Xάνσελ και Γκρέτελ: Το “Hunger Game” της μεσαιωνικής Ευρώπης

by Γιώτα Χουλιάρα

«Κοντά σ΄ένα μεγάλο δάσος ζούσε ένας φτωχός ξυλοκόπος που με δυσκολία έβγαζε το καθημερινό ψωμί για την γυναίκα του και τα παιδιά του…»

H αρχή του παραμυθιού από την πρώτη έκδοση των αδερφών Γκριμ το 1812

Ο Χάνσελ και η Γκρέτελ ( Hansel and Gretel ή Little Brother and Little Sister) είναι ένα γνωστό παραμύθι γερμανικής καταγωγής που καταγράφηκε από τους αδελφούς Γκριμ και δημοσιεύθηκε για πρώτη φορά το 1812. Σ΄ αυτή την πρώτη έκδοση περιγράφεται η ιστορία δυο παιδιών του Χάνσελ (ο μικρός Χανς – Ιωάννης) και της Γκρέτελ (η μικρή Μαργαρίτα) που εγκαταλείπονται από την φτωχή οικογένεια τους στο δάσος και πέφτουν θύματα μια μάγισσας.

Πιο συγκεκριμένα, ο Χάνσελ και η Γκρέτελ είναι τα παιδιά ενός φτωχού ξυλοκόπου. Όταν πέφτει πείνα, η μητέρα αποφασίζει να εγκαταλείψει τα παιδιά καθώς τα τρόφιμα τους δεν φτάνουν για να συντηρηθεί η οικογένεια. Ζητάει, λοιπόν, από τον πατέρα να τα οδηγήσει, μόλις ξημερώσει, στο δάσος και να τ΄αφήσει στην τύχη τους. Ο Χάνσελ, ο οποίος παριστάνει τον κοιμισμένο, ακούει την συζήτηση. Την επόμενη μέρα καθώς ο πατέρας παίρνει τα δυο παιδιά για μια «αθώα» βόλτα, ο Χάνσελ πετάει τα λευκά πετραδάκια που έχει στην τσέπη του. Τα παιδιά, παρά το γεγονός ότι ο πατέρας τα εγκαταλείπει, καταφέρνουν να βρουν τον δρόμο της επιστροφής ακολουθώντας τα πετραδάκια. Η μητέρα, βλέποντας τα παιδιά να επιστρέφουν, απογοητεύεται και πείθει τον πατέρα να επαναλάβει την προσπάθεια. Αυτή τη φορά ο Χάνσελ δεν έχει πετραδάκια. Αφήνει, όμως πίσω του τα ψίχουλα από το ψωμί του. Όταν ο πατέρας εγκαταλείπει τα δυο παιδιά, εκείνα αδυνατούν να βρουν τον δρόμο της επιστροφής καθώς τα πουλιά τους δάσους έχουν φάει τα ψίχουλα. Τρομαγμένα και πεινασμένα προχωρούν ακόμη πιο βαθιά μέσα στο δάσος, όταν ξαφνικά βλέπουν μπροστά τους ένα σπίτι φτιαγμένο από ζαχαρωτά. Αρχίζουν τότε να τρώνε κομμάτια από το σπίτι, όταν εμφανίζεται η ένοικός του, μια γλυκιά γριούλα που τους λέει ότι αγαπάει πολύ τα παιδιά και πώς θα τα φιλοξενήσει.

Illustration by Arthur Rackham, 1909

Τα δυο αδέρφια δεν γνωρίζουν ότι στην πραγματικότητα η καλοσυνάτη γιαγιά είναι μια μάγισσα. Στην αγγλική μετάφραση του παραμυθιού η γριούλα αναφέρεται ως hag. Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερο άρθρο μας, ο όρος hag χρησιμοποιείται για να περιγράψει την ηλικιωμένη κακόβουλη και γεμάτη ρυτίδες γυναίκα, την οποία συχνά συναντάμε σε λαογραφικά παραμύθια, λαϊκά ποιήματα και ιστορίες και, συνήθως, θέλει το κακό των μικρών παιδιών. Στην ουσία ο όρος αποτελεί μια συντόμευση του hægtesse, αρχαία αγγλική λέξη που σημαίνει μάγισσα.  Στη λαογραφία των Σλάβων και των Ρώσων ως hag  αποκαλείται η Baba Yaga, την οποία αναλύσαμε στο προηγούμενο άρθρο μας.

Η μάγισσα (hag) αιχμαλωτίζει τελικά τα δυο παιδιά. Φυλακίζει τον Χάνσελ σ’ ένα κλουβί και κάνει σκλάβα της την μικρή Γκρέτελ, η οποία καθημερινά την υπηρετεί. Καθώς ο καιρός περνάει, τα δυο παιδιά ανακαλύπτουν ότι σκοπός της μάγισσας είναι να παχύνει τον Χάνσελ για να τον φάει, γι΄ αυτό και τον ταΐζει καθημερινά με ένα σωρό λιχουδιές. Τα δυο αδέρφια καταφέρνουν να ξεγελάσουν τελικά την γριά και να την ρίξουν στο φούρνο που έχει ετοιμάσει για να ψήσει τον Χάνσελ, όπου και καίγεται ζωντανή. Στη συνέχεια, παίρνουν μαζί τους το κουτί με τα χρυσά φλουριά της και επιστρέφουν στο σπίτι τους. Στο μεταξύ, η μητέρα τους έχει πεθάνει από ασθένεια (ή από πείνα σε άλλη παραλλαγή του παραμυθιού) και ο πατέρας τους που έχει μετανιώσει πικρά γιατί εγκατέλειψε τα παιδιά του, τα καλωσορίζει. Από εκείνη την στιγμή ζουν και οι τρεις ευτυχισμένοι.

Η ιστορία προέρχεται από τη γερμανική λαϊκή παράδοση. Στους αδερφούς Γκριμ την διηγήθηκε η φίλη της οικογένειας και στη συνέχεια σύζυγος του Βίλχελμ, Δωροθέα (Henriette Dorothea Dortchen Wild). Τα αδέρφια δημοσίευσαν την ιστορία στην συλλογή «Kinder-und Hausmärchen» το 1812.

Η ιστορία του Χάνσελ και της Γκρέτελ σε πολλά σημεία έχει κοινά στοιχεία με την ιστορία του Κοντορεβιθούλη. Όπως και στην περίπτωση του Χάνσελ και της Γκρέτελ, έτσι και στον Κοντορεβιθούλη (στα αγγλικά Hop o’ My Thumb ή Little Thumbling) χαρακτηριστική είναι η φτώχεια και η ανέχεια των γονιών, το σκόρπισμα των χαλικιών από τους ήρωες και ο κανιβαλισμός.

Η ονομασία Κοντορεβιθούλης αποτελεί ελληνική παραλλαγή του τίτλου «Le Petit Poucet» (γαλλικά) και «Der kleine Däumling» (γερμανικά) οι οποίοι σημαίνουν «ο μικρός αντιχειράκος» επειδή ο ήρωας του παραμυθιού στη γαλλική και γερμανική εκδοχή του όταν γεννήθηκε δεν ήταν μεγαλύτερος από έναν αντίχειρα. Στο παραμύθι ο Κοντορεβιθούλης είναι το μικρότερο, αλλά και εξυπνότερο, παιδί μιας φτωχής οικογένειας καλαθοποιών. Όταν οι γονείς του δεν έχουν πλέον χρήματα να μεγαλώσουν αυτόν και τα έξι αδέρφια του, αποφασίζουν να τα εγκαταλείψουν στο δάσος αφήνοντας τα στην τύχη τους. Τότε είναι που αρχίζει μια σειρά περιπετειών, με τον Κοντορεβιθούλη να αποδεικνύεται ήρωας.

Στην δεύτερη έκδοση των αδερφών Γκριμ του 1819, το παραμύθι του Χάνσελ και της Γκρέτελ αποκτά μία προσθήκη. Μετά τον θάνατο της μάγισσας, τα παιδιά φτάνουν σε ένα ποτάμι, το οποίο διασχίζουν με την βοήθεια μιας πάπιας ( σε άλλες παραλλαγές αναφέρεται ότι βοηθός των παιδιών είναι ένας κύκνος). Από την έκδοση του 1840 και σε μεταγενέστερες εκδόσεις, ο ρόλος της μητέρας αντικαθίσταται από αυτόν της μητριάς, ενώ ο πατέρας-ξυλοκόπος φαίνεται να αντιδράει στα σχέδια της γυναίκας του και να πείθεται με δυσκολία να εγκαταλείψει τα παιδιά του. Στην αρχική μορφή του παραμυθιού του, όταν ακόμη η μητέρα δεν είχε αντικατασταθεί από την μητριά, η ιστορία αποτελούσε καταγγελία για τις κοινωνικές δομές της σκοτεινής εκείνης εποχής, όπου τα παιδιά εγκαταλείπονται στο δάσος από τους ίδιους τους γονείς τους, λόγω του υποσιτισμού.Το γεγονός ότι η μητέρα ή μητριά πεθαίνει όταν τα παιδιά έχουν σκοτώσει τη μάγισσα, οδήγησε πολλούς αναλυτές να πιστεύουν ότι σε προγενέστερη των αδερφών Γκριμ παραλλαγή, η μητέρα, η μητριά και η μάγισσα είναι μεταφορικά η ίδια γυναίκα, η οποία ήθελε να φάει τα παιδιά για να επιβιώσει από την πείνα.

Το παραμύθι πιθανότατα προέρχεται από τη μεσαιωνική περίοδο του Μεγάλου Λιμού (1315-1321), ο οποίος οδήγησε πάμπολλες οικογένειες να εγκαταλείψουν τα μικρά παιδιά για να φροντίσουν τον εαυτό τους ή ακόμα και να καταφύγουν στον κανιβαλισμό. Ο Μεγάλος Λιμός ήταν η πρώτη και η χειρότερη κρίση, από μια σειρά κρίσεων μεγάλης κλίμακας που ταλάνισαν την Ευρώπη κατά τον 14ο αιώνα. Προκάλεσε εκατομμύρια θανάτους και έθεσε οριστικό τέλος στην περίοδο της ευημερίας που είχε προηγηθεί κατά τη Μεσαιωνική Θερμή Περίοδο. Κατά τα έτη 1313-1314 και 1317-1321 σε ολόκληρη την Ευρώπη σημειώθηκαν εκτεταμένες βροχοπτώσεις. Μια ακολουθία από αποτυχημένες σοδειές είχε ως αποτέλεσμα σοβαρές ελλείψεις τροφίμων, εκ των οποίων η σημαντικότερη ήταν εκείνη των ετών 1315-1317. Η κλιματική αλλαγή συνοδεύτηκε από πτώση της μέσης θερμοκρασίας η οποία με τη σειρά της οδήγησε σε μαρασμό της οικονομικής ζωής.

Την άνοιξη του 1315 άρχισε να πέφτει στο μεγαλύτερο μέρος της Ευρώπης ασυνήθιστα δυνατή βροχή. Όλη την άνοιξη και το καλοκαίρι η βροχή συνεχίστηκε, ενώ η θερμοκρασία παρέμεινε χαμηλή. Τα σιτηρά δεν μπόρεσαν να ωριμάσουν και οι σοδειές καταστράφηκαν στο μεγαλύτερο μέρος της γηραιάς ηπείρου. Ο κόσμος αναγκάστηκε να μεταφέρει μέσα στα σπίτια όσα σιτηρά μπόρεσε να σώσει και να τα κρύψει σε δοχεία για να τα προφυλάξει από την υγρασία. Το άχυρο και το σανό καταστράφηκαν, με αποτέλεσμα να μην υπάρχουν ζωοτροφές. Απελπισμένοι οι άνθρωποι κατέφευγαν στα δάση για να συλλέξουν άγριες ρίζες, φαγώσιμα φυτά, χορτάρι, άγριους καρπούς και φλούδες.

Η άνοιξη του 1316 βρήκε τους κατοίκους της Ευρώπης καταπονημένους, χωρίς αποθέματα και χωρίς άλλες αντοχές. Όλη η κοινωνία υπέφερε, και οι ευγενείς και χωρικοί, αλλά περισσότερο δοκιμάστηκαν οι χωρικοί που αποτελούσαν το 95% του πληθυσμού. Η επιβίωση ήταν πλέον καθημερινός αγώνας, το αύριο έπαψε να τους ενδιαφέρει και μαζί μ΄αυτό η ηθική και οι όποιες αναστολές υπήρχαν, χάθηκαν. Έσφαξαν και έφαγαν όσα ζώα τούς είχαν απομείνει. Έφαγαν και το σιτάρι που προοριζόταν για τη σπορά. Τα παιδιά τους τα εγκατέλειψαν στην τύχη τους. Πολλοί ηλικιωμένοι αρνήθηκαν εθελοντικά τροφή, ώστε να επιβιώσει τουλάχιστον η νεότερη γενιά. Οι παράπλευρες επιπτώσεις του λιμού ήταν η τρομαχτική αύξηση της εγκληματικότητας, των ασθενειών και των μαζικών θανάτων. Τα χρονικά της εποχής καταγράφουν περιστατικά παιδοκτονιών και ανθρωποφαγίας. Το 1317, ο Μεγάλος Λιμός κορυφώθηκε, καθώς συνεχιζόταν ο υγρός καιρός. Μολονότι ο καιρός βελτιώθηκε, η πείνα συνεχίστηκε για αρκετά ακόμα χρόνια, επειδή δεν υπήρχαν αποθέματα τροφής. Μόνο μετά το 1325 τα αποθέματα τροφής επανήλθαν στα προ του λιμού επίπεδα και ο πληθυσμός άρχισε πάλι να αυξάνεται.

Σ΄αυτά τα δύσκολα χρόνια της Κεντρικής και Βόρειας Ευρώπης έχουν τις ρίζες τους η ιστορία του Χάνσελ και της Γκρέτελ καθώς και η ιστορία του Κοντορεβιθούλη. Στον ίδιο κύκλο παραμυθιών, όπου τα παιδιά εγκαταλείπονται στο δάσος, ανήκει και το παραμύθι της μικρής Finette («Finette Cendron») το οποίο συγκέντρωσε στην συλλογή της η Βαρόνη ντ ‘ Ωλνουά, αλλά και η γαλλική ιστορία «Τα χαμένα παιδιά» με πρωταγωνιστές τον δωδεκάχρονο Ζαν και την οχτάχρονη αδερφή του Ζανέτ που, επίσης, εγκαταλείπονται από τους γονείς τους και έρχονται αντιμέτωπα με δυσκολίες και κακουχίες, ακόμη και με τον ίδιο τον Διάβολο.

Το γερμανικό παραμύθι ενέπνευσε και τον κινηματογράφο, καθώς το 2013 κυκλοφόρησε η ταινία με τίτλο: Hansel & Gretel: Witch Hunters». Τα δυο αδέρφια είναι πλέον μεγάλα και έχουν εξελιχθεί σε αιμοσταγείς κυνηγούς κεφαλών μαγισσών. Παρότι δεν έχουν συνέλθει τελείως από το παιδικό τραύμα, η δουλειά τους είναι σχετικά εύκολη αφού δεν τους επηρεάζουν ούτε τα ξόρκια, ούτε οι κατάρες. Τώρα, ο δήμαρχος του Ογκσμπουργκ τους προσλαμβάνει για να εξουδετερώσουν την δαιμονική μάγισσα Μίριελ, που καταδυναστεύει την πόλη κι έχει σκοπό να θυσιάσει ντόπια παιδιά στη σύναξη των μαγισσών, γνωστή ως Ματωμένο Φεγγάρι. Όσο το Ματωμένο Φεγγάρι πλησιάζει, τα αδέλφια έρχονται αντιμέτωπα με το παρελθόν τους. Η ταινία όμως παρά τη φιλότιμη προσπάθεια των πρωταγωνιστών και τις ελπίδες του κοινού δεν άγγιξε το σκοτεινό κομμάτι του γερμανικού παραμυθιού και έμεινε μια ταινία δράσης και ελάχιστης ουσίας.

Την εντύπωση αυτή έρχεται να αλλάξει μια νέα παραγωγή με τίτλο: «Gretel & Hansel: A Grim Fairy Tale». Τη ταινία σκηνοθετεί ο Oz Perkins ο οποίος υπογράφει και το σενάριο μαζί με τον Rob Hayes. Ο Perkins έχει δώσει δείγματα της σκοτεινής οπτικής του στη ταινία: «I Am the Pretty Thing That Lives in the House» του 2016 αλλά στο «The Blackcoat’s Daughter» του 2015. Στη ταινία, τα δυο αδέρφια μπαίνουν σε ένα σκοτεινό Δάσος για να βρουν εργασία και φαγητό και να βοηθήσουν τους φτωχούς γονείς τους. Καθώς περπατούν φτάνουν στο σπίτι μιας μάγισσας και το κακό ξεπηδάει από την οθόνη. Όπως έχει ανακοινώσει η εταιρεία παραγωγής, θα κυκλοφορήσει στις 31 Ιανουαρίου 2020.

Προς το παρόν, μην κυκλοφορείτε μόνοι σας το βράδυ στο Δάσος, γιατί το κακό μπορεί να παραμονεύει.

Πηγές:

«Ο Βιασμός της Κοκκινοσκουφίτσας- Η σκοτεινή όψη των παραμυθιών», Γιώτα Χουλιάρα, Εκδόσεις Άλλωστε (Σεπτέμβριος 2017)

«The Brothers Grimm: From Enchanted Forests to the Modern World», Jack Zipes, Palgrave Macmillan, (December 18, 2002)

«The Reception of Grimms’ Fairy Tales: Responses, Reactions, Revisions», Donald Haase, Wayne State University Press (September 1, 1993)

«The Classic Fairy Tales», Iona Opie & Peter Opie, Oxford University Press, (November 13, 1980)

Cover art: “Hansel and Gretel” by Jennie Harbour

προτεινουμε επίσης

Leave a Comment

* Χρησιμοποιώντας αυτή τη φόρμα., συμφωνείτε με την αποθήκευση των στοιχείων και δεδομένων σας στη βάση του ιστότοπου για στατιστικές αναλύσεις.

Η Nyctophilia.gr χρησιμοποιεί cookies για να εξασφαλίσει τη σωστή λειτουργία της, την δυνατότητά σας να επικοινωνήσετε μαζί μας, καθώς και να βελτιώσει την εμπειρία σας στο website. Χρησιμοποιώντας αυτόν τον ιστότοπο, συμφωνείτε με τη χρήση των cookies. Αποδοχή Αναλυτικά