V for Vendetta: Απελευθέρωση από τον φόβο

by Χριστίνα Λάσκη

«Κάτω από αυτή τη μάσκα υπάρχει κάτι παραπάνω από σάρκα.

Κάτω από αυτή τη μάσκα υπάρχει μια ιδέα. Και οι ιδέες είναι αλεξίσφαιρες.»

“Remember, remember…”

Στην εκπνοή του Νοέμβρη, ας θυμηθούμε μια ιστορία για την 5η του Νοέμβρη, μια ιστορία για τον φόβο:

Ο φόβος είναι ένα από τα πιο αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπινου είδους – κάθε είδους. Είναι ένα όπλο για την επιβίωση. Δεν είναι σπάνιο, λοιπόν τόσο στη λογοτεχνία, όσο και –κυρίως– στην πραγματική ζωή, ο φόβος να γίνεται εργαλείο για να προχωρήσει η ιστορία, είτε αυτή είναι των εθνών είτε είναι μια «φανταστική» ιστορία, που γεννιέται στο νου ενός συγγραφέα. Όταν ο φόβος γιγαντώνεται σε τρόμο, δεκάδες τερατόμορφα όντα ξεπηδούν από το στήθος του ανθρώπου – και εκείνος αγωνίζεται εμμονικά και απελπισμένα να τα εξοντώσει. Με κάθε μέσο και –συχνά– με κάθε τίμημα.

Πέρα από μια εξαιρετική ιστορία δράσης, τόσο το graphic novel των Alan Moore και David Lloyd, όσο και η ταινία του 2005 (από την οποία αποστασιοποιήθηκε ο Moore) είναι ένα οξυδερκές σχόλιο πάνω στη φύση της τρομοκρατίας, αλλά και στην ίδια την ανθρώπινη φύση, αυτή που φοβάται και αυτή που υποτάσσει την ελευθερία και τη σκέψη της στο φόβο.

Ας θυμηθούμε κάποια από τα γεγονότα που τροφοδότησαν την «τρομοκρατία» του V for Vendetta:

Η πλοκή τοποθετείται στο δυστοπικό περιβάλλον μιας μελλοντικής Βρετανίας, που είναι οργανωμένη με τη μορφή ενός φασιστικού κράτους, του Norsefire. Το graphic novel περιγράφει ότι η Βρετανία είναι το μόνο κράτος που επέζησε από ένα πυρηνικό ολοκαύτωμα, που κατέστρεψε κάθε άλλο σημαντικό έθνος – για τον απλό λόγο ότι έγινε απομονωτική και έτσι έπαψε να είναι σημαντικός κίνδυνος (!). Τοποθετεί επίσης την αφορμή της δικτατορίας του Norsefire στην υστερία που προκάλεσε μια θανατηφόρα επιδημία που ακολούθησε τον πόλεμο, ενός ιού που αποκαλύπτεται έπειτα ότι εξαπέλυσε το ίδιο το κόμμα, για να μεθοδεύσει έπειτα την άνοδό του στην εξουσία με μια έτοιμη θεραπεία. Έχει υποστηριχθεί ότι το έργο-πηγή, που δημοσιεύτηκε στα μέσα της δεκαετίας του ’80, είναι τόσο εύστοχο, σχεδόν προφητικό, σε θέματα πολιτικής φιλοσοφίας και προπαγάνδας, αλλά και της ανθρώπινης ψυχοσύνθεσης, όσο ήταν, κάποιες δεκαετίες νωρίτερα, το έργο του Orwell, 1984.

Ο κύριος χαρακτήρας, V, είναι o αναρχικός εξτρεμιστής που πυροδοτεί μια εξέγερση για την κατάλυση του καθεστώτος που τον φυλάκισε και τον βασάνισε με τα βιολογικά πειράματα για την κατασκευή του ιού. Παρότι έχει παραμορφωθεί εξωτερικά, φαίνεται πώς παράλληλα έχει αποκτήσει υπεράνθρωπη δύναμη και αντοχή στον πόνο και τα τραύματα, αλλά κυρίως μια ακλόνητη βούληση για εξέγερση.

Αν και ο έντονος πολιτικός αναρχισμός του έργου ελαττώνεται στην κινηματογραφική του εκδοχή, η αμφίεση του V, με μαύρα ρούχα και μάσκα, δίνει στο χαρακτήρα μια ιδιαίτερα συμβολική αίσθηση, σαν «απρόσωπο» φορέα μιας ιδέας. Όμως, τόσο αντισυμβατική όσο ο ίδιος, η πορεία του V φαίνεται να διαφέρει από την κλασσική γραμμή τυπική ενός υπερήρωα, καθώς διαθέτει το διακριτικό χαρακτηριστικό των τυπικών «κακών» μιας ιστορίας: δεν προβάλλεται ως «υπέρμαχος του δικαίου» αλλά ως μισότρελος τρομοκράτης, που διψά για εκδίκηση και πυροδοτεί, για δικούς τους όμως λόγους, μια ιδιότυπη λαϊκή επανάσταση υπερασπιζόμενος συλλογικά ιδανικά, όπως της ελευθερίας και της διαφορετικότητας.

Δεν είναι τυχαία η αντιστοιχία με τον Guy Fawkes, που ήταν ένας από τους συνωμότες στην αποτυχημένη απόπειρα για την ανατίναξη του βρετανικού Κοινοβουλίου, ως προσπάθεια εξέγερσης ενάντια στην αντικαθολική στάση του βασιλιά James I, και που συνελήφθη, βασανίστηκε και εκτελέστηκε στις 5 Νοεμβρίου 1605. Είναι έθιμο πλέον την ημέρα αυτή να ανάβονται πυρές στις οποίες καίγονται ομοιώματα του Guy Fawkes. Αυτή την ημέρα επιλέγει ο V για να ανατινάξει το Κοινοβούλιο.

Παρόλα αυτά, το κύριο εμπόδιο που φαίνεται πώς «έκαψε» το καθεστώς του τρόμου μέσα από την ψυχή του V δεν είναι το μίσος, αλλά ο φόβος. Το μακρόχρονο μαρτύριό του αφάνισε ακριβώς αυτό το στοιχείο, από το οποίο τρεφόταν το Norsefire. Μέσα από αυτό το «βάπτισμα του πυρός» είναι που περνά, με τρόπο τεχνητό αλλά αποτελεσματικό, ο V την μαθητευόμενή του, Evey. Αναπαράγοντας με κυνική σκληρότητα σε εκείνη τα βασανιστήρια που αυτός πέρασε, τον καθημερινό φόβο του θανάτου και του πόνου, την «λυτρώνει» από τον πραγματικό εχθρό. Η «μύηση» ολοκληρώνεται με το συμβολικό «καθαρισμό» της Evey, όταν εκείνη στέκεται κάτω από τη βροχή.

Αυτό το «τραγικό» μοτίβο λύτρωσης ενισχύεται με τη χρήση στοιχείων από τη λογοτεχνική παράδοση, που προσθέτουν σημασιολογικό «βάρος» στο σχετικά νεόκοπο είδος του graphic novel:

V: “And thus I clothe my naked villainy

With old odd ends stolen forth from holy writ

And seem a saint when most I play the devil.”

«Κι έτσι ντύνω τη γυμνή μου κακοήθεια

Με ξέφτια κλεμμένα απ’ τις Γραφές

Και πιο άγιος δείχνω όταν το διάβολο παριστάνω.»

(Shakespeare, Richard III, Act I, Scene 3)

 

“The multiplying villainies of nature do swarm upon him […]

Disdaining fortune with his brandished steel, which smoked with bloody execution.”

«Οι πάμπολες αθλιότητες της φύσης πάνω του έχουν μαζευτεί […]

Περιφρονώντας την τύχη, κράδαινε το ξίφος του, που άχνιζε αιματηρή εκτέλεση.»

(Shakespeare, Macbeth Act I, Scene 2)

 

Evey: “Vi Veri Veniversum Vivus Vici.”

V: «Με τη δύναμη της αλήθειας, εγώ, ζωντανός, έχω κατακτήσει το σύμπαν.»

Evey: Προσωπικό μότο;»

V: «Από τον Φάουστ.»

Evey: «Μιλάει για την προσπάθεια να ξεγελάσεις το διάβολο, έτσι;»

Οι πρώτες δύο αναφορές σχετίζονται περισσότερο με την παράδοση των σκοτεινών, αμφίσημων ηρώων που εισήγαγε ο Shakespeare και ανέπτυξαν η γοτθική και η βυρωνική παράδοση του 19ου αιώνα. Ο V υποστηρίζει πώς απελευθερώνει τον κόσμο, δολοφονώντας τους εκπροσώπους του «κακού»: την κακοήθεια, την υποκρισία, την αθλιότητα της ανθρώπινης φύσης. Η τρίτη αναφορά, από το γνωστό έργο του Goethe, σχετίζεται με τη θεματική του «απαγορευμένου καρπού», των όσων υπάρχουν στην Γκαλερί των Σκιών, της ελεύθερης σκέψης που προκαλεί την πτώση – αλλά και την γνώση.  Ο V «κατακτά το σύμπαν», επειδή απελευθερώνεται και «βρίσκει την αλήθεια». Ποια είναι όμως η αλήθεια ενός χαρακτήρα που κρύβεται πίσω από μια μάσκα;

Η πιο έντονη διακειμενική αναφορά στο έργο συσχετίζει τον V με τον βυρωνικό πρωταγωνιστή του έργου του Alexandre Dumas, Le Comte du Monte Cristo. Στο τέλος της ταινίας, η Evey αρνείται να μιλήσει για την ταυτότητα του V, λέγοντας:

«Ήταν ο Edmund Dantés».

Ο πρωταγωνιστής του γνωστού μυθιστορήματος του Dumas φυλακίζεται άδικα λόγω του φθόνου των φίλων του, δραπετεύει μετά από δεκαπέντε χρόνια, βρίσκει έναν θησαυρό και επιστρέφει στην πατρίδα του ως Κόμης του Monte Cristo, όπου σταδιακά και αδίστακτα μεθοδεύει την εκδίκησή του ενάντια σε αυτούς και το σύστημα που εκπροσωπούν. Όταν βλέπουν την ομώνυμη ταινία του 1934, ο V ρωτά την Evey:

«V: ‘Σου άρεσε;’

Evey: ‘Ναι, μα με έκανε να λυπάμαι για τη Μερσέντες.’

V: ‘Γιατί;’

Evey: ‘Επειδή νοιαζόταν πιο πολύ για την εκδίκηση παρά για αυτήν.’»

Η φράση αυτή αποτυπώνει την εμμονική συμπεριφορά του ήρωα που, μπροστά στο σκοπό που θεωρεί δίκαιο, ταυτίζεται με τη μάσκα και ξεχνά την ανθρωπιά του και τα ανθρώπινα πλάσματα γύρω του. Θυμίζει στίχους σαν αυτούς:

And she – the dim and melancholy star,

Whose ray of beauty reach’d him from afar,

On her he must not gaze, he must not think,

There he might rest –but on Destruction’s brink–

Yet once almost he stopp’d – and nearly gave

His fate to chance, his projects to the wave;

But no –it must not be– a worthy chief

May melt, but not betray to woman’s grief.”

«Κι εκείνη – το θαμπό μελαγχολικό άστρο

Που η αχτίδα της ομορφιάς του έφτανε από μακριά,

Δεν έπρεπε να την κοιτά, να τη σκέφτεται,

Εκεί έπρεπε να μείνει  –ακόμα και στο χείλος της Καταστροφής–

Μα μια φορά σταμάτησε σχεδόν – παρέδωσε σχεδόν

Τη μοίρα του στην τύχη, τα σχέδια του στο κύμα,

Μα όχι – δεν πρέπει έτσι να γίνει– ένας ηγέτης άξιος

Μπορεί να λιώνει, μα όχι να υποχωρεί στη θλίψη  μιας γυναίκας.»

(Byron, The Corsair, Canto I, XVI, 511-58)

Παρόλα αυτά, στην τελευταία σκηνή, έστω και πριν το θάνατο, ο V «υποχωρεί» για λίγο μπρος στην αγάπη του για την Evey. Πάνω στο τρένο με τα εκρηκτικά θέτει στα χέρια της τη  δικαίωση του σκοπού του, αλλά κυρίως την προσωπική του εξιλέωση. Και αυτά δεν βασίζονται στην επιτυχία μιας επανάστασης, αλλά στην αναγνώριση της αξίας της ζωής, σε μια επιστροφή στο ανθρώπινο. Στην αφαίρεση της μάσκας.

«Μας λένε να θυμόμαστε την ιδέα, όχι τον άνθρωπο, γιατί ένας άνθρωπος μπορεί να αποτύχει. Μπορεί να αιχμαλωτιστεί, να εκτελεστεί και να ξεχαστεί, μα 400 χρόνια μετά, μια ιδέα μπορεί ακόμα να αλλάξει τον κόσμο. 

Ήμουν αυτόπτης μάρτυρας της δύναμης των ιδεών, έχω δει ανθρώπους να σκοτώνουν στο όνομά τους, και να πεθαίνουν υπερασπίζοντάς τις.

Μα δεν μπορείς να φιλήσεις μια ιδέα, δεν μπορείς να την αγγίξεις, ή να την κρατήσεις… οι ιδέες δεν ματώνουν, δεν νιώθουν πόνο, δεν αγαπούν…

Και δεν είναι μια ιδέα αυτό που μου λείπει, είναι ένας άνθρωπος… ένας άνθρωπος που με έκανε να θυμάμαι την 5η του Νοέμβρη. Ένας άνθρωπος που ποτέ δεν θα ξεχάσω».

Η ίδια η ιστορία του V for Vendetta φοράει μάσκες και μιλά με κώδικες. Είναι μια ιστορία επανάστασης, αλλά και προσωπικής λύτρωσης. Δεν είναι ψέμα ότι η τέχνη συχνά καθρεφτίζει την ιστορία, όπως και την ανθρώπινη φύση. Αλλά συμβαίνει κάποιες φορές κάτι άλλο: μια «πραγματική» ιστορία ντύνεται με τα σκιώδη ενδύματα μιας «φανταστικής» αφήγησης.

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά