14 Φεβρουαρίου…

by Χρήστος Κεσκίνης

Άλλοι γιορτάζουν σήμερα… Όχι αυτός! Δε θα μπορούσε να γιορτάσει. Δεν ένοιωθε τίποτα. Μόνο Κενό! Και πόνο. Πόνο γι αυτά που έκανε, γι αυτά που δεν μπόρεσε και γι αυτά που δεν έκανε. Οι φίλοι του, μέσα στην άγνοιά τους διασκέδαζαν. Δεν ήταν εγωιστής, αλλά τον πλήγωνε που αυτοί γελούσαν και ήταν χαρούμενοι ενώ αυτός ένιωθε τόσο πόνο. Το είχε αποφασίσει κατά την χθεσινή νύχτα. Μία νύχτα που, όπως κάθε άλλη τον τελευταίο καιρό, τον βρήκε να ξενυχτάει και να σκέφτεται Αυτήν. Να σκέφτεται την χαμένη του αγάπη.  Ξαπλωμένος στο σκοτάδι με τους δαίμονες του να τον επισκέπτονται. Παλεύοντας μέσα στο δωμάτιο που ένοιωθε να τον πνίγει. Την ημέρα ήταν εύκολο να προσποιείται.  Γελούσε και κρατούσε τον πόνο μέσα του. Όμως, την  νύχτα δε μπορούσε να κρυφτεί από τον εαυτό του. Ο εαυτός του ήταν αμείλικτος. Τον κατηγορούσε και τον έβριζε. Ζούσε ξανά και ξανά εκείνη την νύχτα. Ποιος μπορεί να αντιμετωπίσει τόση θλίψη; Το ποτό προσπαθούσε να τον κάνει να ηρεμήσει και να κοιμηθεί. Πλέον ήταν ένα ερείπιο.  Είχε γεννηθεί ρομαντικός. ‘Ήθελε να ζήσει τον Έρωτα και να γιορτάζει την Αγάπη κάθε ημέρα! Και τα είχε καταφέρει. Είχε βρει την Αγάπη που τον έκανε να πετάει. Ήξερε πως δεν ήταν τέλειος, ούτε αυτός ούτε Εκείνη. Όμως, αυτό που ζούσαν ήταν! ‘Ήταν δύο κομμάτια που συμπλήρωναν ένα πανέμορφο παζλ. Και πλέον ένα κομμάτι έλειπε. Τι είχε μείνει λοιπόν παρά ένα άχρηστο κομμάτι πάζλ;  Πως υποτίθεται έπρεπε να ζήσει χωρίς Εκείνη; Πίστευε πως τίποτα δεν μπορούσε να τους χωρίσει. Όμως πλέον ήξερε ότι είχε κάνει λάθος. Όλα θύμιζαν Εκείνη. Παντού στο σπίτι που έμεναν υπήρχαν φωτογραφίες που τους έδειχναν μαζί. Δεν είχε κουράγιο να προχωρήσει. Δεν ήθελε να προχωρήσει.   Όμως δε χρειαζόταν να βλέπει φωτογραφίες για να την θυμάται. Η εικόνα της ήταν πάντα στο μυαλό του.

Είχε έρθει η ώρα να ταξιδέψει. Άλλωστε είχε δοκιμάσει όλα τα υπόλοιπα: Άλλες γυναίκες, ποτά, διασκέδαση μέχρι το πρωί, υπερβολική δουλειά, γυμναστική και αυτοσυγκέντρωση, θρησκείες. Ακόμη και ναρκωτικά… Σε τίποτα δεν βρήκε την εσωτερική γαλήνη. Τίποτα δεν κατάφερε να αντικαταστήσει στην καρδιά του Εκείνη.  Προσπάθησε, μα δεν ήταν κάτι που πραγματικά ήθελε. Δεν θα άλλαζε με τίποτα αυτά που είχε ζήσει, αυτά που είχε νοιώσει. Είχε ακούσει ότι με μια νέα φαρμακευτική αγωγή, επηρεασμένη ίσως από εκείνη την αγαπημένη τους ταινία, μπορούσε κανείς να διαλέξει κάποιες αναμνήσεις και να τις απωθήσει από την μνήμη του. Σαν νέα πηγή της Λήθης μπορούσε να σβήσει μία-μία τις κακές αναμνήσεις.  Όμως, δεν θα το έκανε ποτέ αυτό στον εαυτό του.  Άλλωστε τι ήταν ο κάθε άνθρωπος εκτός από ένα σύνολο καλών και κακών αναμνήσεων, σωστών ή λανθασμένων επιλογών;  Όσο και αν πονούσε, είχε ζήσει. Μπορεί να τελείωσε, μα ποτέ δεν θα ξεχνιόταν.  Γλυκιά ανάμνηση, χωρίς πικρία. Ίσως μόνο η σκέψη πως ήθελε να προσπαθήσει περισσότερο. Όχι από απληστία, αλλά μόνο και μόνο γιατί κάτι τόσο υπέροχο ήθελε να κρατήσει για πάντα. Λυπάται που έπρεπε να τελειώσει. Λυπάται που δεν μπορεί να το ξαναζήσει. Όμως έζησε τον Έρωτα. Τον απόλυτο Έρωτα! Ανόθευτο και παντοτινό. Αυτόν που δεν θα ξεχνούσε ποτέ. Τώρα έπρεπε να ζήσει με τις αναμνήσεις του. Όμως ακόμη και οι αναμνήσεις αυτού του Έρωτα είναι ικανές να χορτάσουν την δίψα της καρδιάς του. Πάντα θα έχει μια κρυφή ελπίδα… και ας ξέρει ότι είναι απλά ένα ψέμα. Μια ψευδαίσθηση του μυαλού του για να μην τρελαθεί. Οι Θεοί είναι καλοί μαζί του. Θα μπορούσαν απλά να τον κάνουν να ξεχάσει.

Ξεκίνησε να πάει στο δάσος, χωρίς να αφήσει γράμμα ή να επικοινωνήσει με κανέναν. Άλλωστε δεν θα καταλάβαιναν. Θα προσπαθούσαν να τον σταματήσουν. Και αυτός το είχε αποφασίσει. Ήξερε πως θα ήταν καταραμένος στην αιωνιότητα. Λες και τώρα δεν ήταν! Ζούσε την δική του κόλαση και κανένας δεν έδειχνε να το καταλαβαίνει. Μόνο Εκείνη θα μπορούσε να τον καταλάβει και να απαλύνει τον πόνο του. Εκείνη όμως δεν ήταν εκεί. Δεν πήρε καν πράγματα μαζί του. Του ήταν αρκετά όσα είχε μαζί του. Το βουνό ήταν γνωστό σαν το Βουνό των Θαυμάτων. Αυτό ακριβώς χρειαζόταν.  Δεν είχε οδηγήσει ξανά από… εκείνη την ημέρα, όμως πίστεψε πως τώρα έπρεπε. Χιόνια είχαν καλύψει την περιοχή, αν και δεν χιόνιζε εκείνη την ώρα. Δεν τον ένοιαζε. Εκεί είχαν ξεκινήσει όλα.  Τα θυμόταν όλα σαν χθες. Όταν την είχε δει του κόπηκε η γλώσσα. Ήξερε ότι έπρεπε να της μιλήσει, αλλά δεν μπορούσε να σκεφτεί καν. Και όταν κατάφερε να της μιλήσει απλά την έκανε να πιστεύει ότι ήταν μισάνθρωπος και μισογύνης. Ευτυχώς δεν ήταν η μόνη ευκαιρία που του δόθηκε.  Μέσω κοινών γνωστών, κατάφερε σιγά-σιγά να τον γνωρίσει και να τον αγαπήσει. Σαν το κύμα που σιγά-σιγά τρώει τον βράχο, έτσι και αυτός με υπομονή κατάφερε να κάμψει την αντίσταση Εκείνης και να την κάνει να τον δει όπως Την έβλεπε αυτός.  Άλλωστε, ήταν φανερό σε όλους ότι ήταν ένα ζευγάρι βγαλμένο από τα παραμύθια. Δεν ένοιωθε καμία πίεση. Ήταν ο εαυτός του και ένοιωθε πανέμορφα. Άλλαξε προς το καλύτερο. Χωρίς να τον πιέζει, τον είχε μετατρέψει σε καλύτερο άνθρωπο.  Ποτέ δεν είχαν μαλώσει. Ποτέ δεν είχαν κοιμηθεί χωριστά. Ακόμη και όταν τα σώματά τους ήταν μακριά το ένα από το άλλο. Δεν είχε σημασία. Η ψυχές τους ήταν ενωμένες για πάντα. Δύο σώματα, μία ψυχή. Πως μπορούσε τώρα να ζήσει χωρίς Εκείνη;

Όταν έφτασε στο δάσος τους, θυμήθηκε κάθε τους στιγμή εκεί. Έκλεισε τα μάτια και ξεκουράστηκε κάτω από το δικό τους δέντρο. Είδε τα αρχικά τους, που είχε χαράξει εκεί πριν καιρό. Τόσο καιρό που πλέον  του φαινόταν μία άλλη ζωή. Τότε που ήταν ευτυχισμένος.  Έφερε ξανά στο μυαλό του εκείνη την ημέρα. Τότε που με ένα απλό χάραγμα των αρχικών τους στο δέντρο τους δήλωναν αιώνια Αγάπη. Μέχρι να τους χωρίσει ο θάνατος. Δάκρυα άρχισαν να ανεβαίνουν από την καρδιά προς τα μάτια του. Τα έπνιξε με έναν λυγμό. Δεν έπρεπε να λυγίσει τώρα. Είχε έρθει ως εδώ και ήξερε πώς αν έκλαιγε δε θα έβρισκε κουράγιο να συνεχίσει.  Σηκώθηκε και συνέχισε να ανεβαίνει προς την καλύβα που υπήρχε ψηλότερα στο βουνό.  Είχαν περάσει τόσα πολλά εκεί. Εκεί φιλήθηκαν για πρώτη φορά. Εκεί έκαναν για πρώτη φορά έρωτα. Εκεί την είδε για τελευταία φορά. Όταν έφτασε έβγαλε τα κλειδιά, όμως δεν χρειαζόταν. Κάποιος είχε ξεχάσει να κλειδώσει. Χτύπησε την πόρτα και όταν δεν πήρε απάντηση μπήκε μέσα προσεκτικά. Με το που μπήκε μέσα ένοιωσε μια ζεστασιά και κατάλαβε ότι το τζάκι ήταν αναμμένο. Κάποιος ήταν ήδη εκεί; Δεν είδε κανέναν τριγύρω, όμως σκέφτηκε ότι όποιος και αν ήταν θα τον περίμενε μέχρι να επιστρέψει και μετά θα τον άφηνε στην ησυχία του. Άλλωστε δεν ήθελε να δει κανέναν. Κάθισε στην αγαπημένη της πολυθρόνα και σκίρτησε από τις αναμνήσεις. Σχεδόν του ερχόταν η μυρωδιά της στα ρουθούνια του. Ήξερε ότι αυτό ήταν αδύνατο, αλλά πήρε μια βαθιά ανάσα αφήνοντας για ακόμη μία φορά τις αναμνήσεις να  τον ταξιδέψουν στο παρελθόν. Την τελευταία τους νύχτα ξάπλωναν στο κρεβάτι της καλύβας. Μόλις είχαν κάνει έρωτα.  Για τελευταία φορά. Εκείνη κοιμόταν και αυτός έμενε ξύπνιος, χαϊδεύοντας τα κόκκινα, μακριά μαλλιά της.  Άκουγε την απαλή ανάσα της και χαμογελούσε. Ένοιωθε ευτυχισμένος και σίγουρος. Πόσο λίγα ήξερε!

Ξαφνικά, η κούραση τον κατέβαλε και η ζέστη της καλύβας τον νύσταξε. Έκλεισε τα μάτια και κατευθείαν η μορφή της πρόβαλε στο μυαλό του. Τα υπέροχα μαύρα μάτια της, τα κόκκινα σπαστά μαλλιά της, το γλυκό της χαμόγελο, που δημιουργούσε δύο λακκάκια στην άκρη του στόματός της…  Ήταν εκεί, όπως κάθε φορά που κατάφερνε να νικηθεί από τον Μορφέα. Κάθε όνειρό και λίγες στιγμές κοντά σε Εκείνη. Λίγες στιγμές ευτυχίας που μετατρέπονταν σε περισσότερο όλεθρο όταν ξυπνούσε και καταλάβαινε ότι όλα είχαν τελειώσει.  Άνοιξε αμέσως το μάτια του. Ή τουλάχιστον έτσι πίστευε. Έξω είχε ήδη νυχτώσει. Πόσες ώρες είχαν περάσει; Δεν είχε σημασία θα πήγαινε τώρα να κάνει αυτό που έπρεπε. Αυτό για το οποίο είχε έρθει εδώ. Όταν όμως σηκώθηκε την είδε στην πόρτα. Ήταν Εκείνη. Η ανάσα του κόπηκε! Ήταν ένα όνειρο. Ήταν μια οπτασία και του χαμογελούσε με δάκρυα στα μάτια. Μα πως; Δεν είχε σημασία. Οι Θεοί είχαν ακούσει τις προσευχές του. Τίποτα δεν είχε σημασία. Εκείνη ήταν εκεί σαν νύμφη. Ψέλλισε το όνομά της, σαν ένα μονολεκτικό υπέροχο ποίημα, ξανά και ξανά.  «Άργησες» του είπε, όμως το χαμόγελό της φανέρωνε ανακούφιση και αγάπη. Το αιθέριο κορμί της τον προκάλεσε να την αγκαλιάσει. Όταν τα χέρια του τυλίχτηκαν γύρω της, ένιωσε πόσο παγωμένη ήταν. Πόσες ώρες έλειπε; Πόσες ώρες ήταν μέσα στην παγωνιά; Την σήκωσε στα χέρια του και την κουβάλησε μέχρι το τζάκι. Έριξε δύο κούτσουρα στη φωτιά και την αγκάλιασε και άφησε το κορμί του να την ζεστάνει σιγά-σιγά. Σύντομα τα σώματά τους ήταν στην ίδια θερμοκρασία.  Έμειναν εκεί όλη νύχτα αγκαλιασμένοι και ο ένας κοιτούσε τον άλλο. Δεν χρειαζόταν να μιλήσουν. Και οι δύο ήξεραν! Πάντα έτσι ήταν.  Πλέον θα ήταν μαζί για πάντα. Τίποτα δεν θα τους χώριζε ποτέ ξανά. Ευτυχισμένοι μαζί. Δεν τον ένοιαζε τίποτα άλλο από εκείνη την στιγμή. Ούτε όλα όσα έπρεπε να αφήσει πίσω, ούτε τι τον περίμενε μπροστά. Ήταν ξανά μαζί με Εκείνη. Αυτή τη φορά για να μην ξυπνήσει ποτέ μακριά της.

προτεινουμε επίσης

1 comment

mrSadder 14 Φεβρουαρίου 2018 - 9:49 ΠΜ

ΤΕΛΕΙΟ <3

Reply

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά