Lizzie Borden: Η γυναίκα που σόκαρε τον κόσμο κατά τη Βικτωριανή εποχή

“Από τότε που πρώτη η Εύα έκοψε το άτιμο μήλο από το Δένδρο της Γνώσης του Καλού και του Κακού στον Κήπο της Εδέμ, το γυναικείο φύλο έχει υποφέρει από την ασάφεια της διχασμένης προσωπικότητας”.

Το παραπάνω απόσπασμα από την εισαγωγή της Shelley Klein στο βιβλίο της The most evil women in history (στο οποίο υπάρχει και η υπόθεση της Lizzie Borden), αν και εξαιρετικά γενικό, μπορεί να μας δώσει μια ιδέα για το πώς ο κόσμος βλέπει συχνά τις γυναίκες ή σε ορισμένες περιπτώσεις, ακόμα και το πώς βλέπουν οι ίδιες τον εαυτό τους. Μέσα από μια ασαφή εικόνα και μια προκατάληψη που παραμένει ζωντανή εδώ και αιώνες, η γυναίκα ως άτομο αντιμετωπίζεται συχνά ως αδύναμη και ανίκανη για πράξεις, οι οποίες κατά κύριο λόγο θεωρούνται αν όχι αποδεκτές, τότε σίγουρα δικαιολογημένες ως έναν βαθμό από το ανδρικό φύλο. Η γυναίκα, για πολλούς ανθρώπους, αποτελεί την ύπουλη δύναμη που δρα κάτω από το τραπέζι, προσπαθώντας μέσα από την αδυναμία της να προκαλέσει το χάος χρησιμοποιώντας ένα ανδρικό χέρι, αλλά σίγουρα δεν μπορεί να προκαλέσει την καταστροφή στηριζόμενη στο δικό της χέρι. Στο πέρασμα των χρόνων, αρκετά εγκλήματα που έχουν διαπράξει άντρες για ποικίλους λόγους, σε αντίθεση με τις γυναίκες, έχουν περάσει στην αφάνεια ή ακόμα και στη σφαίρα της συγχώρεσης.

Τι συμβαίνει όμως όταν κάποια γεγονότα πέρα για πέρα πραγματικά και άγρια, πραγματοποιηθούν από το χέρι μιας γυναίκας, η οποία αποδεικνύει περίτρανα πως οι ορμές και η ψυχική κατάσταση δεν λαμβάνουν υπόψιν το φύλο του ανθρώπου που τα φιλοξενεί;
Η Λίζι Μπόρντεν, μια από τις πλέον γνωστές γυναίκες δολοφόνους της ιστορίας, μπορεί με ευκολία να δώσει απαντήσεις στο παραπάνω ερώτημα, μέσα από τις πράξεις της, τη σκέψη της, αλλά και τον τρόπο με τον οποίο κατάφερε να δείξει στον κόσμο τι μπορεί να κάνει μια γυναίκα όταν «ξεχειλίσει το ποτήρι», παρουσιάζοντας την ίδια αγριότητα με το ανδρικό φύλο…

Η Λίζι Μπόρντεν γεννήθηκε στις 19 Ιουλίου του 1860 και ήταν κόρη του Άντριου και της Σάρα Μπόρντεν. Είχε χαρακτηριστικά μπλε μάτια, πλούσια καστανοκόκκινα μαλλιά και σύμφωνα με τις μαρτυρίες της εποχής, δεν ήταν ιδιαίτερα συμπαθητική γυναίκα.

Ο πατέρας της, Άντριου, ήταν ένας αυστηρός και αγέλαστος άνθρωπος –το απόλυτο πατριαρχικό πρότυπο της εποχής– που ξεκίνησε την επαγγελματική του δραστηριότητα ως εργολάβος κηδειών, αλλά κατέληξε να είναι ένας πλούσιος κτηματίας και διευθυντής στο συμβούλιο αρκετών τραπεζών. Για τη μητέρα της, Σάρα, το μόνο που γνωρίζουμε είναι πως γέννησε τη Λίζι και την Έμμα και πέθανε το 1863, όταν η πρώτη ήταν τριών ετών.

Ο Άντριου Μπόρντεν ξαναπαντρεύτηκε. Νέα σύζυγος ήταν μια ντροπαλή και ελκυστική γυναίκα ονόματι Άμπι Ντουρφί Γκρέι, με την οποία, όπως φαίνεται, ήταν απίστευτα ερωτευμένος. Οι κόρες του όμως δεν είχαν την ίδια καλή σχέση με τη μητριά τους, μιας και παρά την αρκετά καλή τους οικονομική κατάσταση, αναγκάζονταν να ζουν σε μια έρημη φτωχογειτονιά και σε ένα σπίτι στο οποίο οι συνθήκες συμβίωσης των τεσσάρων αυτών ατόμων ήταν απελπιστικές. Στην οικογένεια υπήρχε και άλλο ένα μέλος, μια Ιρλανδή υπηρέτρια, η Μπρίτζετ Σάλιβαν.

Σε αντίθεση με τη μητριά της, η Λίζι ήταν συγκρατημένα κοινωνική γυναίκα. Ήταν δασκάλα στο κατηχητικό και συμμετείχε στη Χριστιανική Ένωση Γυναικών κατά του Αλκοολισμού. Διαφωνούσε συχνά με τον πατέρα της και κύριος λόγος ήταν σχεδόν πάντοτε τα χρήματα. Η μεγαλύτερη αδερφή της, Έμμα, ήταν πολύ ήσυχη και γενικά είχε μια απαθή στάση απέναντι στη ζωή.

Φωτογραφία στην οποία απεικονίζεται η Λίζι Μπόρντεν

Στις 3 Αυγούστου του 1892, μια ημέρα πριν τις δολοφονίες, ο Άντριου και η Άμπι Μπόρντεν υπέφεραν από στομαχικές διαταραχές, τις οποίες ο Δρ. Μπάουεν είχε αποδώσει σε τροφική δηλητηρίαση. Την ίδια μέρα, ο αδερφός της Άμπι, Τζον Βίνικουμ Μορς, επισκέφτηκε το σπίτι των Μπόρντεν, όπου βρήκε το ζευγάρι σε άσχημη κατάσταση και του είπαν πως και η Λίζι υπέφερε όλη νύχτα από πόνους, αλλά τελικά είχε καταφέρει να βγει έξω το πρωί για να τακτοποιήσει ορισμένες δουλειές.

Η Λίζι πράγματι βγήκε από το σπίτι, αλλά κατευθύνθηκε στο φαρμακείο για να αγοράσει κυάνιο, το οποίο ισχυρίστηκε πως χρειαζόταν για να καθαρίσει έναν λεκέ από τη γούνα της κάπας της. Ο φαρμακοποιός, Έλι Μπερνς, δήλωσε αργότερα πως η Λίζι προσπάθησε με μεγάλο σθένος να τον πείσει γι’ αυτή την αγορά, αλλά εκείνος αρνήθηκε να της πουλήσει το οξύ.

Γυρνώντας στο σπίτι, η Λίζι τηλεφώνησε σε μια γειτόνισσα, τη δεσποινίδα Άλις Ράσελ, ισχυριζόμενη πως κάποιος προσπάθησε να δολοφονήσει την οικογένειά της. Επέμενε πως η αδιαθεσία του πατέρα, αλλά και της μητριάς της οφειλόταν σε κάποια απόπειρα δηλητηριασμού τους από κάποιον άγνωστο. Χαρακτηριστικά είχε πει στη δεσποινίδα Ράσελ: “Νιώθω κάτι να με πλακώνει και δεν μπορώ να το διώξω”.

Στις 4 Αυγούστου, ο Μορς έφυγε από το σπίτι των Μπόρντεν και η Άμπι ζήτησε από την Μπρίτζετ να καθαρίσει τα παράθυρα του κάτω ορόφου. Αργότερα, η Μπρίτζετ σε κατάθεσή της υποστήριξε πως η πόρτα του σπιτιού ήταν ξεκλείδωτη, αλλά δεν είχε δει κανέναν άλλον μέσα στο σπίτι, εκτός από τα μέλη της οικογένειας. Αργά το πρωί, ο κύριος Μπόρντεν επέστρεψε στο σπίτι, όπου τον υποδέχτηκε η Μπρίτζετ και ισχυρίστηκε πως από το επάνω πάτωμα άκουσε ένα περίεργο γέλιο, το οποίο ανήκε στη Λίζι.

Λίγη ώρα μετά την άφιξη του Άντριου Μπόρντεν στο σπίτι, η Μπρίτζετ αποσύρθηκε στο δωμάτιό της, αλλά είδε τη Λίζι να κατευθύνεται προς την αποθήκη. Η Λίζι στην κατάθεσή της δήλωσε πως γυρίζοντας στο εσωτερικό του σπιτιού, βρήκε το πτώμα του πατέρα της, αν και από τα πολλαπλά χτυπήματα ήταν αδύνατο να αναγνωριστεί. Φώναξε την Μπρίτζετ και την προέτρεψε να καλέσει τον οικογενειακό γιατρό. Λίγη ώρα αργότερα, ο Δρ. Μπάουεν έφτασε στο σπίτι και στη συνέχεια ακολούθησαν και επτά αξιωματικοί της αστυνομίας, μαζί με τον ιατροδικαστή Ουίλιαμ Ντόλαν. Σε λίγο, βρέθηκε στον επάνω όροφο και το πτώμα της Άμπι Μπόρντεν να κολυμπάει μπρούμυτα σε μια λίμνη αίματος, με το κεφάλι της σχεδόν αποκομμένο από το σώμα, λόγω ενός ισχυρού χτυπήματος με τσεκούρι στον λαιμό.

Το σπίτι της οικογένειας Μπόρντεν

Μετά από έρευνα των αξιωματικών στο σπίτι, βρέθηκαν δύο τσεκούρια. Το ένα έφερε επάνω του ξεραμένο αίμα και τρίχες, όπου μετά αποκαλύφθηκε πως τα στοιχεία αυτά ανήκαν σε αγελάδα. Το δεύτερο, το οποίο παρουσιάστηκε και ως αποδεικτικό στοιχείο στο δικαστήριο, είχε σπασμένη λαβή και ήταν καλυμμένο με στάχτες.

Το πάτωμα του επάνω ορόφου που βρέθηκε το σώμα της Άμπι Μπόρντεν ήταν καλυμμένο με ένα στρώμα σκόνης, αλλά χωρίς να υπάρχουν εμφανείς πατημασιές ή αποτυπώματα χεριών.

Η νεκροψία που πραγματοποιήθηκε από τον Δρ. Ντόλαν, η οποία επιχείρησε να αποδείξει πως η δηλητηρίαση που υπέστη το ζευγάρι πριν την δολοφονία του ήταν σκόπιμη, δεν έδωσε τα αποτελέσματα που ήθελε, μιας και δεν βρέθηκε κάτι περίεργο στον οργανισμό των σωμάτων.

Στις 6 Αυγούστου πραγματοποιήθηκε η κηδεία, κατά την οποία έγινε η εξόδιος ακολουθία, αλλά η ταφή απαγορεύτηκε, γιατί ζητήθηκε άδεια ώστε να διενεργηθεί μια δεύτερη νεκροψία.

Η υπόθεση Μπόρντεν άρχισε να παίρνει εμφανείς εκτάσεις στην τοπική κοινωνία και αργότερα σε ολόκληρο τον κόσμο. Χαρακτηριστικά οι New York Times έγραψαν:

“ΚΑΤΑΣΦΑΓΙΑΣΤΗΚΑΝ ΣΤΟ ΣΠΙΤΙ ΤΟΥΣ. Ο κύριος Μπόρντεν και η σύζυγός του δολοφονήθηκαν μέρα μεσημέρι”.

Σταδιακά οι έρευνες άρχισαν να εστιάζουν στη Λίζι Μπόρντεν, λόγω ενός φορέματος που η ίδια είχε κάψει στον φούρνο, σύμφωνα με τη μαρτυρία της δεσποινίδος Ράσελ. Η Λίζι είχε ισχυριστεί πως την ημέρα των φόνων φορούσε ένα βαμβακερό φουστάνι με άσπρες και μπλε ρίγες, αλλά όταν της ζητήθηκε να το προσκομίσει στις αρχές, εκείνη παρέδωσε ένα μεταξωτό σκούρο μπλε φόρεμα, τελείως διαφορετικό από εκείνο που είχε περιγράψει αρχικά.

Μετά την κατάθεση της δεσποινίδος Ράσελ, ο Εφέτης Τζοσάια Μπλάισντελ διέταξε τη σύλληψη της Λίζι και στις 12 Αυγούστου του 1842 ορίστηκε η δίκη στο Ανώτατο Δικαστήριο. Η είδηση πλέον είχε πάρει παγκόσμιες διαστάσεις.
Οι γυναικείες οργανώσεις υποστήριζαν τη Λίζι. Κάποιες εξ αυτών ήταν οι σουφραζέτες, με επικεφαλής τη Λούσι Στόουν από τη Μασαχουσέτη, καθώς επίσης και η Χριστιανική Ένωση Γυναικών κατά του Αλκοολισμού, με επικεφαλής τη Σούζαν Φέσεντεν.

“Η Λίζι Μπόρντεν πήρε το τσεκούρι
και χτύπησε τη μαμά της σαράντα φορές
και σαν είδε τι κάνει μια τσεκουριά
έδωσε στον μπαμπά της άλλη μια”.

(Βικτωριανό παιδικό τραγούδι)

Η δίκη, η οποία πραγματοποιήθηκε στο Νιου Μπεντφορντ του Μπρίστολ, διήρκεσε πάνω από δύο εβδομάδες (από τις 5 Ιουνίου έως τις 20 Ιουνίου του 1893). Το σώμα των ενόρκων αποτελείτο από δώδεκα άντρες.

Το σώμα ενόρκων της δίκης της Lizzie Borden.

Η είσοδος της Λίζι Μπόρντεν στην αίθουσα έγινε με αξιοπρόσεκτο τρόπο, μιας και μπήκε συνοδευόμενη από τους πιο ένθερμους υποστηρικτές της, τους Αιδεσιμότατους Μπακ και Τζαμπ, ενώ η ίδια φορούσε ένα μοντέρνο μαύρο φόρεμα και μαύρο δαντελένιο καπέλο!
Η Λίζι κατηγορήθηκε για τον σχεδιασμό των φόνων με κίνητρο το οικονομικό συμφέρον και για τα κατ’ εξακολούθηση ψέματά της κατά την ανάκριση από την αστυνομία, τα οποία ο Δημόσιος Κατήγορος ισχυρίστηκε πως δεν αποδεικνύουν συμπεριφορά αθώας γυναίκας.
Η κατηγορούμενη Λίζι λιποθύμησε και καθώς συνήλθε, απολύτως ήρεμη σε όλη τη διάρκεια της δίκης, επικαλούταν το συνταγματικό της δικαίωμα να παραμείνει σιωπηλή, λέγοντας μόνο: “Είμαι αθώα. Ο δικηγόρος μου θα μιλήσει αντί για εμένα”.

Η κατάθεση του φαρμακοποιού, ο οποίος μίλησε για την επίσκεψη της Λίζι στο μαγαζί ώστε να αγοράσει κυάνιο, μαζί με τις ασαφείς απαντήσεις της κατηγορούμενης γυναίκας κατά τις ανακρίσεις περιέπλεξαν την κατάσταση. Ο δικηγόρος της όμως, με το επιχείρημα πως κατά την ανάκρισή της η Λίζι βρισκόταν υπό την επήρεια μορφίνης, η οποία της είχε χορηγηθεί ως ηρεμιστικό από τον οικογενειακό γιατρό και τον ισχυρισμό πως κάποιος άγνωστος είχε εισβάλει στην οικεία Μπόρντεν, κατάφερε να πείσει τους ενόρκους για την αθωότητα της νεαρής γυναίκας.

Στις 19 Ιουνίου, η Λίζι Μπόρντεν κρίθηκε αθώα για τις δολοφονίες του Άντριου και της Άμπι Μπόρντεν.

Σήμερα, μια τόσο αδύναμη υπεράσπιση δεν θα ήταν ικανή να αθωώσει την κατηγορούμενη από τις κατηγορίες αυτές, αλλά το 1893 ήταν σχεδόν αδιανόητο μια γυναίκα να είναι ικανή και δυνατή να διαπράξει ένα τόσο άγριο έγκλημα!

Πέντε εβδομάδες μετά τη δίκη, η Λίζι και η Έμμα Μπόρντεν μετακόμισαν στην πιο κοσμική περιοχή του Φολ Ρίβερ. Η Λίζι ξεκίνησε να ταξιδεύει για να παρακολουθεί παραστάσεις και γνώρισε την ηθοποιό Νάνσι Ο’Νηλ, με την οποία δημιούργησε μια έντονη ερωτική σχέση. Η αδερφή της, Έμμα, μην μπορώντας να δεχτεί αυτή την «ανήθικη» σχέση, κατάφερε να διαλύσει τις σχέσεις της με τη Λίζι και έφυγε από το σπίτι.

Η Λίζι Μπόρντεν πέθανε την 1η Ιουνίου του 1927 από επιπλοκές που είχε μετά από χειρουργική επέμβαση στην ουροδόχο κύστη. Εννέα μέρες μετά, πέθανε και η Έμμα Μπόρντεν. Οι δύο αδερφές θάφτηκαν στον οικογενειακό τάφο, δίπλα στη μητέρα τους και τα ακρωτηριασμένα σώματα του πατέρα και της μητριάς τους.

Πηγές

Shelley Klein, “The Most Evil Women in History”, 2003, Michael O’Mara Books Ltd
“Testimony of Bridget Sullivan in the Trial of Lizzie Borden”, University of Missouri–Kansas City School of Law: Famous Trials, 2011.
lizzieandrewborden.com

Επιμέλεια κειμένου: Σοφία Νέστορα, Γλωσσολόγος & Επιμελήτρια κειμένων

Cover: Universal History Archive | Credit: UIG via Getty Images

Αν σας άρεσε αυτό το άρθρο, στηρίξτε μας με μια μικρή δωρεά στο Ko-fi

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά