έμεινα ευχαριστημένη από τον μήνα. Ένας παγωμένος Φεβρουάριος. Το συνεχόμενο κλάμα μου επί ένα χρόνο, δεν ωφέλησε σε τίποτα. Είχα ήδη γεννηθεί. Έτσι λοιπόν, μην έχοντας τη δυνατότητα να μπω σε χρονομηχανή και να κάνω τη δική μου επιλογή, συμβιβάστηκα με την απόφαση των γονιών μου όχι απλά να κάνουν ένα παιδί, αλλά εμένα συγκεκριμένα και μεγάλωνα προσπαθώντας να χωρέσω τις σκέψεις μου και τα όνειρά μου στον κόσμο που μου γνώρισαν. Ορκίστηκα όμως πως θα είμαι ασυμβίβαστη, ανένταχτη, έξω από καλούπια και κάθε τι στερεότυπο και ως ένα σημείο τα κατάφερα. Απέκτησα από πολύ μικρή εμμονή με το διάβασμα ανακαλύπτοντας στην πορεία την συγγραφή και κατέληξα να γράφω από πεποίθηση ευελπιστώντας να χαρίσω ταξιδιάρικες σκέψεις στους αναγνώστες, αλλά και σε μένα την ίδια.

Cover pic by Κωνσταντίνος Βαρδής.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά