De Profundis: Συμμετέχοντας στην ακολουθία του “Μεσονυκτικού”

by Nyctophilia

Σκέφτηκα πολλούς τρόπους να ξεκινήσω την παρουσίαση του «Μεσονυκτικού». Δεν με ικανοποιούσε κανείς, και θέτω λοιπόν το (ρητορικό;) ερώτημα: Γιατί διαβάζουμε τρόμο; Όχι τι είναι τρόμος: τα είδη, τα υποείδη, τις σχολές και τα λογοτεχνικά ρεύματα, την γέννηση και την ιστορία του τρόμου τα ανέλυσαν άλλοι σοφότεροί μου. Ο τρόμος όπως ήταν κάποτε και όπως είναι τώρα, όπως τον διαβάζαμε και όπως τον διαβάζουμε. Γιατί; Ποια ανάγκη, αισθητική, πνευματική, φαντασιακή, καλύπτει μία ιστορία τρόμου;

Θα παραθέσω τις τρεις συχνότερες απαντήσεις στο θέμα:

1. Συνήθως οι ιστορίες τρόμου περιγράφουν καταστάσεις ακόμη πιο σκληρές/ βίαιες/ τραυματικές από αυτές που στοιχειώνουν τον εκάστοτε πονεμένο αναγνώστη. Είναι θλιβερό μα είναι αληθινό.

2. Εξίσου θλιβερή και αληθινή είναι η άμβλυνση των αισθητηρίων μας. Η περιρρέουσα πραγματικότητα έχει γεμίσει τρόμο, θλίψη, κατάθλιψη επίσης, πανικούς, πάσης φύσεως ασθένειες, πάσης φύσεως κακοτυχίες. Τα παραπάνω αυξάνονται με γεωμετρική πρόοδο, τρέχοντας με τους ασταμάτητους ρυθμούς της ζωής. Ένας τέτοιος περίγυρος μας οδηγεί δυστυχώς σε όλο και πιο ακραία μονοπάτια, προκειμένου να ψυχαγωγηθούμε ή να ηδονιστούμε. (Η παραπάνω τοποθέτηση δεν αιτιολογεί σαφώς την διαστροφή, αλλά μας εξηγεί γιατί κάποτε παθαίναμε καρδιακή προσβολή όταν βλέπαμε το πρόσωπο του Λον Τσάνευ στο Φάντασμα της Όπερας ενώ τώρα χαζεύουμε Saw και Hostel μασώντας pop-corn. Τι θα μπορούσε πλέον, ω θεοί, να μας συγκλονίσει;)

3. Η τρίτη τοποθέτηση αποτελεί κατά τη γνώμη την υπέρβαση και τη χρηστική εργαλειοποίηση των παραπάνω. Ο τρόμος και τα συστατικά του, όλα τα αρνητικά που σε τραγική αφθονία μας περιβάλλουν, ο άνθρωπος καλείται επιτέλους να τα παρατηρήσει, να τα αναλύσει, να τα διευρύνει και να τα ενισχύσει με τις ευφάνταστες και τις λιγότερο ή περισσότερο εμπνευσμένες προσθήκες του- επιστρέφοντας στην πραγματικότητα τα όπλα με τα οποία τον πληγώνει. Και μάλιστα ενισχυμένα, ακονισμένα κατά το κέφι του, παραγωγικά εργαλεία που συντελούν στην απομυθοποίηση της δυστυχίας μας.

Ας δούμε λοιπόν αν το «Μεσονυκτικόν» απαντά στην Τρίτη αυτή θέση. Περιέχει καταρχάς το «Μεσονυκτικόν» γραφές τρόμου;

Μετά –τρόμος/ Post- horror.

Ο όρος ακούστηκε για πρώτη φορά στο εργαστήρι του Περικλή Μποζινάκη. Κι έψαξα να το βρω. Βρήκα post apocalyptic, post atomic, post- modern horror. Post horror όμως όχι. Στον μετα –τρόμο ο πρωταρχικός σκοπός του συγγραφέα δεν φαίνεται πως είναι να προκαλέσει ρίγη, ή –ούτε καν- να αφηγηθεί την προσωπική του περιπέτεια με το αλλόκοσμο. Θα χαρακτήριζα το είδος ως μία προσεκτική, κάποιες φορές αρκετά λεπτομερειακή χαρτογράφηση του τρομώδους, των λιγότερο ή περισσότερο σκιαγραφημένων περιοχών της συναρπαστικής αυτής ηπείρου. Γίνεται μία χειρουργική ανάλυση των στοιχείων που χρειάζονται για να βρεθείς εκτός τόπου ή εκτός εαυτού. Και πραγματώνεται αυτή η χαρτογράφηση όχι εγκυκλοπαιδικά και στοιχειοθετώντας, όπως θα περίμενε κανείς από μία διαδικασία που αποκαλείται χαρτογράφηση, αλλά πραγματώνεται αφηγηματικά. Αυτό το είδος χειρίζεται ο Γιώργος Λαγκώνας, και μάλιστα, όπως μονάχα ένας ψυχίατρος μπορεί να κάνει όταν στο διήγημα La Fin Absolue du Monde κατακερματίζει την ανθρώπινη προσωπικότητα στα εξ’ ων συνετέθη και ανατέμνει την κάθε μία εσωτερική μας παθογένεια προβάλλοντάς τη στο φόντο των (προφανώς πνευματικών μας) χαλασμάτων. Διαβάζουμε στο διήγημα:

Η Δραματική ούρλιαξα ξανά, όρμησε στην αγκαλιά του Νάρκισσου, αλλά εκείνος την έσπρωξε με δύναμη, απηυδισμένος από την λογοδιάρροιά της. Έπεσε κάτω και έβαλε τα κλάματα. Ψέλλισε «Νόμιζα ότι με αγαπούσες. Εγώ σε αγαπούσα». Ο Ντροπαλός […] είχε κλειστεί ακόμη περισσότερο στον εαυτό του, κρατώντας το κεφάλι σκυφτό και τα χέρια σταυρωμένα. Ο Ψυχαναγκαστικός έριξε τις βαλίτσες κάτω, τις άνοιξε και καταπιάστηκε να ψάχνει μέσα τους. Ο Παράξενος χειρονομούσε στον αέρα, κρατώντας ένα φυλαχτό και ψέλνοντας […] η Οριακή ήταν ξαπλωμένη στα πόδια μου […]και φρέσκα κόκκινα ρυάκια ανάβλυζαν από τους καρπούς της. Το ξυράφι ήταν πεταμένο δίπλα της.

Αναρωτιέται κανείς, ο αφηγητής (έχουμε πρωτοπρόσωπη αφήγηση εδώ) σε ποιον από όλους τους χαρακτήρες απαντά; «Σε όλους» μας λέει ο συγγραφέας. «Όλοι αυτοί είναι ένας άνθρωπος.» ( Ο τίτλος του διηγήματος σημαίνει το απόλυτο τέλος του κόσμου και δικαιολογείται απόλυτα καθώς απόλυτο τέλος επέρχεται όταν η ανθρώπινη προσωπικότητα αποσυντεθεί. Πολυφωνία μέσα στο μυαλό μας, δεν υπάρχει χειρότερο. Ακόμη και στο Ευαγγέλιο ο δαίμονας ισχυριζόταν πως τον έλεγαν Λεγεώνα. Πολυφωνία εσωτερική, ασυμφωνία, απόσπαση, διάσπαση, κατακερματισμός. Το θέλημά μας που πλέει καρυδότσουφλο μέσα στα κύματα. Πείτε μου ότι δεν συμβαίνει.)

Ή, τι είναι τα Εγκλήματα στη Μητρόπολη πέρα από ακόμη μία ξενάγηση στην ανθρώπινη (κουλτούρα ή ανάγκη;) της υποκρισίας και των ρόλων που ηθελημένα ή επειδή μας έπεισαν κάποτε πως πρέπει επιβάλαμε στους εαυτούς μας; Διαβάζουμε χαρακτηριστικά:

“Πριν το βρέφος συμπληρώσει την πρώτη εβδομάδα ζωής, μία τριμελής επιτροπή […] επισκεπτόταν το σπίτι σε κλίμα μεγάλης επισημότητας και μυσταγωγίας. Μετά από μία πολύωρη και εξαιρετικά κατανυκτική τελετουργία, η μάσκα εφαρμοζόταν στο πρόσωπο του βρέφους και ασφαλιζόταν με λουριά και αγκράφες.

Όλοι οι παρευρισκόμενοι θα έπρεπε να υπομείνουν τις κραυγές και το αποκαρδιωμένο κλάμα του βρέφους, που κατά κανόνα αντιδρούσε και τρομοκρατούνταν από την απειλή του ξένου σώματος που του επιβαλλόταν. […] Όμως […] από τη στιγμή που η μάσκα τοποθετούνταν στο πρόσωπο, δεν έπρεπε ποτέ ξανά, σε καμία περίπτωση και για κανένα λόγο να αφαιρεθεί.”

Θα μου πείτε, τι το τρομακτικό μπορεί να έχει η εικόνα ενός νηπίου που φοράει μάσκα; Παράλληλα, ποιος μπορεί να σκεφτεί κάτι πιο τρομακτικό;

Διηγήματα σαν το Ένα Σινιάλο, Διαχείριση Κρίσεως, Ψυχοπομπός, Χρυσαλίδα, Μικρή Πόλη και το προσωπικό αγαπημένο μου Γέλιο της Γάτας δεν είναι παρά σπουδές στον τρόμο, λαμπερές επισημάνσεις στον ζοφερό και σκαιώδη χάρτη που απλώνεται πέρα (μα πολύ πέρα όμως) από την αντίληψή μας. Θα αναφερθώ κατά προτίμηση στο Γέλιο της Γάτας.

“Μερικές φορές θυμάμαι ότι η Σοφία και το μωρό δεν υπάρχουν, ότι ποτέ δεν υπήρξαν. Εκείνες οι στιγμές διαύγειας είναι οι πιο δύσκολες, οι πιο σκληρές. Όμως αρνήθηκα να καταθέσω τα όπλα, πάλεψα με όλη μου την ψυχή και αυτό τράβηξε το σκοτάδι, την γάτα, κοντά. Επειδή είστε ό,τι αγάπησα περισσότερο και δεν μπορώ να σας επιτρέψω να μην υπάρχετε, δεν είναι αποδεκτή η απουσία σας. Όμως τώρα όλα θα πάνε καλά. Όλα όσα χρειάζομαι βρίσκονται στη σωστή θέση. Στο σκοτεινό σαλόνι, η Σοφία κάθεται στον καναπέ και περιμένει. Ξεβάφομαι, βγάζω από πάνω μου τα ρούχα της και τα φοράω στο σώμα του κοριτσιού με το λευκό σαν βενετσιάνικη μάσκα πρόσωπο. Στο τασάκι σβησμένα τσιγάρα, μαντήλια του ντεμακιγιάζ και τα τυφλά της μάτια. Στη θέση τους έβαλα καινούρια μάτια γαλάζια, ανέλπιστα ζωντανά και νεανικά, τόσο που σχεδόν φωσφορίζουν στο σκοτάδι.

Η τηλεόραση είναι κλειστή, το μωρό δεν κάνει να βλέπει ακατάλληλες εκπομπές. Το σηκώνω με λατρεία και ανοίγω το καπάκι στην πλατούλα του. Βγάζω τις μπαταρίες και τις αντικαθιστώ με την γερή καρδιά ενός κακού ανθρώπου. Ασφαλίζω το παιδί στην αγκαλιά της. […] Ένα πράγμα παραμένει για να ολοκληρώσω την ευτυχία: να ανοίξω το φως. Το σκοτάδι θα φύγει και το φως θα με βρει στον καναπέ ανάμεσα στη γυναίκα και το παιδί μου. οικογένεια επιτέλους. Αρκεί να πατήσω τον διακόπτη.”

Το συναίσθημά μου, όταν το διάβαζα, ήταν αυτό μίας διαδρομής με τα μάτια δεμένα, με ανηφόρες και κατηφόρες και σκαλοπάτια – και στο τέλος της διαδρομής ο συγγραφέας απλώς σου λύνει τα μάτια και απομακρύνεται με ένα σατανικό και εξοργιστικά γατίσιο γέλιο.

Θα παρατηρήσει ο αναγνώστης την ετερογένεια μεταξύ των κειμένων του βιβλίου. Στις υποσημειώσεις του συγγραφέα διαβάζουμε για τις διαφορετικές χρονικές περιόδους και τις συγκεκριμένες πνευματικές συνθήκες που τον οδήγησαν στην κάθε μία από αυτές τις γραφές. Μία εφημερία στο Εφημερία – ένα Σενάριο, η αλλόκοτη περίπτωση ενός ξεχασμένου ασθενή με χαμένα χαρτιά στο διήγημα Ένα Σινιάλο, τα γραψίματα φοιτητικών ετών από όπου προέκυψε ο Ψυχοπομπός και φυσικά οι αιώνιες αγάπες για τα ιερά τέρατα του χώρου που μας απέδωσαν την Διαθήκη του Χ.Φ. Λάβκραφτ.

Η ετερογένεια όμως προκύπτει και από κάτι ακόμα: από την έτσι κι αλλιώς πολλαπλότητα και ποικιλία των εκφάνσεων του τρόμου. Περισσότερο από μία συλλογή διηγημάτων τρόμου η παρούσα δουλειά αποτελεί μία χαρτογράφηση του τρόμου, όπως ήδη αναλύσαμε ότι είναι ο μετα-τρόμος, μία διαφωτιστική και κάποιες φορές ανελέητη ακτινογραφία των πραγμάτων που φοβόμαστε. Παράνοια, μοναξιά, στοίχειωμα; Αίμα, μεταμόρφωση, αποσύνθεση; Όλα υπάρχουν εδώ, κι ακόμη περισσότερα.

Τελειώνοντας, θα σταθώ σε δύο σημεία:

  • Πόσο με κάνει να ελπίζω ένας συγγραφέας που δεν φοβάται να αστειευτεί και να αυτοσαρκαστεί. Από τις καρικατούρες του προσώπου του ως avatar στους ιστοτόπους μέχρι αναφορές στο “Γραφείο Τελετών ο Μπαμπούλας”, στο διήγημα Επτά Πετράδια Κόκκινα. (Όπως πληροφορήθηκα υπάρχει όντως νεκροθάφτης με τέτοιο όνομα στη Θεσσαλονίκη). Εννοώ, συνήθως οι άνθρωποι που παίρνουν υπερβολικά στα σοβαρά τον εαυτό τους δεν έχουν επάνω τους τίποτα το σοβαρό.
  • Έχω την ευτυχία να γνωρίζω τι μπορεί να κάνει ο γιατρός όταν καταπιαστεί με μυθιστόρημα. Ο πολύ καλός Γιώργος Λαγκώνας γίνεται ακόμη καλύτερος στη μυθιστορηματική φόρμα. Μην επαναπαύεστε, μην χαλαρώνετε στον καναπέ σας – ο Γιώργος Λαγκώνας ήρθε αποφασισμένος να μείνει. Κι αν σας πετύχει στον καναπέ, μπορεί ακόμη και να σας αναλύσει.

(Το παραπάνω κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου του φίλου συγγραφέα Γιώργου Λαγκώνα “Μεσονυκτικό” στις  20/03/2016 στην εκδήλωση της Αθηναϊκής Λέσχης Επιστημονικής Φαντασίας “Μεσονυκτικο & Ubermensch: Παρουσίαση ενός βιβλίου και ενός κόμικ”, που πραγματοποιήθηκε στο ΒιβλιοΚαφέ Έναστρον.)

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά