O οιωνός της πανούκλας στα παραμύθια

by Γιώτα Χουλιάρα

«Ο ήλιος της πανούκλας έσβηνε κάθε χρώμα και έδιωχνε κάθε χαρά». 

Αλμπέρτ Καμύ, Η πανούκλα

«Ένας αγρότης, έχοντας χάσει τη σύζυγο και τα παιδιά του από την πανούκλα, έφυγε από την έρημη καλύβα του και περιπλανήθηκε στο δάσος. Το βράδυ, κουρασμένος πλέον, άναψε μια φωτιά, έφτιαξε ένα στρώμα από κλαδιά και αποκοιμήθηκε. Πλησίαζαν μεσάνυχτα όταν ξύπνησε από ένα περίεργο θόρυβο. Νόμισε ότι άκουσε μουσική και τραγούδια. Έμεινε απορημένος και προσπάθησε να καταλάβει από πού ερχόταν όλη αυτή η φασαρία, καθώς η πανούκλα είχε ερημώσει το χωριό του αλλά και τη γύρω περιοχή. Με έκπληξη είδε να εμφανίζεται μπροστά του μια αλλόκοτη παρέα φαντασμάτων, την οποία οδηγούσε μια μαύρη άμαξα και πάνω της καθόταν η Πανούκλα. Καθώς η αποτρόπαιη συντροφιά προχωρούσε στο δάσος, ό,τι άγγιζε το σκότωνε και το έπαιρνε μαζί της. Ο αγρότης είχε μείνει τρομαγμένος να κοιτάει το παράξενο αυτό θέαμα, όταν διαπίστωσε ότι το κούτσουρο που έκαιγε στη φωτιά που τον ζέσταινε, πετάχτηκε όρθιο, μοιάζοντας με μικρό άνθρωπο και ακολούθησε τη συντροφιά τραγουδώντας ένα μακάβριο τραγούδι. Πριν προλάβει ο αγρότης να αντιδράσει, είδε το τσεκούρι του να παίρνει ανθρώπινη μορφή και να ακολουθεί επίσης την Πανούκλα. Το ίδιο συνέβη με τα δένδρα, τους θάμνους αλλά και τα ζώα του δάσους, τα οποία  ενώθηκαν με τη περίεργη και θανατηφόρα συντροφιά τραγουδώντας. Ο αγρότης τρόμαξε τόσο πολύ που λιποθύμησε. Το πρωί, οι ζεστές αχτίδες του ήλιου τον ξύπνησαν και διαπίστωσε πως όλα τα πράγματα του έλειπαν, τα ρούχα του ήταν σκισμένα, ο ίδιος είχε εκδορές από πάλη στο σώμα του και γύρω του η πλάση έμοιαζε πεθαμένη. Τότε, κατάλαβε πως όσα είχε δει το προηγούμενο βράδυ δεν ήταν όνειρο, αλλά η τρομαχτική πραγματικότητα, καθώς η πανούκλα είχε θανατώσει τα πάντα στο διάβα της. Ευχαρίστησε το Θεό που ο ίδιος γλίτωσε από το κακό και έφυγε για να αναζητήσει σε άλλα μέρη τροφή και καταφύγιο».

Η ιστορία του αγρότη που συναντά τη Πανούκλα στο δάσος, αλλά τελικά καταφέρνει να γλιτώσει, προέρχεται από ένα πολωνικό παραμύθι το οποίο περιλαμβάνεται μαζί με άλλα ρωσικά, σέρβικα και πολωνικά παραμύθια στη συλλογή Slavonic Fairy Tales του 1874, την οποία συγκέντρωσε και μετέφρασε στα αγγλικά, για λογαριασμό του Βρετανικού Μουσείου, ο λαογράφος John Theophilus Naaké.

Αρχικά, το συγκεκριμένο παραμύθι είχε συγκεντρώσει στη δική του συλλογή παιδικών παραμυθιών και ιστοριών με τίτλο: Αρχαία παραμύθια, ιστορίες και μυθιστορήματα του πολωνικού λαού και των Ρώσων (στα πολωνικά: Klechdy starożytne, podania i powieści ludu polskiego i Rusi) ο Πολωνός λαογράφος και συγγραφέας Kazimierz Władysław Wóycicki. Στη συλλογή του Wóycicki βρίσκονται άλλα δυο παραμύθια με θέμα τη πανούκλα, όπου πάλι πρωταγωνιστεί ένας αγρότης και η Πανούκλα, η οποία παρουσιάζεται με γυναικεία τρομαχτική μορφή.

Dead Child (Plague series) Felix Jenewein

Στο παραμύθι με τίτλο “Ζaraza” που στα πολωνικά σημαίνει Πανούκλα (στη μετάφραση του βρετανικού μουσείου συναντάμε το παραμύθι με τίτλο: The Plague) ο αγρότης κοιμάται, όταν ακούει σκυλιά να γαβγίζουν. Ξυπνάει φοβισμένος και στο φως της Πανσελήνου βλέπει μια ψηλή γυναίκα με τρομαχτική όψη και μακριά μαλλιά. Αναγνωρίζει αμέσως την Πανούκλα την οποία κυνηγούν τα σκυλιά. Καθώς η γυναίκα προσπαθεί να ξεφύγει, ανεβαίνοντας σε μια σκάλα, ο αγρότης την πετάει κάτω και εκείνη τον καταριέται. Αν και ο αγρότης δεν πεθαίνει από την πανούκλα, η κατάρα της τον καταδιώκει για την υπόλοιπη ζωή του καθώς πλέον δεν μπορεί να μιλήσει.

Στο δεύτερο παραμύθι με αγγλικό τίτλο “The Plague and the Peasant“, το οποίο προέρχεται επίσης από πολωνική ιστορία, ο αγρότης συναντάει ξανά τη Πανούκλα, ως φάντασμα γυναίκας αυτή τη φορά, η οποία τον παίρνει μαζί της στο θανατηφόρο ταξίδι της στα χωριά και τις πόλεις. ‘Όπου πηγαίνουν τα τραγούδια και οι χοροί σταματούν ενώ οι δρόμοι και οι πλατείες γεμίζουν νεκρούς και φέρετρα. Οι νεκροί σε κάποιες περιοχές είναι τόσοι πολλοί που δεν χωρούν πλέον στα νεκροταφεία και παραμένουν άταφοι στους δρόμους. Ο αγρότης παρατηρούσε το θανατικό τρομαγμένος, αδυνατώντας να αντιδράσει, καθώς η Πανούκλα τον είχε τοποθετήσει στους ώμους της και τον κρατούσε σφιχτά με τα γαμψά της νύχια. Κάποια στιγμή έφτασαν και στο δικό του χωριό, όπου ζούσε η γυναίκα με τα παιδιά του και οι γέροι γονείς του. Τότε ο αγρότης κατάφερε να ξεφύγει από την Πανούκλα και άρχισε να τρέχει με όλη του τη δύναμη για να προειδοποιήσει την οικογένειά του. Όμως πριν φτάσει στο χωριό του υπήρχε ένα μεγάλο ποτάμι, τότε ο αγρότης βούτηξε με σκοπό να πνιγεί, ελπίζοντας πως θα παρασύρει και την Πανούκλα που τον κυνηγούσε μαζί του. Εκείνη βλέποντας τη θυσία του έφυγε και έτσι η περιοχή και η οικογένεια του χωρικού σώθηκαν.

Μεταξύ των ετών 1346 και 1349, η Μαύρη Πανούκλα, ή Μεγάλη Πανώλη όπως ονομαζόταν, προκάλεσε μια από τις πιο σοβαρές πληθυσμιακές καταστροφές που γνώρισε ποτέ η χριστιανική Δύση. Σύμφωνα με τους ιστορικούς, η μόλυνση έφτασε στην Ευρώπη από τα μογγολικά και τουρκικά φύλα, την επονομαζόμενη Χρυσή Ορδή, που εισέβαλαν μέσω του Καυκάσου στην Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη κατά τις πρώτες δεκαετίες του 13ου αιώνα (Μογγολική Εισβολή), καταλύοντας τη Βουλγαρία του Βόλγα και το Κράτος των Ρως που απλωνόταν στη περιοχή γύρω από τη Βαλτική Θάλασσα. Οι ιστορικές αναφορές λένε πως όλα ξεκίνησαν  όταν η Χρυσή Ορδή πολιορκούσε την πόλη Κάφα στην Κριμαία, την οποία έλεγχαν Γενοβέζοι. Οι πολιορκητές έδεναν πτώματα ανθρώπων που είχαν υποκύψει από την πανώλη, πάνω σε καταπέλτες και στη συνεχεία τα εκσφενδόνιζαν μέσα στην πολιορκημένη πόλη. Αν και οι κάτοικοι της Κάφα έριξαν όλα αυτά τα πτώματα κατευθείαν στη θάλασσα, ωστόσο η πανώλη πέρασε στους κατοίκους της και μέσω του εμπορικού δικτύου των Γενοβέζων, το οποίο εκτεινόταν σε όλη την Μεσόγειο και γρήγορα διαδόθηκε σε όλη την Ευρώπη.

Δεν ήταν η πρώτη φορά που οι ευρωπαϊκές πόλεις της μεσαιωνικής εποχής αντιμετώπιζαν κύματα ασθενειών, καθώς συχνά πυκνά επιδημίες δημιούργησαν προβλήματα στους πληθυσμούς λόγω των συνθηκών υγιεινής καθώς τα ποντίκια και τα τσιμπήματα των ψύλλων φρόντιζαν να διαδίδουν παντού τις εκάστοτε ασθένειες. ‘Ήταν, όμως, η πρώτη φορά που μια αρρώστια, μεταδιδόταν ταχύτητα στον αέρα με αποτέλεσμα να αυξάνεται ο αριθμός των θυμάτων.

In the Middle Ages, no disease wreaked such havoc across Europe as bubonic plague. In this woodcut from 1512, a doctor and his assistants tend to a plague patient.© Corbis Images

Η σκληρότητα και ο ανυποχώρητος χαρακτήρας της αρρώστιας θεωρήθηκαν σαν θεϊκή τιμωρία. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα πολλοί άνθρωποι να αναζητήσουν παρηγοριά στη θρησκεία. Ας μη λησμονούμε πως βρισκόμαστε στα σκοτεινά χρόνια του Μεσαίωνα όπου κυριαρχούσαν η δεισιδαιμονία, οι προλήψεις, η σεμνοτυφία και ιδιαίτερα η στέρηση της ατομικής ελευθερίας. Όλα αυτά πέρασαν στις καθημερινές ιστορίες και στα παραμύθια κάθε περιοχής, τα οποία αποτελούσαν ένα συνονθύλευμα ειδήσεων αλλά και τρομαχτικών εμπειριών. Μεταδίδονταν από στόμα σε στόμα σε μια προσπάθεια να ξορκίσουν το κακό ή ακόμη και να τρομοκρατήσουν. Δεν είναι τυχαίο πως και στις τρεις πολωνικές ιστορίες, παρουσιάζεται ο άνδρας ως πρωταγωνιστής και η πανούκλα με τη μορφή γυναίκας, κατάλοιπο της σκοταδιστικής άποψης πως η γυναίκα είναι υπεύθυνη για όλα τα κακά αλλά και μιαρή ταυτόχρονα. Εξάλλου, εκείνη ακριβώς την περίοδο ήταν που πίστευαν ότι η πανούκλα έλκεται από την ομορφιά των γυναικών και ας πέθαιναν περισσότεροι άνδρες από την επιδημία.

Ουσιαστικά, τα ισχυρά σύμβολα του Μεσαίωνα θα μπορούμε να πούμε ότι ήταν δύο: ο Θάνατος και ο Διάβολος. Σύμβολα που με κάθε τρόπο ενίσχυε και η Καθολική Εκκλησία, η οποία στη προσπάθειά της να εξαλείψει όποια παγανιστικά απομεινάρια σκέψης και αντίληψης είχαν επιβιώσει στους αγροτικούς πληθυσμούς, παρουσίασε κάθε επιδημία και καταστροφή ως χτύπημα του Θεού προς τους αμαρτωλούς ανθρώπους. Σ΄αυτό το δίπτυχο των συμβόλων έλαβαν την πρώτη τους μορφή τα περισσότερα παραμύθια, αυτά που σήμερα αποκαλούμε παιδικά. Ανεπηρέαστη δεν έμεινε ούτε η λογοτεχνία.

John William Waterhouse – The Decameron

To Δεκαήμερο: 850 σελίδες ξορκίζουν την Πανούκλα

«Σε αυτές τις ιστορίες μου, υπάρχουν ευχάριστα και λυπητερά ερωτικά περιστατικά και άλλα συναρπαστικά γεγονότα που συνέβησαν στην εποχή μας ή παλιότερα».   

Giovanni Boccaccio

Εφτά γυναίκες και τρεις άνδρες εγκαταλείπουν την πόλη και καταφεύγουν σε μια μακρινή εξοχική κατοικία περιμένοντας να κοπάσει η συμφορά της Πανούκλας. Η απόδραση αυτή κρατάει δέκα μέρες και η παρέα, για να περάσει ευχάριστα, διηγείται διάφορες ιστορίες. Μύθοι, θρύλοι, παραδόσεις, ευφυολογήματα και χρονικά έρχονται να ξορκίσουν το κακό του Μαύρου Θανάτου. Ο Boccaccio μέσα από το Δεκαήμερο, το οποίο γράφτηκε μεταξύ της τριετίας 1350-1353, ανακαλεί στη μνήμη του τα δραματικά γεγονότα του 1348, όταν στη Φλωρεντία πέθανε το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού της πόλης. Μέσα από τις ιστορίες του, άλλοτε με ερωτισμό και άλλοτε με σαρκοσμό, προσπαθεί να ξορκίσει το φόβο του θανάτου και τη σκοτεινιά που άπλωσε πάνω από την Ευρώπη η Πανούκλα. Και η αλήθεια είναι πως τα καταφέρνει, καθώς χάρη στη δική του προσπάθεια γεννιέται το αφηγηματικό είδος της νουβέλας. Ο διεθνής αυτός όρος, novella, προέρχεται από το λατινικό επίθετο novus, νέος, και φέρεται να χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον ίδιο για τις ιστορίες του.

Ο Ποντικοκυνηγός του Χάμελ

«Rats! They fought the dogs and killed the cats, And bit the babies in the cradles, And ate the cheeses out of the vats, And licked the soup from the cooks’ own ladles…»

The Pied Piper of Hamelin by Robert Browning

«Ποντίκια! Πάλεψαν με τα σκυλιά και σκότωσαν τις γάτες,Δάγκωσαν τα μωρά στις κούνιεςΈφαγαν τα τυριά στους κάδουςΈγλειψαν τις σούπες με τις κουτάλες από τα μαγειριά…»

Η δεύτερη στροφή από το ποίημα του Ρόμπερτ Μπράουνινγκ

Σε αντίθεση με τις ιστορίες του Boccaccio, όπου τελικά η δύναμη για ζωή κερδίζει το θάνατο, τα περισσότερα παραμύθια που προέρχονται είτε από την περίοδο της Πανούκλας είτε από τα προηγούμενα χρόνια, όπου οι ασθένειες λόγω των αρουραίων ήταν συχνό φαινόμενο, είναι σκοτεινά και άκρως τρομακτικά. Μια από τις ιστορίες που παρουσιάζουν ενδεχομένως το ζήτημα των επιδημιών από ποντίκια, είναι το γνωστό γερμανικό παραμύθι «Τα παιδιά του Χάμελ» ( στα γερμανικά Die Kinder zu Hameln). Στην ελληνική γλώσσα έχει επικρατήσει ο τίτλος «Ο αυλητής του Χαμελίν» από την μετάφραση του αγγλικού κειμένου του παραμυθιού, ο τίτλος του οποίου είναι «The Pied Piper of Hamelin». 

Το έτος 1284 εμφανίστηκε στην πόλη Xαμελίν ( Hamelin / Γερμανικά: Hameln και προφέρεται Χάμελ) ένας περίεργος άνθρωπος. Φορούσε μία ποδιά φτιαγμένη από πολύχρωμα υφάσματα και λόγω της ποδιάς αυτής λέγεται ότι είχε το όνομα Παρδαλός (Bunting που κυριολεκτικά μεταφράζεται ως ύφασμα για σημαίες λόγω των ζωηρών και πολλών χρωμάτων) ή αυλητής (κατά την αγγλική μετάφραση Pied Piper). Ο ξένος είπε πως ήταν ποντικοκυνηγός και ισχυρίστηκε ότι, έναντι ενός συγκεκριμένου ποσού, θα μπορούσε να ελευθερώσει την πόλη από όλα τα ποντίκια και τους αρουραίους που ταλαιπωρούσαν τους κατοίκους και βρόμιζαν τα φαγητά. Οι πολίτες συμφώνησαν και του υποσχέθηκαν την αμοιβή αν κατόρθωνε να τους απαλλάξει από τα τρωκτικά. Σύμφωνα με ορισμένες εκδοχές της ιστορίας, το ποσό που ζήτησε ο ξένος ήταν 1000 φιορίνια (1000 guilders). Το guilder ή gulden είναι ολλανδικό νόμισμα. 

Πράγματι, ο ξένος έβγαλε μία μικρή φλογέρα και άρχισε να παίζει. Με το άκουσμα της παράξενης αυτής μελωδίας, ξετρύπωσαν τα ποντίκια και οι αρουραίοι από όλα τα σπίτια και μαζεύτηκαν τριγύρω του. Όταν θεώρησε ότι όλα τα τρωκτικά είχαν ξετρυπώσει και κανένα δεν είχε μείνει κρυμμένο, προχώρησε έξω από την πόλη και τα τρωκτικά τον ακολούθησαν σχεδόν μαγεμένα. Φτάνοντας στο κοντινό ποτάμι (στον ποταμό Weser) μπήκε μέσα στο νερό. Τα τρωκτικά έπεσαν κι αυτά στο νερό και πνίγηκαν. 

Οι πολίτες, απαλλαγμένοι πια από τον φόβο των ποντικών, δεν θέλησαν να πληρώσουν την αμοιβή που είχαν αρχικά υποσχεθεί. Παραλλαγές της ιστορίας λένε ότι ο Δήμαρχος πρότεινε στον αυλητή να του δώσει 50 φιορίνια και ο ξένος αρνήθηκε. Οι κάτοικοι χρησιμοποίησαν μια σειρά από δικαιολογίες ώστε να του αρνηθούν τα χρήματα, με αποτέλεσμα ο αυλητής να αποχωρίσει πικραμένος και θυμωμένος, υποσχόμενος πως κάποια στιγμή θα επέστρεφε για να πάρει εκδίκηση. 

Στις 26 Ιουνίου της ίδιας χρονιάς, ημέρα κατά την οποία η πόλη γιόρταζε την θρησκευτική γιορτή του Αγίου Ιωάννη και Παύλου*, και όλος ο κόσμος ήταν συγκεντρωμένος στην εκκλησία, ο ξένος εμφανίστηκε ξανά στις επτά το πρωί –σύμφωνα με κάποιους άλλους η επανεμφάνιση του έγινε περίπου το μεσημέρι. Αυτή τη φορά είχε την μορφή κυνηγού και φορούσε ένα περίεργο κόκκινο καπέλο. Ο ξένος έπαιξε και πάλι την φλογέρα του στα σοκάκια της πόλης. Σύντομα, κατέφτασαν, όχι ποντίκια και αρουραίοι, αλλά αυτή τη φορά αγόρια και κορίτσια από τεσσάρων ετών και πάνω. Μεταξύ των παιδιών ήταν και η κόρη του δημάρχου. Το πλήθος των παιδιών ακολούθησε το ξένο που τα οδήγησε έξω από τη πόλη, σε ένα βουνό, όπου και εξαφανίστηκαν. 

Όλη την σκηνή λέγεται ότι είδε μια νταντά η οποία ακολούθησε από μακριά την πομπή με το μωρό στην αγκαλιά της. Στη συνέχεια επέστρεψε στην πόλη και διέδωσε τα δυσάρεστα νέα. Οι γονείς, τότε, τρομοκρατημένοι άρχισαν να ψάχνουν τα παιδιά τους. Οι μάνες φώναζαν και έκλαιγαν. Ολόκληρη η πόλη έπεσε σε απελπισία διότι στο σύνολο χάθηκαν 130 παιδιά. 

Σύμφωνα με μια άλλη εκδοχή του μύθου, δύο από τα παιδιά καθυστέρησαν και αποκόπηκαν από το πλήθος με αποτέλεσμα να επιστρέψουν στην πόλη. Το ένα ήταν τυφλό και το άλλο μουγγό. Το τυφλό περιέγραψε στους κατοίκους πως ακολούθησαν τους ήχους του ξένου, αλλά δεν μπόρεσε να δείξει τον τόπο στον οποίο ο αυλητής οδήγησε τα παιδιά, ενώ το μουγγό που είχε δει, δεν μπορούσε να μιλήσει για να πει όσα είχαν συμβεί.

The Pied Piper of Hamelin, Wood engraving (1868)

Ο δρόμος από τον οποίο οδηγήθηκαν τα παιδιά στην έξοδο της πόλης ονομαζόταν μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα «αθόρυβος δρόμος». Κανένας χορός και κανένα παιχνίδι δεν επιτρεπόταν να λάβει μέρος σε αυτόν. Ακόμη και όταν περνούσε κάποια νύφη, οι μουσικοί σταματούσαν να παίζουν τις χαρούμενες μελωδίες του γάμου. Κάποιες άλλες παραλλαγές του μύθου λένε ότι ο αυλητής (Pied Piper στην αγγλική έκδοση) οδήγησε τα παιδιά στην κορυφή του Koppelberg Hill, και από εκεί τα πήγε σε ένα μέρος που ονομάζεται Koppenberg Mountain. Άλλη εκδοχή λέει ότι τα παιδιά οδηγήθηκαν σε μια σπηλιά του συγκεκριμένου βουνού, μέσα από ένα ορυχείο και από εκεί υπογείως έφτασαν μέχρι την Τρανσυλβανία. 

Ιστορικοί και στοιχεία που καταγράφουν τη μυστηριώδη έξοδο των παιδιών αναφέρουν διάφορες θεωρίες σχετικά με το συγκεκριμένο παραμύθι το οποίο, όπως όλοι τονίζουν, περιγράφει ένα τραγικό γεγονός που συνέβη στη γερμανική πόλη. Άλλοι λένε ότι η ιστορία παρουσιάζει αλληγορικά τη μετανάστευση των νέων της περιοχής και άλλοι τη Σταυροφορία των Παιδιών ή αλλιώς Παιδική Σταυροφορία, που προετοιμάστηκε από νέους της Ευρώπης, αλλά δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ. Αυτό που θα πρέπει να τονιστεί είναι πως ο «μύθος της εξόδου των παιδιών» συνδέθηκε πολύ αργότερα με τον «μύθο της εκδίωξης των αρουραίων», μια μάστιγα που έπληξε την Κεντρική Ευρώπη την εποχή της πανδημίας της πανώλης. 

Για την ακρίβεια, τα τρωκτικά προστίθενται για πρώτη φορά στον μύθο τον 16ο αιώνα στα χρονικά της οικογένειας Zimmern. Πρόκειται για ένα οικογενειακό χρονικό που περιγράφει τη γενεαλογία και την ιστορία της οικογένειας. Το χρονικό Zimmern Chronicle (Γερμανικά: Zimmerische Chronik) αποτελεί εξέχουσα ιστορική πηγή πληροφόρησης και εθνολογική πηγή για πολλά λαογραφικά βιβλία της εποχής. Η προσθήκη έγινε μεταξύ του 1559 και του 1565 από τον Κόμη Froben Christoph von Zimmern, ο οποίος δεν αναφέρει συγκεκριμένη ημερομηνία . Δεν αποκλείεται να επρόκειτο για δυο διαφορετικά γεγονότα, τη μετανάστευση / έξοδο των παιδιών του 1284 και τη πανώλη των αρουραίων, τα οποία συγχωνεύθηκαν. 

Ενδέχεται, μάλιστα οι Γερμανοί αδερφοί Grimm  και ο Βρετανός ποιητής Robert Browning στα έργα τους να αναφέρονται σε διαφορετικά περιστατικά, καθώς οι πρώτοι παρουσιάζουν ως ημερομηνία του συμβάντος την 26η Ιουνίου, ενώ ο Browning στο ποίημά του την 22α Ιουλίου. Η διαφορά αυτή είχε ως αποτέλεσμα ο μύθος του αυλητή, ο οποίος παραμένει ζωντανός μέχρι σήμερα, ως η «Ημέρα του Ποντικοπιάστη» (Ratcatcher’s Day) να εορτάζεται στις 22 Ιουλίου στις αγγλόφωνες χώρες και στις 26 Ιουνίου στην πόλη Χάμελ της Γερμανίας. 

Αντί επιλόγου 

Όπως έχουμε επισημάνει και σε προηγούμενο άρθρο μας στο Nyctophilia, τα παραμύθια στην αρχική τους μορφή δεν είχαν ευτυχισμένο τέλος, αλλά αποτελούσαν μια καταγραφή της σκληρής πραγματικότητας που βίωναν οι άνθρωποι. Τραγικά περιστατικά, όπως η Πανούκλα, άφησαν ανεξίτηλα το σημάδι τους στις ιστορίες των ανθρώπων. Το ευτυχισμένο τέλος παγιώθηκε στην κουλτούρα του δυτικού πολιτισμού από τις αρχές του 20ου αιώνα και έπειτα και αποτέλεσε αναπόσπαστο στοιχείο του παραμυθιού από την στιγμή που το τελευταίο έγινε τμήμα της παιδικής λογοτεχνίας.

*Πρόκειται για τον Άγιους Ιωάννη και Παύλο της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας που μαρτύρησαν τον 4ο αιώνα στη Ρώμη επί Αυτοκράτορα Ιουλιανού του Παραβάτη. Ημέρα του θανάτου τους καταγράφεται η 26η Ιουνίου. Δεν πρέπει να συγχέονται με τους αποστόλους Ιωάννη και Παύλο.

Πηγές: 

-Ο Βιασμός της Κοκκινοσκουφίτσας- Γιώτα Χουλιάρα- Εκδόσεις Άλλωστε- Σεπτέμβριος, 2017
-The Evolution of the Medieval World: Society, Government & Thought in Europe 312-1500 – David M Nicholas- Routledge; 1 edition (August 17, 2016)
-ΒΟΚΑΚΙΟΣ: ΔΕΚΑΗΜΕΡΟΝ (ΔΙΤΟΜΟ), Εκδόσεις Γράμματα- Δεκέμβριος, 1993

Cover art: Illustration από το παραμύθι “Godfather Death” των αδελφών Γκριμ

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά